Revision 4830473 of "Περί ύψους" on elwiki

{{Βιβλίο
| πρωτότυπο_όνομα_βιβλίου   = Περί Ύψους<br>De sublimitate libellus
| εικόνα                    = [[Αρχείο:Dionysiou Logginou Peri ypsous biblion.JPG|250px]]
| λεζάντα                   = εξώφυλλο επανέκδοσης του έτους 1733
| συγγραφέας                = [[Λογγίνος]]
| είδος                     = φιλολογική κριτική
| εκδότης                   = 
| εικονογράφηση             = 
| επιμέλεια_εξώφυλλου       = 
| χώρα_προέλευσης           = 
| γλώσσα                    = αττική, λατινική
| πρώτη_έκδοση              = 
| ISBN                      = 
| προηγούμενο_βιβλίο_σειράς = 
| επόμενο_βιβλίο_σειράς     = 
| ημερομηνία_έκδοσης        = 1ος αιώνας
| τύπος_μέσου               = 
| σελίδες                   = 
}}
Το '''Περί Ύψους''', σε [[Λατινικά|λατινική απόδοση]] (''De sublimitate libellus''), είναι ένα ''τεχνολογικό υπόμνημα'', μια υφολογική πραγματεία που περικλείει απόψεις [[Πλάτων|πλατωνικές]], [[Αριστοτέλης|αριστοτελικές,]] [[Στωικισμός|στωικές]], ακόμα και [[Επίκουρος|επικούρειες]], που περιέχει περίπου εκατό χωρία ποιητών, ρητόρων, φιλοσόφων, ιστοριογράφων, κι ακόμα ένα παράθεμα από την [[Παλαιά Διαθήκη]] (αποκαλύπτοντας συγγραφέα γνώστη, εκτός των ελληνικών και λατινικών και των εβραϊκών επίσης κειμένων), ένα έργο, τέλος, πολύτιμο, εκτός από τις απόψεις καθαυτές του συγγραφέα του και για τις πληροφορίες που δίνει σχετικά με τις αρχαίες αντιλήψεις περί του ύφους του λόγου.

Πρόδρομος πολλών ιδεών της σύγχρονης θεωρίας της λογοτεχνίας, ο συγγραφέας που κρύβεται πίσω από τη συμβατική ονομασία [[Λογγίνος]] δίκαια εκτιμήθηκε ως μεγάλος κριτικός και το έργο του (γνωρίζουμε περίπου τα δύο τρίτα του) χαρακτηρίστηκε ανεπιφύλακτα από το σύνολο των μελετητών ως ένα από τα κορυφαία φιλολογικά-κριτικά έργα της αρχαίας γραμματείας.
==Πατρότητα του έργου==
Τα χειρόγραφα που σώζουν το έργο<ref>Parisinus Graecus 2036 (10ου αι.). Βασισμένη στο χειρόγραφο αυτό η πρώτη έκδοση του ''Περί ύψους'' έγινε το [[1554]] στη [[Βασιλεία]], για να ακολουθήσει τον επόμενο χρόνο η έκδοσή του στη [[Βενετία]]</ref> στη θέση του ονόματος του συγγραφέα δίνουν τις εκδοχές ''Διονυσίου ή Λογγίννου, Διονυσίου Λογγίνου και Ανωνύμου.'' Κάποιοι υπέθεσαν ότι συγγραφέας του ''Περί ύψους''  ήταν ο [[Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς]], ο πολυγραφότατος ρητοδιδάσκαλος, ιστορικός και κριτικός (1ος π.Χ.- 1ος μ.Χ. αι.), πράγμα ολότελα αβάσιμο· άλλοι επίσης θεώρησαν ότι το έργο πρέπει να αποδοθεί στον φιλόλογο και νεοπλατωνικό φιλόσοφο [[Κάσσιος Λογγίνος|Κάσσιο Λογγίνο]] (3ος μ.Χ. αι.), άποψη που κέρδισε έδαφος και ήταν η επικρατέστερη μέχρι τον 19ο αιώνα. Το ζήτημα ακόμα και σήμερα δεν έχει λυθεί και ο άγνωστος συγγραφέας του περί ύψους ονομάζεται συμβατικά από την πλειονότητα των φιλολόγων Λογγίνος (ή Ψευδο-Λογγίνος). Και αν το πρόβλημα αυτό φαίνεται ούτως ή άλλως δυσεπίλυτο, ευκολότερο είναι ίσως το σχετικό με την καταγωγή του συγγραφέα. Έχουμε, δηλαδή, την επανειλημμένη σχηματική επίκληση ''νή Δία'', τον αυτοπροσδιορισμό ''ημίν ως Έλλησιν'' του 12.4 και τον χαρακτηρισμό ''ο μέν ημέτερος''  για τον Αθηναίο [[Δημοσθένης|Δημοσθένη]], στοιχεία επαρκή μάλλον για να αποκαλύψουν ελληνική ταυτότητα.

==Χρονολόγηση του έργου==
Τείνει να γίνει δεκτό ότι το ''Περί ύψους'' ανήκει στον 1ον μ.Χ. αιώνα, κι αυτό βάσει των τεκμηρίων που συνάγονται από το ίδιο το έργο και κατά κύριο λόγο από το κεφάλαιο 44. Εκεί ο συγγραφέας παραθέτει διάλογο του με κάποιον -μη κατονομαζόμενο- φιλόσοφο- που παραπέμπει στα πρώτα χρόνια του 1ου μ.Χ. αιώνα οπότε η Pax Romana βασίλευε στην απέραντη και ανομοιογενή Αυτοκρατορία με αδυνατισμένη τη λάμψη των πνευματικών εστιών της κλασσικής εποχής. Νέες μεγάλες πρωτεύουσες, οι κοσμοπόλεις των [[Ελληνιστική περίοδος|Ελληνιστικών και Αυτοκρατορικών χρόνων]], ήταν τα κέντρα της πολιτικής και του πολιτισμού.

==Η διάδοση του έργου==
Το περί ύψους φαίνεται πως έμεινε αιώνες αγνοημένο. Η ουσιαστική διάδοσή του, μόλις τον 17ο αιώνα, οφείλεται κυρίως στη μετάφρασή του από τον κλασικιστή ποιητή και κριτικό, τον [[Γάλλος|Γάλλο]] [[Νικολά Μπουαλώ]] (1694),<ref>[[Νικολά Μπουαλώ]], Στοχασμοί πάνω στον Λογγίνο (Reflexions sur Longin), 1694</ref> παρ΄ ότι είχε προηγηθεί, κατά είκοσι περίπου χρόνια, αγγλική μετάφραση. Η πρώτη μετάφραση του έργου στα γερμανικά ήρθε ένα αιώνα μετά. Η γερμανική φιλοσοφία, ωστόσο, ασχολήθηκε με το ''Περί ύψους'', αλλά ο αιώνας της είναι χαρισμένος στον [[Ρομαντισμός|ρομαντισμό]] και ο Λογγίνος βρέθηκε εκτός εποχής.

==Το παγερό λεκτικό ύφος==
Πολλές φορές κάποιοι, σαν να είναι μεθυσμένοι, εκφράζουν με παραφορά προσωπικά τους και πλαστά πάθη, τα οποία τίποτε δεν έχουν να κάνουν με την υπόθεση που πραγματεύονται· απευθυνόμενοι λοιπόν σε ακροατές που κανένα πάθος δεν αισθάνονται, εύλογο είναι να ασχημονούν, εκστασιασμένοι αυτοί απέναντι σε ανθρώπους όχι εκστασιασμένους. Για τους «παθητικούς» συγγραφείς όμως θα μιλήσου σε άλλο σημείο (του τμήματος του έργου που δεν σώζετα).

Από το άλλο των όσων μνημόνευσα, δηλαδή την ψυχρότητα (του ψυχρού), πλήρης είναι ο [[Τίμαιος]] (ο Ταυρομενίτης), άνθρωπος κατά τ΄ άλλα και ενίοτε όχι άγονος στην κατάκτηση του ύψους του λόγου, πολυμαθής και επινοητικός, πλην επικριτικότατος για τα ξένα σφάλματα χωρίς ωστόσο να αντιλαμβάνεται τα δικά του. Του αρέσει υπερβολικά να διατυπώνει πάντοτε ιδιότροπα διανοήματα και έτσι πολλές φορές ξεπέφτει στο εντελώς παιδαριώδες. Επαινώντας τον Αλέξανδρο τον μέγα, λέει: «Αυτός κατέκτησε ολόκληρη την Ασία σε πιο λίγα χρόνια απ΄ όσα έκανε ο [[Ισοκράτης]] για να γράψει τον " Πανηγυρικό" λόγο του προτρέποντας σε πόλεμο κατά των Περσών». Ωραία σύγκριση του Μακεδόνα με το σοφό! Προφανώς λοιπόν, Τίμαιε, οι [[Σπάρτη|Λακεδαιμόνιοι]] για τό λογο αυτό υστερούσαν πολύ σε ανδρεία έναντι του Ισοκράτη, αφού αυτοί κατέλαβαν τη [[Μεσσήνη]] σε τριάντα χρόνια, ενώ εκείνος έγραψε  τον «[[Πανηγυρικός|Πανηγυρικό]]» μόνο σε δέκα).{{cref|β}} [4, 2. 1-11]

<br clear="right">{{Δίγλωσση επιγραφή
|  κείμενο1 = 
{{"|Όταν εξετάζαμε μαζί το μικρό περί ύψους σύγγραμμα που συνέθεσε ο Καικίλιος<ref>Ο Καικίλιος από την Καλή Ακτή της [[Σικελία]]ς ήταν ρητοδιδάσκαλος (1ος π.Χ.- 1ος μ.Χ. αι.)</ref> φίλτατε Ποστούμιε Τερεντιανέ, μας φάνηκε, όπως γνωρίζεις, ότι ήταν κατώτερο του όλου θέματός του και ότι ελάχιστα έθιγε τα βασικά σημεία, έτσι που να μήν προσφέρει σε όσους το διαβάζουν και πολλή ωφέλεια, αυτό δηλάδή που κατ΄ εξοχήν πρέπει να απασχολεί τον συγγραφέα. Πλην ο άνθρωπος αυτός ίσως δεν πρέπει να κατηγορηθεί έτσι για τις παραλείψεις του, όσο αξίζει να επαινεθεί τόσο για την έμπνευσή του καθαυτήν όσο και για την προσπάθειά του.}}
|  κείμενο2 = {{"|Τὸ μὲν τοῦ Καικιλίου συγγραμμάτιον, ὃ περὶ ὕψους συνετάξατο, ἀνασκοπουμένοις ἡμῖν ὡς οἶσθα κοινῇ, Ποστούμιε Τερεντιανὲ φίλτατε, ταπεινότερον ἐφάνη τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ ἥκιστα τῶν καιρίων ἐφαπτόμενον, οὐ πολλήν τε ὠφέλειαν, ἧς μάλιστα δεῖ στοχάζεσθαι τὸν γράφοντα...πλὴν ἴσως τουτονὶ μὲν τὸν ἄνδρα οὐχ οὕτως αἰτιᾶσθαι τῶν ἐκλελειμμένων ὡς αὐτῆς τῆς ἐπινοίας καὶ σπουδῆς ἄξιον ἐπαινεῖν. ἐπεὶ δὲ ἐνεκελεύσω καὶ ἡμᾶς τι περὶ ὕψους πάντως εἰς σὴν ὑπομνηματίσασθαι χάριν, φέρε...}}
|      πηγή = [[Αυτόθι]], 1.1- 1.2
|    πλάτος = 250px
|    font-size = 82%
}}
==Τι σημαίνει ύψος==
Πρόκειται για το στοιχείο της έξαρσης που (πρέπει να) χαρακτηρίζει το λογοτέχνημα, ανεξαρτήτους γένους και είδους του τελευταίου, ένα δηλωτικό υπεροχής και ανάτασης και μαζί [[ηθική]]ς αντιμετώπισης του έργου, από πλευράς τόσο μορφής όσο και περιεχομένου. Είναι, αφενός, η μεγαλοπρεπής διάχυση της έκφρασης και, αφετέρου, η κορύφωση του ηθικού παλμού που αισθάνεται ο δημιουργός και μεταδίδει στον ακροατή ή αναγνώστη. Είναι αυτό που αποθανατίζει τη [[μνήμη]] του συγγραφέα, που μαγεύει τον ακροατή και τον ωθεί σε διαρκή ανανέωση των σκέψεών του.<ref>Λογγίνος «Περί ύψους» σ. 15, Φιλολογική ομάδα Κάκτου ISBN 960-352-956-7</ref>

Ρητό ορισμό του ύψους ο Λογγίνος δεν δίνει. Μέσα κυρίως από παραδείγματα και από ειδικές επισημάνσεις του τρόπου με τον οποίο αυτό εκδηλώνεται διαγράφει την έννοιά του: Πραγματικά μεγάλο είναι αυτό που μας προκαλεί μεγάλη αλλαγή, που είναι δύσκολο, ή μάλλον αδύνατο, να του αντισταθείς και που η ανάμνησή του είναι ισχυρή και δυσεξάλειπτη. Εν γένει, να θεωρείς ωραίο και ''αληθινό ύψος'' αυτό που αρέσει για πάντα και στους πάντες. [7.4] Έτσι μπορούμε να πούμε:
*Το ύψος δεν συνδέεται αποκλειστικά με τον ''υψηλό χαρακτήρα'' του λόγου (του οποίου κύριοι εκπρόσωποι αναδείχτηκαν ο [[Πίνδαρος]], ο [[Αισχύλος]] και ο [[Γοργίας]]). Μπορούμε να το συναντήσουμε και σε έργα που ανήκουν είτε στον ''μέσον'' είτε ακόμα και στον ''ισχόν χαρακτήρα'' σε στιγμές όπου αυτά φτάνουν σε μια εκφραστική ή ηθική κορύφωση. Τα υπερφυή έργα άλλωστε δεν πείθουν, αλλά εκστασιάζουν τους ακροατές τους. [1.4.2] 
*Όλα τα έργα ενός έργου δεν είναι κατ΄ ανάγκη «ισοϋψή». Η κορύφωση μπορεί να αφορά μια συγκεκριμένη -μικρότερη ή μεγαλύτερη- στιγμή τους, ακόμα και μια μεμονωμένη φράση τους. Οτιδήποτε οδηγεί τον ακροατή των λόγων σε έκσταση είναι υψηλό, χωρίς άλλες προϋποθέσεις.
*Η τάση προς τη μεγαληγορία και το υψηλό είναι μεν έμφυτη, καλλιεργείται όμως με τη συνεχή τριβή και μελέτη του δημιουργού. Γενικός όρος είναι η υπεροχή της προσωπικότητας του συγγραφέα, η προσήλωσή του στις αιώνιες αξίες, η μεγαλοφροσύνη του. «Το ύψος είναι ο [[αντίλαλος]] της μεγαλοφροσύνης», λέει ρητά ο Λογγίνος.

==Υψηγορίες ==
Πέντε είναι, θα έλεγε κάποιος, οι κατ΄εξοχήν γόνιμες πηγές της υψηγορίας, και των πέντε τούτων μορφών υπόκειται, σαν κοινό έδαφος, η εκφραστική ικανότητα, χωρίς την οποία δεν γίνεται απολύτως τίποτα. Πρώτη και κυριότερη η δύναμη για τη δημιουργία διανοημάτων. Δεύτερο το έντονο και ενθουσιώδες πάθος. Οι δύο παραπάνω πηγές είναι κατά κύριο λόγο εγγενείς, ενώ οι υπόλοιπες οφείλονται και στη θεωρητική μελέτη.
===Έμφυτες===
*Η δύναμη για τη δημιουργία διανοημάτων
Πρώτη και κυριότερη η δύναμη για τη δημιουργία διανοημάτων, όπως έχω ορίσει και στα γραφτά μου για τον Ξενοφώντα.

Η ''διάνοια'' δηλώνει τους λόγους σε σχέση με το περιεχόμενό τους. Στο περιεχόμενο της διανοίας υπάγονται κατά κύριο λόγο η ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας, μέσω της οποίας το δρων πρόσωπο προβάλλει και στηρίζει τις απόψεις του και η ανάπτυξη των καθολικότερης σημασίας σκέψεων.<ref>[[Αριστοτέλης]], [http://el.wikisource.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%AF_%CE%A0%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82 Περί Ποιητικής, «εντολή, ευχή, διήγησις, απειλή, ερώτησις, απόκρισις»]</ref>

* Το έντονο και ενθουσιώδες πάθος
Υπάρχουν κάποια στοιχεία που ο Καικίλος τα παρέλειψε, όπως, ας πούμε το πάθος. Αν όμως θεώρησε ότι και τα δύο τούτα είναι ένα και το αυτό, το ϋψος και το πάθος, και ότι το ένα συνυπάρχει με το άλλο και έχουν κοινή φυσική προέλευση, σφάλλει:
Πράγματι υπάρχουν πάθη που αποδεικνύονται απομακρυσμένα από το ύψος και ταπεινά, όπως ο οίκτος, η λύπη και ο φόβος, και τανάπαλιν πολλά ύψη δίχως πάθος, όπως, ανάμεσα σε αμέτρητα άλλα, αυτά που παράτολμα γράφει ο ποιητής για τους [[Αλωάδες]]:

{{Ρήση|Θέλησαν την [[Όσσα]] πάνω στον [[Όλυμπος|Όλυμπο]] να βάλουν και πάνω από την Όσσα<br>
το [[Πήλιο]] με τις τρεμάμενες φυλλωσιές για να μπορέσουν ν΄ ανέβουν στον ουρανό}}

και το ακόμα σοβαρότερο από τα παραπάνω που ακολουθεί : και παραλίγο να το πετύχουν.<ref>[[Οδύσσεια]] λ΄317</ref>[8.2.8]

Για μη φανώ φορτικός, συνεχίζει ο συγγραφέας, παραθέτω ένα ακόμα εδάφιο από τον ποιητή, από εκείνα που αφορούν έργα ανθρώπων, και τούτο για να καταλάβεις (Τερεντιανέ) ότι αυτός συμβαδίζει με τις ηρωικές αφηγήσεις του. Ομίχλη αίφνης και νύχτα αδιάβατη στο ποίημά του εμποδίζει τους Έλληνες (sic) μαχητές· τότε λοιπόν, ο [[Αίας]] μη ξέροντας τι να κάνει:

:::::::::«Δία πατέρα (λέει), σώσε απ΄την ομίχλη τους γιούς των Αχαιών
:::::::::κάνε αιθρία κι άφησέ μας να δούμε με τα μάτια μας·
:::::::::και σ΄ αιθρία μέσα να μας καταστρέψεις (<small>ποίησον δ΄ αίθρην, εν δέ φάει όλεσσον»</small>.<ref>[[Ιλιάδα]], Ρ 645-647</ref>
  
Πάθος αντάξιο του Αίαντα, στ΄ αλήθεια, γιατί δεν προσεύχεται να ζήσει (τέτοιο αίτημα θα ήταν κατώτερο του ήρωα), αλλά επειδή μέσα στην απραξία τού σκοταδιού δεν μπορεί να διοχετεύσει την ανδρεία του σε καμιά ευγενή πράξη και γι΄αυτό αγανακτεί που μένει άπραγος για τη μάχη και παρακαλεί να΄ρθει το φως το συντομότερο, έστω και αν αντίπαλός θα είναι ο Δίας.[9.10.6]

===Επίκτητες===
*Υπερβατά
Στο ίδιο είδος πρέπει να τοποθετηθούν και τα υπερβατά. Πρόκειται για τη μετακίνηση λέξεων ή νοημάτων από τη σειρά που επιβάλλει η αλληλουχία τους, και μοιάζει με [...] το πιο αληθινό γνώρισμα του αγωνιώδους πάθους. Όπως αυτοί που νιώθουν στ΄ αλήθεια οργή ή φόβο ή αγανάκτηση ή ζήλια ή κάποιο άλλο συναίσθημα (πολλά και αμέτρητα είναι τα πάθη, κανείς δεν μπορεί να πει πόσα) κάθε φορά οδηγούνται σε κάτι άλλο και, ενώ άλλα θέλουν να πουν, σε άλλα μεταπηδούν τις περισσότερες φορές, κάνουν αδικαιολόγητες παρεμβολές και μετά ξαναγυρνούν σ΄ αυτό που έλεγαν αρχικά· η αγωνία τους, σαν τον ακατάστατο αέρα, τους πάει πέρα δώθε με ορμή, κι αυτοί κάνουν αμέτρητες και κάθε λογής αλλαγές στη σειρά των λέξεων, των νοημάτων, της από τη φυσική αλληλουχία προκύπτουσας διάταξης· κατά το ίδιο τρόπο οι καλύτεροι συγγραφείς χρησιμοποιούν τα ''υπερβατα'' μιμούμενοι τα έργα της φύσης. Η τέχνη πράγματι φτάνει στην τελείωσή της όταν μοιάζει να είναι φύση, και όσο για τη φύση, αυτή επιτυγχάνεται όταν κλείνει μέσα της λανθάνουσα την τέχνη. Όπως λέει στο έργο του [[Ηρόδοτος|Ηροδότου]]<ref>[[Ηρόδοτος]], ΣΤ΄, 11 [http://el.wikisource.org/wiki/%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CE%B9_(%CE%97%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%BF%CF%85)/%CE%95%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8E  Ιστορίαι]</ref> ο [[Διονύσιος ο Φωκαεύς]]: <br>
:::::«Η κατάστασή μας βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, [[Ίωνες]], να είμαστε ελεύθεροι ή δούλοι
::::: και μάλιστα δούλοι που είχαν δραπετεύσει. Αν λοιπόν δεχτείτε να υποστείτε τις ταλαιπωρίες<br> της υπόθεσης αυτής τώρα, στην αρχή πρέπει να κοπιάσετε, αλλά θα καταφέρετε να νικήσετε<br> τους εχθρούς σας»
Η φυσική σειρά θα είχε ως εξής: «Ίωνες, τώρα είναι η στιγμή να υποστείτε τους κόπους· γιατί η κατάστασή μας βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού». Εκείνος όμως μετακίνησε το «Ίωνες»· έκανε δηλαδή την εισαγωγή του με στοιχείο που προκαλούσε τον φόβο, σαν να έδειχνε ότι η αιτία του δέους είναι τόσο άμεση που δεν προλαβαίνει να προσφωνήσει εξ αρχής τους ακροατές. Στη συνέχεια άλλαξε τη σειρά των νοημάτων. Προτού δηλαδή τους πει ότι πρέπει να κοπιάσουν (γιατί σε αυτό πραγματικά τους προτρέπει) σε πρώτο στάδιο αναφέρει την αιτία για την οποία πρέπει  να κοπιάσουν, λέγοντας ότι «η κατάσταση μας βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού», ώστε να μη δώσει την εντύπωση ότι τα έχει προσχεδιάσει αλλά ότι αναγκάζεται να μιλήσει έτσι.
Ακόμα περισσότερο ο [[Θουκυδίδης]] είναι ικανότατος μέσω των υπερβατών να διαχωρίζει μεταξύ τους στοιχεία που είναι οπωσδήποτε από τη φύση τους ενωμένα και αξεχώριστα. Όσο για τον [[Δημοσθένης|Δημοσθένη]], αυτός δεν είναι τόσο αυθαίρετος σαν τον προηγούμενο, αλλά προκειμένου για τον εν λόγω σχήμα είναι ακόρετος και στα υπερβατά του φαίνεται να έχει ιδιαίτερη ένταση.[22]
*Πολύπτωτα σχήματα
Όσο για τα λεγόμενα ''πολύπτωτα σχήματα'', τους αθροισμούς, τις μεταβολές και τις κλίμακας{{cref|β}} αυτά είναι ενδεικτικά αγωνιστικότητας και καλολογίας και εν γένει συντελούν στο να έχει ο λόγος ύψος και πάθος. Οι εναλλαγές πτώσεων,<ref>[[Αριστοτέλης]], [http://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CE%B9 Κατηγορίες 1a 13.]</ref> χρόνων, αριθμών, γενών πως εν τέλει χαρίζουν στολισμό και ενάργεια στο ύφος; Λέω επίσης σχετικά με τις εναλλαγές των αριθμών ότι στο λόγο δεν προσδίδουν στολισμό μόνο αυτά που τυπικώς είναι στο ενικό αλλά ουσιαστικά, αν τα προσέξεις, δηλώνουν πληθυντικό. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι μπορείς (Τεραντιανέ) να συναντήσεις τύπους του πληθυντικού ακόμα πιο μεγαλοπρεπείς, που με τη ποσοτική τους διάσταση δημιουργούν εντονότερα αισθήματα:

::::::::{{Απόσπασμα|Βγήκανε Έκτορες και Σαρπηδόνες<ref>Αδέσποτα, απ. 289 (Nauk)</ref>}}

*Περίφραση
Με το ότι, τώρα, η περίφραση δημιουργεί ''υψηγορία'' δεν νομίζω να διαφωνεί κανείς. Όπως δηλαδή στη μουσική με τα λεγόμενα παράφωνα {{cref|γ}} γίνεται πιο ευχάριστος ο βασικός ήχος, έτσι και η περίφραση πολλές φορές, εναρμονιζόμενη με την κυριoλεξία, δίνει ήχο με αυξημένο το ευχάριστο στοιχείο, και μάλιστα όταν δεν έχει παραφουσκώματα και αμουσίες αλλά ωραία σύγκραση. Ο Πλάτων είναι σε θέση να το τεκμηριώσει με την εισαγωγή του «Επιταφίου του» :«Οι νεκροί αυτοί τιμήθηκαν έμπρακτα όπως τους άρμοζε και με τις τιμές αυτές πορεύονται το δρόμο του πεπρωμένου τους, αφού ξεπροβοδίστηκαν δημόσια με τη συμμετοχή της πόλης και από τους συγγενείς τους ξεχωριστά<ref>[[Πλάτων]], [[Μενέξενος]], [http://el.wikisource.org/wiki/Μενέξενος_  #p236d 236d]</ref>» Ονόμασε λοιπόν τον θάνατο δρόμο του πεπρωμένου και τις καθιερωμένες προσφορές δημόσιο κατευόδιο από την πατρίδα. Δεν έδωσε λοιπόν μ΄ αυτά μέγεθος και νόημα; Δεν πήρε γυμνή την έκφραση και της έδωσε μελωδικότητα σαν να περιέχεσε σ΄αυτήν ως αρμονία το ωραίο μέλος της περίφρασης; [28]

Η περίφραση πάντως μπορεί να αποδειχτεί το πιο βλαβερό απ΄όλα τα σχήματα, αν ξεπεράσει κάποιο μέτρο. Τότε δηλαδή ο λόγος γίνεται αμέσως νωθρός, όζει κενότητας και παχύτητος. Γι΄αυτό και τον Πλάτωνα (ρέπει πράγματι προς το σχήμα αυτό και κάποτε χρησιμοποιεί σε λάθος στιγμή -αυτόθι), επειδή στους «Νόμους» γράφει: «Δεν πρέπει ν΄αφήνουμε να εγκαθίσταται και να κατοικεί στην πόλη μας ο πλούτος, αργυρός ή χρυσός»,<ref>[[Πλάτων]], Νόμοι,[http://el.wikisource.org/wiki/Νόμοι/Ζ_  #p801b 801b]</ref> τον ειρωνεύονται λέγοντας ότι, αν απαγόρευε την απόκτηση προβάτων, θα μιλούσε, όπως φαίνεται, για πρόβειο και για βοδινό πλούτο. 
Είναι γεγονός ότι όλα αυτά κάνουν τους λόγους περισσότερο παθητικούς και συναισθηματικούς, ενώ το πάθος μετέχει του ύψους όσο η [[ηθογραφία]] μετέχει της ευχάριστης αφήγησης.[29.1]

==Σύνθεση των εκφράσεων==
Στο σημείο αυτό είμαι αναγκασμένος να προσθέσω μόνο για τους ανθρώπους η αρμονία δεν είναι απλώς μια φυσική συμβολή για την για την πειθώ και την ηδονή, αλλά και ένα αξιοθαύμαστο όργανο μεγαληγορίας και πάθους. Ο αυλός λοιπόν εμβάλλει κάποια πάθη στην ψυχή των ακροατών και τους κάνει, θα λέγαμε, να χάνουν τον νου τους και να πληρούνται από [[Κορύβαντες|κορυβαντικό ενθουσιασμό]], ενώ, δίνοντας τη βάση του ρυθμού, υποχρεώνει τον ακροατή, «ακόμα και αν είναι άμουσος»<ref>Στίχος από την τραγωδία του [[Ευριπίδης|Ευριπίδη]] ''Σθενέβοια'' που σώζεται αποσπασματικά</ref> τελείως να ακολουθεί στην πορεία του τον ίδιο ρυθμό και μαζί να εξομοιώνεται με τη μελωδία.

Είναι πράγματι θαυμαστή, η σκέψη με την οποία ο [[Δημοσθένης]] κάνει τον επίλογο του ψηφίσματός του: <br>
::: «Τούτο το ψήφισμα τον τότε την πόλη απειλούντα κίνδυνο έκανε ωσάν νέφος» <ref>[[Δημοσθένης]], Περί του στεφάνου, 188</ref>
Η έκφραση βασίζεται τόσο στη σκέψη που περιέχει όσο και στην [[αρμονία]] της. Πράγματι, ολόκληρη ειπώθηκε σε δακτυλικούς ρυθμούς, που είναι οι κατ΄ εξοχήν ευγενείς και δημιουργικοί τού μεγέθους· γι αυτό και συγκροτούν το ηρωικό{{cref|δ}} μέτρο, το ωραιότερο απ΄ όσα γνωρίζουμε. Μετακίνησέ το [...] λοιπόν από την κανονική του σειρά: «Τούτο το ψήφισμα ωσάν νέφος έκανε τον τότε κίνδυνο να φύγει» ή, μα το Δία, κόψε μια συλλαβή: «Έκανε να φύγει ως νέφος» και θα καταλάβεις πόσο συνηχεί η αρμονία με το ύψος. Η έκφραση δηλαδή «ωσάν νέφος» προχωρεί με τον μικρό πόδα, που αναπτύσσεται σε τέσσερις χρόνους. Αν κόψεις την μια συλλαβή «ως νέφος», με τη συγκοπή ακρωτηριάζεται αμέσως το μέγεθος. Και τανάπαλιν, αν προσθέσεις μία συλλαβή «να φύγει έκανε ωσάν το νέφος», μπορεί το νόημα να διατηρείται, αλλά δεν ακούγεται πια το ίδιο, γιατί με την επιμήκυνση των τελευταίων χρόνων της φράσης επέρχεται συνάμα η λύση και η χαλάρωση του απότομου ύψους. [39].

==Υφολογική καθαρότητα==
Εμπρός, όμως, ας πάρουμε ένα συγγραφέα αληθινά αλάνθαστο και άμεμπτο. Δεν αξίζει να εξετασθεί το ζήτημα συνολικά, δηλαδή ποιο από τα δύο είναι εν τέλει καλύτερο στα ποιήματα και στα πεζογραφήματα: το ''μέγεθος'' που κατά καιρούς παρουσιάζει σφάλματα ή η μέτρια επιτυχία που είναι ως προς όλα υγιής και δεν ξεπέφτει σε λάθη; Κι ακόμα πιο από τα δύο θα δικαιούνταν το πρωτείο στην τέχνη του λόγου: οι αρετές που πλεονεκτούν ποσοτικώς ή αυτές που πλεονεκτούν ποιοτικώς;  Τα παραπάνω πράγματι συνδέονται με τους περί ύψους συλλογισμούς και οπωσδήποτε πρέπει να το ξανασκεφτούμε. Είμαι της γνώμης ότι οι σπουδαιότερες αρετές, ακόμα κι αν δεν είναι εξομαλυσμένες εντελώς, έχουν πάντοτε υπέρ αυτών την κρίση για το πρωτείο λόγω ακριβώς της μεγαλοφροσύνης τους, αν όχι για τίποτε άλλο. Άμεπτος ποιητής είναι βέβαια ο [[Απολλώνιος ο Ρόδιος|Απολλώνιος]] στους «[[Αργοναύτες]]» του και κατ΄εξοχήν επιτυχής ο [[Θεόκριτος]] στα βουκολικά ποιήματά του, εξαιρέσει λίγων εξωτερικών στοιχείων. Ο [[Ερατοσθένης ο Κυρηναίος|Ερατοσθένης]] επίσης με την «[[Ηριγόνη]]» (ένα έλασσον ποίημα αλάνθαστο στο σύνολό του) αναδεικνύεται καλύτερος ποιητής από τον [[Αρχίλοχος|Αρχίλοχο]], έστω κι αν ο τελευταίος παρασέρνει με το λόγο του πολλά και ανοικονόμητα πράγματα, αναδεικνύεται καλύτερος από την έκρηξη εκείνη του δαιμόνιου πνεύματος η οποία δύσκολα υπάγεται σε κανόνες.
==Το εκφραστικό μέρος==
Επειδή το νόημα του λόγου και η διατύπωσή του αναλύονται κατά κανόνα το ένα μέσω του άλλου, ας πάμε να εξετάσουμε ό,τι τυχόν μας απομένει σε σχέση με το φραστικό μέρος. Το ότι η εκλογή των σωστών και μεγαλοπρεπών λέξεων παρασύρει αξιοθαύμαστα και μαγεύει τους ακροατές, το ό,τι αποτελεί κορυφαία μέριμνα κάθε ρήτορα και συγγραφέα, επειδή χαρίζει στον λόγο μέγεθος και μαζί χάρη, απλότητα, βαρύτητα, δύναμη, επιβάλλον κι ακόμα κάποια μορφής γλαφυρότητα, σαν κι αυτή που δίνει το χρώμα της στα ωραιότερα αγάλματα, και το ότι δίνει, θα λέγαμε, στα πράγματα ψυχή που μιλέι, όλα αυτά ίσως παρέλκει να τα αναπτύξω, αφού τα γνωρίζεις. Πραγματικά οι ωραίες λέξεις{{cref|ζ}} είναι το φως της σκέψης. Ωστόσο δεν χρειαζόμαστε πάντοτε το όγκο τους, αφού το να περιβάλλεις μικρά ζητήματα με σπουδαίες και σοβαρές λέξεις μοιάζει το ίδιο με το να βάζει κάποιος ένα μεγάλο τραγικό προσωπείο σε ένα νήπιο.

Μερικές φορές οι κοινές εκφράσεις είναι κατά πολύ σαφέστερες της καλλιέπειας γιατί τις καταλαβαίνει κάποιος με βάση την καθημερινή του γλώσσα και αυτό στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι μας φαίνεται πιο αξιόπιστο. Για εκείνον λοιπόν που η πλεονεξία του τον κάνει ν΄ αντέχει καρτερικά και με ευχαρίστηση τις ασχημίες και τις ποταπότητες το «καταπίνει τα δυσάρεστα» γίνεται κατανοητό με μεγάλη ευκρίνεια. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τις ακόλουθες φράσεις από τον [[Ηρόδοτος|Ηρόδοτο]]. Λέει: «Ο Κλεομένης μάνιασε και μ΄ ένα μικρό ξίφος έκοψε τη σάρκα του κομματάκια μέχρι που ξέσκισε σε λουρίδες όλο του το σώμα και πέθανε». Και: «Ο Πύθης πολεμούσε πάνω στο πλοίο μέχρι που κατασφάχτηκε ολόκληρος»<ref>[[Ηρόδοτος]] ό.π. ΣΤ΄, 75 και Ζ΄, 181</ref> Τα παραπάνω πράγματι περνούν ξυστά από τη χυδαιότητα, αλλά δεν γίνονται χυδαία επειδή έχουν ουσιαστική σημασία.

*Χρήση μεταφορών
Σχετικά με το πλήθος των μεταφορών{{cref|η}} ο Καικίλος προφανώς συμφωνεί με εκείνους που θεσπίζουν ότι στο ίδιο χωρίο πρέπει να χρησιμοποιούνται δύο, το πολύ τρεις. Και σε αυτό το ζήτημα ας ακολουθήσουμε τον [[Δημοσθένης|Δημοσθένη]]. Η σωστή στιγμή για να τις χρησιμοποιήσουμε είναι στα σημεία όπου τα πάθη, όμοια με χείμαρρο, ορμούν κι εκεί ακριβώς παρασέρνουν μαζί τους, ως κάτι αναγκαίο και το μεγάλο πλήθος των μεταφορών. Λέει: «Άνθρωποι μιαροί και κόλακες, που ο καθένας τους ακρωτηρίασε την πατρίδα του, που ήπιαν την ελευθερία τους τσουγκρίζοντας τα ποτήρια πρώτα με τον Φίλιππο και τώρα με τον Αλέξανδρο, που μέτρο της ευδαιμονίας τους έχουν την κοιλιά τους και τα πιο ευτελή ένστικτά τους, ενώ την ελευθερία τους και το να μην έχουν αφέντες -αυτά δηλαδή που οι παλιότεροι Έλληνες τα είχαν ορισμούς και κανόνες του αγαθού- τα κατέλυσαν».<ref>[[Δημοσθένης]],  Περί του στεφάνου, 296</ref> Εδώ οι πολλές μεταφορές σκεπάζονται από το θυμό του ρήτορα εναντίον των προδοτών. Γι΄ αυτό ακριβώς ο [[Αριστοτέλης]] και ο [[Θεόφραστος]] λένε ότι τις πολύ σκληρές μεταφορές μπορούν κατά κάποιο τρόπο να τις μαλακώσουν φράσεις του είδους «όπως ακριβώς», «σαν να», «αν πρέπει να μιλήσω κατ΄αυτό τον τρόπο», «αν πρέπει να μιλήσω πιο τολμηρά». Ο μετριασμός, λένε, θεραπεύει την υπερβολική τολμηρότητα.

==Η δημοκρατία είναι η καλή τροφός των μεγάλων ανθρώπων κεφ. 44==
Εκείνο λοιπόν που απομένει να προσθέσω για χάρη της ορθής μάθησής σου, φίλτατε Τερεντιανέ, δεν θα διστάσω να το επεξηγήσω, αυτό που μου ζήτησε πρόσφατα και κάποιος φιλόσοφος λέγοντάς μου: «Μου φαίνεται παράδοξο, όπως ασφαλώς φαίνεται και σε πολλούς άλλους, πως συμβαίνει τέλος πάντων και στην εποχή μας εμφανίζονται χαρακτήρες κορυφαίοι στην πειθώ των λόγων και στην πολιτική, επιβλητικοί, νοήμονες, ιδιαιτέρως παραγωγικοί ως προς το ευχάριστο λόγο, ενώ χαρακτήρες υψηλότατοι και πάνω από τα καθιερωμένα, πλην σπανίων περιπτώσεων, δεν εμφανίζονται πια» [44.1]. Τόσο μεγάλη και παγκόσμια αφορία λόγων πλήττει την εποχή μας. Μα τον Δία, συνέχισε, «μήπως πρέπει στ΄ αλήθεια να πιστέψουμε εκείνο το πολυθρύλητο, ότι η δημοκρατία είναι η καλή τροφός των μεγάλων ανθρώπων και ότι μόνο μαζί με αυτήν εμφανίζονται και μαζί με αυτήν εκλείπουν οι μεγάλοι του λόγου;» Πράγματι, όπως λέγεται, η ελευθερία μπορεί να θρέψει το φρόνημα των μεγαλοφρόνων και να τους δημιουργήσει ελπίδες και ταυτόχρονα να παρακινήσει την προθυμία τους για την άμιλλά τους ενός προς τον άλλον και τη φιλοδοξία για τα πρωτεία. Επίσης, λόγω των βραβείων που είναι θεσπισμένα στα δημοκρατικά πολιτεύματα, τα ψυχικά προτερήματα των δημόσιων ομιλητών ακονίζονται με τη μελέτη και είναι σαν να υφίστανται διαρκή τριβή που τους χαρίζει, μέσα στην ελευθερία, όπως είναι φυσικό κατά την πολιτική πρακτική, τη λάμψη τους. Οι σημερινοί άνθρωποι όμως, είπε, «μοιάζουμε σαν από παιδιά να διδαχτήκαμε τη δουλεία που μας ταιριάζει, και μόνο που δεν μας σπαργάνωσαν, εξ απαλών ακόμα φρονημάτων»,{{cref|ε}} με τις ίδιες ταπεινές συνήθειες και ασχολίες, έτσι που δεν έχουμε γευτεί το ωραιότερο και γονιμότερο νάμα των λόγων, θέλω να πω: την ελευθερία· για τούτο, είπε, το «μόνο που γινόμαστε εν τέλει είναι μεγαλοφυείς κόλακες». Αυτή είναι η αιτία, έλεγε, που, ενώ άλλες ενασχολήσεις θα μπορούσαν να ασκηθούν από υπηρέτες, κανένας δούλος δεν μπορεί να γίνει ρήτορας. «Διότι αμέσως αναβιώνει μέσα του η έλλειψη παρρησίας και συνηθισμένος όπως είναι να δέχεται πάντοτε χτυπήματα, μοιάζει σαν να τον φρουρούν. «Τη μισή αρετή», σύμφωνα με τον Όμηρο, την χάνεις την ημέρα που υποδουλώνεσαι».<ref>[[Οδύσσεια]], ρ΄ 322-323</ref> Αν βέβαια είναι αλήθεια αυτό που ακούω: είπε, «για εκείνα τα στενά κλουβιά όπου ζουν οι [[Πυγμαίοι]], οι λεγόμενοι νάνοι, ότι δηλαδή όχι μόνο εμποδίζουν την ανάπτυξή των έγκλειστων, αλλά και ότι αυτοί από τα δεσμά που ζώνουν το σώμα τους μαζεύουν ακόμα περισσότερο, έτσι κάθε μορφή δουλείας, ακόμα και την πιο δίκαιη θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάποιος κλουβί της ψυχής και κοινό δεσμωτήριο.» Τότε πήρα το λόγο και του είπα:

Είναι εύκολο, αγαπητέ μου, και ίδιον του ανθρώπου να μέμφεται την εκάστοτε υπάρχουσα κατάσταση. Κοίταξε όμως μήπως δεν είναι η οικουμενική  ειρήνη ([[Pax Romana]]) αυτή που διαφθείρει τις μεγάλες φύσεις, αλλά πολύ περισσότερο τούτους ο ατέλειωτος πόλεμος που κυριεύει τις επιθυμίες μας και μαζί με αυτόν, μα το Δία, τα πάθη που φρουρούν τη σύγχρονη ζωή, αυτά που την άγουν και την φέρουν στο χείλος της καταστροφής. Η φιλοχρηματία, από την οποία όλοι μέσα στην απληστία μας νοσούμε και η φιληδονία μάς έχουν δούλους τους ή, καλύτερα, θα μπορούσαμε να πούμε, βυθίζουν την ζωή μας αύτανδρη, καθώς η φιλαργυρία είναι νόσημα που μας κάνει μικρούς, ενώ η φιληδονία μάς κάνει τιποτένιους. Σκέφτομαι, μα δεν μπορώ να βρω πως γίνεται να εκτιμούμε τον απεριόριστο πλούτο,ή για να μιλήσω πιο αληθινά να τον αποθεώνουμε, αλλά να μην αποδεχόμαστε τα σύμφυτά του κακά που μπαίνουν στις ψυχές μας. Τον άμετρο και ακόλαστο πλούτο τον παρακολουθεί στενά -δεν φεύγει από κοντά του- η πολυτέλεια, κι όταν εκείνος ανοίγει τις εισόδους των πόλεων και των σπιτιών, ταυτόχρονα μπαίνει κι αυτή και γίνεται συγκάτοικός του. Καθώς αυτά χρονίζουν μέσα στη ζωή μας, γεννούν τους νεοσσούς τους, σύμφωνα με τους σοφούς, και γρήγορα γεννούν την πλεονεξία, τη ματαιοδοξία και την τρυφηλότητα, τέκνα τους όχι νόθα αλλά απολύτως γνήσια. Αν μάλιστα αφήσει κάποιος τους απογόνους τούτους του πλούτου να μεγαλώσουν, αυτοί γεννούν ευθύς μέσα στις ψυχές των ανθρώπων αμείλικτους αφέντες την ύβρη, την παρανομία και την αναισχυντία. Αυτή είναι η αναπόφευκτη εξέλιξη τούτων των πραγμάτων και οι άνθρωποι δεν σηκώνουν πια το βλέμμα προς υψηλά{{cref|στ}} ούτε η υστεροφημία τους σημαίνει κάτι γι΄ αυτούς, αλλά μέσα στον κύκλο των γεγονότων του είδους αυτού ολοκληρώνεται λίγο-λίγο η καταστροφή της ζωής τους,  με τη φθίση και τον μαρασμό του ψυχικού μεγαλείου, που γίνεται κάτι για το οποίο κανείς δεν ενδιαφέρεται, αφότου όλοι θαυμάζουν τα θνητά μέρη του εαυτού τους, παραμελώντας την ανάπτυξη των αθανάτων. Τη στιγμή λοιπόν που σ΄ ένα δικαστήριο αυτός που δωροδοκείται δεν μπορεί πια να είναι ελεύθερος και υγιής κριτής για το δίκαιο και το σωστό (αναγκαστικά ο δωροδοκημένος σωστά και δίκαια θα νομίζει τα δικά του, ενώ τα ξένα άδικα και κακά), τώρα πια η ζωή του καθενός μας επιβραβεύεται στο σύνολό της από τις εξαγορές, από τα κέρδη που προσφέρει ο θάνατος ενός ξένου, από την παραχάραξη των διαθηκών, τώρα που ο καθένας μας, ανδράποδο της φιλοχρηματίας, αγοράζει το κέρδος, απ΄ όπου κι αν προέρχεται αυτό, με αντίτιμο την ψυχή του, μέσα στη φοβερή επιδημία διαφθοράς που μαστίζει τη ζωή μας, εξακολουθούμε άραγε να νομίζουμε ότι έχει απομείνει κανείς ελεύθερος και αδέκαστος κριτής για τα μεγάλα ζητήματα που τείνουν στην αιωνιότητα και ότι δεν έχει ανατρέψει την επιθυμία της πλεονεξίας; Ίσως είναι καλύτερο άνθρωποι του δικού μας είδους να εξουσιάζονται παρά να είναι ελεύθεροι· αν οι διαθέσεις που μας κάνουν πλεονέκτες ελευθερώνονταν, σαν αυτούς που βγαίνουν από τις φυλακές, θα στρέφονταν σίγουρα εναντίον του διπλανού μας και θα γέμιζαν με συμφορές όλο το κόσμο. Αυτό που καταστρέφει τελείως τους σημερινούς χαρακτήρες, είπα, είναι η [[ραθυμία]], στην οποία όλοι, πλην ολίγων, εγκαταβιούμε και άλλος λόγος για να κοπιάσουμε ή να αναλάβουμε κάποιο ζήτημα δεν υπάρχει εκτός από τον έπαινο και την ηδονή- ποτέ δεν είναι η αξιοζήλευτη και αξιότιμη επιδίωξη του ωφέλιμου. Καλύτερα να τα αφήσουμε στην τύχη τους και να προχωρήσουμε στα επόμενα.

==Σημειώσεις==
{{cnote|α|Το παγερό λεκτικό ύφος προκαλείται από τέσσερις αιτίες, η πρώτη από τις οποίες είναι η χρήση σύνθετων λέξεων, όπως ο [[Λυκόφρων]] ομιλεί, επί παραδείγματι για «τον πολυπρόσωπο ουρανό της μεγαλοκορύφου Γης» και για τη «στενοπόρο ακτή»... Μια άλλη αιτία είναι η χρήση απαρχαιωμένων λέξεων, όπως ο Λυκόφρων ονομάζει επί παραδείγματι, τον Ξέρξη «πελώριο άντρα, ενώ λέει ότι ο [[Σκίρων]] είναι «άνθρωπος ολετήρας.. Τρίτη αιτία είναι η χρήση απομακρυσμένων [από το ουσιαστικό που προσδιορίζουν] είτε άστοχων είτε άφθονων επιθέτων.. Η τετάρτη, τέλος, αιτία του ''ψυχρού ύφους'' έχει να κάνει με μεταφορές, διότι υπάρχουν και μεταφορές αταίριαστες, άλλες για το λόγο ότι έχουν κάτι το γελοίο  και άλλες για το λόγο ότι έχουν κάτι υπερβολικά σοβαρό και τραγικό, ενώ, αν οι μεταφορές απομακρύνονται από το θέμα, είναι ασαφείς»
<ref>[[Αριστοτέλης]], [http://el.wikisource.org/wiki/%CE%A1%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/3 Ρητορική/3, 1405b 35 κ.ε.]</ref>}}

{{cnote|β|[[Πλούταρχος]], ''Πότερον Αθηναίοι κατά πόλεμον ή κατά σοφίαν ενδοξότεροι'' 351Α: «...Ο Ισοκράτης καθόταν στο σπίτι του και επιμελούνταν τις λέξεις του βιβλίου του, σε διάστημα ίσο με αυτό που ο [[Περικλής]] χρειάστηκε για ν΄ αναγείρει τα Προπύλαια και τους ναούς που είχαν μήκος εκατό πόδια»}}

{{cnote|γ|''Παραφωνία'': όταν δύο ανόμοιοι φθόγγοι «παίζονταν» μαζί και δεν αποτελούσαν διαφωνία (παραφωνία για μας)·ώστε η συμφωνία δύο ανόμοιων φθόγγων»<ref>Γιώργος Τσάγκαρης, Λεξικό της αρχαίας ελληνικής Μουσικής και Ορχηστικής, λ. παραφωνία, εκδ. Κάκτος, 1999</ref>}}

{{cnote|δ|Κατά τον [[Αριστοτέλης|Αριστοτέλη]], η επικράτηση του ηρωικού μέτρου στην εποποιία δεν υπήρξε αποτέλεσμα υλοποίησης των καθορισμών κάποιου εκ των προτέρων κανόνα, αλλά η ίδια η φύση οδήγησε την εποποιία να ασπαστεί το μεγαλοπρεπέστερο απ΄ όλα τα μέτρα, που για τον λόγο αυτό την καθιστά περισσότερο από κάθε άλλο είδος δεκτική ιδιωματικών λέξεων και μεταφορών.}}

{{Cnote|ε|Κατά το «εξ απαλών ονύχων» και το «εξ απαλών φρονημάτων» : από την εποχή που οι ιδέες μας ήταν εύπλαστες· από την νεαρή, πνευματικά, ηλικία.}}

{{cnote|στ|«Όσοι συνεπώς δεν γνωρίζουν τι είναι φρόνηση και αρετή, αλλά πάντα παίρνουν μέρος σε φαγοπότια και σε όλα τα συναφή, κατευθύνονται, καθώς φαίνεται, συνεχώς προς τα κάτω, και περιπλανιούνται σ΄αυτό το διάστημα για όλη τη ζωή τους, χωρίς να μπορέσουν να φτάσουν στο αληθινό επάνω ούτε να στρέψουν το βλέμμα τους προς τα πάνω για να το δουν ποτέ ούτε ν΄ ανυψωθούν οι ίδιοι ούτε να πετύχουν την πραγματική πλήρωση από το αληθινό ον ούτε σταθερή και απόλυτη ηδονή να γευτούν, παρά, σαν ζώα που βόσκουν, κοιτάζοντας πάντα προς τα κάτω και σκυμμένοι στη γη  και στα τραπέζια, χορταίνουν με τροφές και σαρκικές απολαύσεις και από τις την πλεονεξία τους γι΄ αυτά κλοτσιούνται και χτυπιούνται μεταξύ τους με τα κέρατα και τις οπλές τους, από την απληστία τους».}}[[Πλάτων]], Πολιτεία, 586a<ref>[http://el.wikisource.org/wiki/Πολιτεία/Θ_ Πλάτων, Πολιτεία#p586a 586a ]</ref>

{{cnote|ζ|Ουσιαστική οδηγία του Αριστοτέλη για το επιμελημένο λεκτικό ύφος είναι το να τοποθετείται κάθε είδος στην πρέπουσα θέση. Αν προσπαθήσει κάποιος ν΄ αντικαταστήσει τις τρέχουσες λέξεις με ποιητικές (λ.χ. με το να καταφύγει στην επέκταση), το αποτέλεσμα είναι βέβαια άσχημο. Το ίδιο θα συμβεί, αν προσπαθήσει ν΄ αντικαταστήσει τους ιδιωματισμούς, τις μεταφορές κ.λ.π. του ποιητικού έργου με λέξεις της καθομιλουμένης. Ο Θεόφραστος, διάδοχος του Αριστοτέλη στη ηγεσία της [[Περιπατητική Σχολή|Περιπατητικής σχολής]], διέκρινε ως εξής τις αρετές του λόγου: Ελληνισμός, σαφήνεια, πρέπον, κατασκευή.<ref>[[Αριστοτέλης]][http://el.wikisource.org/wiki/%CE%A1%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/3 Ρητορική/3, 1404b 1 κ.ε. 8]</ref>}}

{{cnote|η|Η επιδεξιότητα του ποιητή, κατά τον Αριστοτέλη, κρίνεται προπάντων στη χρήση των μεταφορών, όπου εκ των πραγμάτων εκδηλώνει τη δημιουργική φαντασία του, πλάθοντας τέτοια σχήματα, ή τη ικανότητα διάκρισης, επιλέγοντας τις κατάλληλότερες, αφού, κατά την παρατήρηση της Ρητορικής (1405a 8) καί τό σαφές καί τό ἡδύ καί τό ξενικόν ἔχει μάλιστα ἡ μεταφορά, καί λαβεῖν ούκ ἐστιν αυτήν παρ΄ ἄλλου.}}<ref>[[Αριστοτέλης]][http://el.wikisource.org/wiki/%CE%A1%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE/3  Ρητορική/3, 1405a 8]</ref>

==Παραπομπές==
{{παραπομπές|2}}

==Βιβλιογραφία==
*W. Ryhs Roberts, Longinus on the Sumblime, Cambridge University/Press, 1899

==Εξωτερικοί σύνδεσμοι==
*[http://hodoi.fltr.ucl.ac.be/concordances/longin_du_sublime/lecture/default.htm Αρχαίο κείμενο με γαλλική μετάφραση]
*[http://www.slu.edu/colleges/AS/languages/classical/latin/tchmat/pedagogy/latinitas/lgi/lgi.html Κείμενο του «Περί του Ύψους» (σε λατινική απόδοση το έτος 1762)]
* {{Cite book
|     title = Διονυσίου Λογγίνου Περί ύψους βιβλίον : ελληνιστί συγγραφθέν: εις Ρωμαϊκήν. Ιταλικήν Γαλλικήν φωνήν συν σχολίοις - Dionysii Longini De sublimi libellus : Graece conscriptus, Latino, Italico, & Gallico sermone redditus : additis adnotationibus
| publisher = Ex typographia Johannis Alberti Tumermani
|  location = Veronae 
|      year = 1733
|       url = http://archive.org/details/dionysiouloggino00long
|accessdate = 20 Μαΐου 2012
}}
*[http://photocircle.gr/content/view/61/38/lang,el/ Γόνιμες πηγές της Υψηγορίας]

[[Κατηγορία:Αρχαία ελληνική γραμματεία]]
[[Κατηγορία:Ρωμαϊκή λογοτεχνία]]
[[Κατηγορία:Αισθητική]]