Revision 6042758 of "Μπεράτι Πισκοκεφάλου" on elwiki

{{wikidata entry}}
{{εγκυκλοπαιδικότητα}}
{{πρωτότυπη έρευνα}}
{{χωρίς παραπομπές|29|09|2016}}
{{πρωτότυπη έρευνα}}
{{επιμέλεια|1=παρουσίαση σε γλωσσικό ύφος επιστημον. ανακοίνωσης, ακατάλληλο για εγκυκλοπ. λήμμα}}
{{μορφοποίηση}}

Το 1952 ανασκάφηκε υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας στη θέση «Μπεράτι» Πισκοκεφάλου (νομός Λασιθίου/επαρχία Σητείας) κατεστραμμένο ταφικό σπήλαιο, το οποίο ήταν σε χρήση, πιθανότατα με διακοπές, από την ΥΜ ΙΙΙ Γ μέχρι την πρώιμη ανατολίζουσα περίοδο. Ήρθε στο φως πλούσια κεραμική και άλλα ευρήματα. Το επόμενο έτος πλησίον του σπηλαίου ερευνήθηκε αποθέτης αρχαϊκών χρόνων. 

=Εισαγωγή=
Το χωριό Πισκοκέφαλο βρίσκεται στο νομό Λασιθίου (επαρχία Σητείας) σε απόσταση περίπου 4 χλμ. νοτιοδυτικά της Σητείας, σε πεδιάδα που διασχίζεται από τον ποταμό Στόμιον (σημ. Παντέλης). Στην περιοχή πλησίον του σύγχρονου οικισμού έχουν έρθει στο φως σημαντικές αρχαιότητες, όπως ιερό μεσομινωικών χρόνων στο λόφο Κατρίνια (βλ. σχετικό λήμμα), λείψανα υστερομινωικής έπαυλης στη θέση «Κληματαριά» (βλ. σχετικό λήμμα), δύο ταφικά σπήλαια της πρώιμης εποχής του σιδήρου, το εδώ εξεταζόμενο στη θέση «Μπεράτι» και έτερο στη θέση «Λαγγούφα Κεφάλας» (βλ. σχετικό λήμμα), ενώ υπάρχουν και ευρήματα μεταγενέστερων εποχών (βλ. λήμμα «Κάτω Επισκοπή Πισκοκεφάλου»). Η εύφορη πεδιάδα αλλά και η εγγύτητα με τα βόρεια παράλια της Σητείας αποτελούν τις προϋποθέσεις που ευνόησαν την μακραίωνη χρήση του χώρου.  

=Η ιστορία των ανασκαφών και η συμβολή της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην έρευνα της θέσης=
Το 1952 στη θέση Μπεράτι, η οποία βρίσκεται νοτιοδυτικά του Πισκοκεφάλου και αποτελεί παλαιό εγκαταλελειμμένο συνοικισμό του τελευταίου, κατά τη διάρκεια εκβραχισμών με δυναμίτη σε λόφο πλησίον του δρόμου που οδηγεί από το Πισκοκέφαλο προς το νότια κείμενο χωριό Μαρωνιά, ήρθαν στο φως αγγεία που παραδόθηκαν από τους αρμόδιους στον τότε Έφορο Αρχαιοτήτων Νικόλαο Πλάτωνα, ο οποίος την ίδια περίοδο ανέσκαπτε το προαναφερθέν μινωικό ιερό του στο λόφο Κατρίνια. Ο Πλάτων, δαπάναις της Αρχαιολογικής Εταιρείας, προέβη σε έρευνα του καταστραφέντος χώρου, αποκαλύπτοντας κατάλοιπα ταφικού σπηλαίου και πλήθος αγγείων της ΥΜ ΙΙΙ Γ και πρώιμης εποχής του σιδήρου. Το επόμενο έτος, πλησίον του ταφικού σπηλαίου αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια έργων οδοποιίας κοιλότητα που περιείχε πλήθος οστράκων. Η επακολουθήσασα ανασκαφή του Πλάτωνος, για λογαριασμό της Αρχαιολογικής Εταιρείας, έδειξε ότι πρόκειται για αποθέτη αρχαϊκών χρόνων.
 
=Ειδικά θέματα=
==Το ταφικό σπήλαιο και ο αποθέτης==
#Το σπήλαιο (ευρήματα-χρονολόγηση): Το ταφικό σπήλαιο, το οποίο, προφανώς, αποτελούταν από αρκετές βαθιές κοιλότητες στο βράχο, είχε καταρρεύσει. Συνεπώς, κατά την έρευνα απομακρύνθηκαν οι διάσπαρτοι βράχοι, ούτως ώστε να καταστούν προσβάσιμες οι κοιλότητες που είχαν χρησιμοποιηθεί για τις ταφές. Πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν της σύντομης ανασκαφικής έκθεσης που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά του 1952 και κάποιων αναφορών στα Κρητικά Χρονικά του ιδίου έτους, τα ευρήματα, σήμερα στο Μουσείο Ηρακλείου, αναμένουν ακόμη την οριστική δημοσίευσή τους. Ως προς τις ταφές, αναφέρεται ότι είχαν λάβει χώρα τόσο ταφές καύσης όσο και ενταφιασμοί. Βρέθηκε πλήθος άκαυστων οστών που είχαν αναμοχλευθεί, των οποίων ο τρόπος ταφής ή ο αριθμός δεν ήταν δυνατόν να ανασυσταθούν. Πάντως, είναι βέβαιο ότι κάποια από αυτά είχαν τοποθετηθεί στις κοιλότητες, όπου και βρέθηκαν, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και λίθοι για την προστασία των ταφών.  Στα κινητά ευρήματα συγκαταλέγονται 40 περίπου αγγεία, τα οποία, ο Πλάτων σε γενικές γραμμές, με κάποιες εξαιρέσεις που θα παρατεθούν πιο κάτω, κατατάσσει στην πρωτογεωμετρική και γεωμετρική εποχή. Ο ίδιος αναφέρει ότι βρέθηκε και πλήθος οστράκων ανατολίζουσας περιόδου, πράγμα που υποδεικνύει ότι το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε κατά τον 7ο αιώνα π. Χ., αν και η συνεχής χρήση του δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Πάντως, όπως και στην περίπτωση του γειτονικού ταφικού σπηλαίου της Κεφάλας Πισκοκεφάλου, του οποίου η κεραμική έχει δημοσιευθεί (βλ. σχετικό λήμμα), μέρος της κεραμικής που θεωρήθηκε από τον ανασκαφέα βάσει των διακοσμητικών θεμάτων της ως πρωτογεωμετρική, με τα σημερινά δεδομένα ανήκει σε μεταγενέστερη φάση. Τοιουτοτρόπως, σύμφωνα με την αρχαιολόγο Μεταξία Τσιποπούλου ελάχιστη είναι η κεραμική από το Μπεράτι που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πρωτογεωμετρική, ενώ τα περισσότερα αγγεία θα πρέπει να χρονολογηθούν στην ύστερη γεωμετρική εποχή. Τα σχήματα των αγγείων πρώιμης εποχής του σιδήρου που βρέθηκαν, κυρίως υστερογεωμετρικά και πρώιμα ανατολίζοντα, είναι διάφορα: σκύφοι, πυξίδες άωτα ή μόνωτα. Μια σημαντική ομάδα ευρημάτων αποτελούν αγγεία και άλλα κεραμικά αντικείμενα που χρονολογούνται στην 2η χιλιετία π. Χ. Τα όστρακα μιας μεγάλης λοπάδος βρέθηκαν διασκορπισμένα σε όλο το χώρο του σπηλαίου. Τα αγγείο φέρει λαβές στα χείλη, ενώ μεγάλος γραπτός ρόδακας και άλλα θέματα κοσμούν το εσωτερικό της, τα οποία τη χρονολογούν στην ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜ ΙΑ εποχή. Επιπλέον, βρέθηκαν κιβωτιόσχημη λάρνακα με κάλυμμα, κοσμούμενη στο εξωτερικό της με σπείρες και κυματοειδείς γραμμές, κυκλικός κάδος και μεγάλος κυλινδρικός πίθος με σχοινοειδή διακόσμηση και προχοή κοντά στη βάση του, που ανήκουν στην ΥΜ ΙΙΙ Γ εποχή. Εδώ τίθεται το ερώτημα της χρήσης του σπηλαίου από την υστερομινωική περίοδο και εντεύθεν. Η Τσιποπούλου δεν αποκλείει τη δευτερογενή μεταφορά της λοπάδος είτε από τον κοντινό Πετρά είτε από νεοανακτορικές επαύλεις της περιοχής. Ως προς τα υστερομινωικά ευρήματα, ο Πλάτων σημειώνει ότι η χρήση τους κατά την πρώιμη εποχή του Σιδήρου ήταν δευτερογενής, καθότι τα οστά της παλαιότερης ταφής στη λάρνακα είχαν αφαιρεθεί και αφεθεί έξω από αυτή, ενώ στο εσωτερικό της είχαν τοποθετηθεί κάποια από τα πρωτογεωμετρικά ή γεωμετρικά αγγεία. Προς τούτοις, υπογραμμίζει την ύπαρξη ψευδόστομων αμφορέων και άλλων αγγείων που ανήκαν στις παλαιότερες ταφές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η αρχικές ταφές πραγματοποιήθηκαν κατά την υστερομινωική εποχή και ακολούθησε δεύτερη χρήση τους κατά τους αρχικούς αιώνες της πρώτης χιλιετίας.  

#Ο αποθέτης: Σύμφωνα με τη σύντομη ανασκαφική έκθεση, στην κοιλότητα που ανασκάφηκε το 1953 πλησίον του χώρου του σπηλαίου βρέθηκαν όστρακα αγγείων, τα οποία στην πλειονότητά τους φέρουν μελανό γάνωμα και είναι ακόσμητα. Τα περισσότερα είναι γνωστών σχημάτων, ωστόσο κάποια από αυτά είναι καλύτερης ποιότητας. Καθότι δεν βρέθηκαν οστά ή ίχνη ταφών, ο ανασκαφέας ερμήνευσε το εύρημα ως αποθέτη και χρονολόγησε την κεραμική του στην αρχαϊκή εποχή, ίσως και στον 6ο αιώνα π. Χ. Επιπλέον, νότια του αποθέτη, σε ένα κτιστό τετράγωνο χώρο, αποκαλύφθηκε μεγάλος πίθος με διακόσμηση μικρών κύκλων που περιείχε λίγα μικρότερα ακόσμητα αγγεία, ενώ θραύσματα δύο πλακοειδών ειδωλίων από το χώρο χρονολογήθηκαν από τον Πλάτωνα επίσης στην αρχαϊκή εποχή. Κατά την Τσιποπούλου, μια τοποθέτηση των αδημοσίευτων ευρημάτων στον 7ο αιώνα π. Χ. φαίνεται πιθανή. Αναπάντητο μένει προσώρας το ερώτημα εάν υφίστατο κάποια σχέση μεταξύ αποθέτου και σπηλαίου, καθότι περαιτέρω ευρήματα ή πληροφορίες δεν υπάρχουν.     
#Η ταυτότητα των νεκρών: Όπως και στην περίπτωση του γειτονικού ταφικού σπηλαίου στην Κεφάλα (πρβλ. σχετικό λήμμα), δεν είναι ακόμη δυνατή η σύνδεση των ταφών με κάποιον οικισμό, πράγμα που θα καθιστούσε γνωστή την ταυτότητα και κοινωνική θέση των ταφέντων. Σε κάθε περίπτωση, και τα δύο σπήλαια ήταν –με ή χωρίς διακοπές– σε χρήση από την πρωτογεωμετρική έως την πρώιμη ανατολίζουσα περίοδο, πράγμα που οδηγεί στην εύλογη υπόθεση της αποδοχής ενός οικισμού στην περιοχή του Πισκοκέφαλου για αυτό το χρονικό διάστημα. Μολονότι οι ταφές στα δύο σπήλαια εντάσσονται σε μια ταυτόσημη και αρκετά διαδεδομένη ταφική πρακτική της ανατολικής Κρήτης κατά την πρώιμη εποχή του σιδήρου, δεν είναι, πάντως, και πανομοιότυπες. Αν η απουσία όπλων ή κοσμημάτων είναι κοινή, στην Κεφάλα βρέθηκαν μόνον ενταφιασμοί, ενώ στο Μπεράτι υπήρχαν και καύσεις. Επιπροσθέτως, εάν στην Κεφάλα χρησιμοποιήθηκαν συμβολικά κάποια υστερομινωικά αγγεία, στο Μπεράτι το σπήλαιο ήταν σε χρήση ήδη κατά την υστερομινωική εποχή, ενώ οι προϊστορικοί τάφοι χρησιμοποιήθηκαν κατά την πρώιμη εποχή του Σιδήρου για δεύτερη φορά. Οι διαφορές οδηγούν, επομένως, στην αποδοχή ή περισσότερων του ενός οικισμών ή της χρήσης των σπηλαίων από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Και στις δύο περιπτώσεις η προσπάθεια σύνδεσης με το μινωικό παρελθόν είναι, ωστόσο, ευδιάκριτη.

=Βιβλιογραφία=
* Ν. Πλάτων, Η αρχαιολογική κίνησις εν Κρήτη κατά το έτος 1952, Κρητ. Χρον. 6, 1952, 476.
* Ν. Πλάτων, Η αρχαιολογική κίνησις εν Κρήτη κατά το έτος 1953, Κρητ. Χρον. 7, 1953, 485.
* A. Kanta, The Late Minoan III Period in Crete. Α Survey of Sites, Pottery and Their Distribution (Göteborg 1980), 177.
* Μ. Τσιποπούλου, Τάφοι της πρώιμης εποχής του σιδήρου στην ανατολική Κρήτη. Συμπλήρωμα, ΑΔ 39, 1984 (1990), Μελ., 232-245, κυρίως 340-242 [ταφικά σπήλαια].
* Ν. Π. Παπαδάκης, Σητεία. Η πατρίδα του Μύσωνα και του Κορνάρου. Οδηγός για την ιστορία, αρχαιολογία, πολιτισμό της 2(Σητεία 1989), 97-100.
* M. Tsipopoulou – L. Vagneti, Achladia. Scavi e ricerche della Missione Greco-Italiana in Creta Orientale (1991-1993) (Roma 1995), 180 με εικ. 115 [για τα προϊστορικά ευρήματα και με τοπογραφικό περιοχής].
* Ν. Ξιφαράς, Οικιστική της πρωτογεωμετρικής και γεωμετρικής Κρήτης. Η μετάβαση από την «Μινωική» στην «Ελληνική» κοινωνία (Ρέθυμνο 2004), 294-297.
* Μ. Τσιποπούλου, Η Ανατολική Κρήτη στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (Ηράκλειο 2005), 234 αρ. 58 (Ι, ΙΙΙ), 341.
* M. S. Eaby, Mortuary Variability in Early Iron Age Cretan Burials (αδημ. διδ. διατριβή Chapel Hill/Univ. of N. Carolina 2007), 83-84 αρ. κατ. 48 Α.
==Έρευνες και δημοσιεύματα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας==
* Ν. Πλάτων, Ανασκαφή ΥΜ ΙΙΙ λαξευτών τάφων εις την περιοχήν Επισκοπής και Σταμνιών Πεδιάδος Ηρακλείου. Ανασκαφαί περιοχής Σητείας. Ταφικόν σπήλαιον πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων εις Μπεράτι Πισκοκεφάλου, ΠΑΕ 1952, 639-643.
* Ν. Πλάτων, Ανασκαφαί εις την περιοχήν Σητείας. Ελληνικός αποθέτης Μπεράτι Πισκοκεφάλου, ΠΑΕ 1953, 294-295. 
* Κ. Θ. Συριόπουλος, Εισαγωγή εις την αρχαίαν ελληνικήν ιστορίαν. Oι μεταβατικοί χρόνοι από της μυκηναϊκής εις την αρχαϊκήν περίοδον 1200-700 π.Χ., Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 99 (Αθήναι 1983-1984), τ. Α΄, 216 αρ. 203 α, 290 αρ. 329· τ. Β΄, 664 αρ. C 1, 885 αρ. CXLI, 71.