Difference between revisions 58572 and 58589 on elwikisource

{{delete|copyright}}'''Ο χαρταετός'''

(Συγγραφέας - Βαγγέλης Φίλος)




Ήταν παλιά, που ήσουν αετός και άνθρωπος, από χαρτί χρωματιστό. Κι<br />
είχες το σχήμα τ’ αστεριού και την ουρά κομήτη. Και φύσηξε, πολύ, εκείνη<br />
την ημέρα ο θεός. Και πέταξες ψηλά. Αλλά δεν έφυγες μακριά. Κι έκανες<br />
κάτι που σπάνια μπορεί να πράξει άλλος αετός. Υψώθηκες με το σκοινί<br />
κατακόρυφο πάνω από την κεφαλή μου. Κι έκοβες βόλτες στο γαλάζιο και<br />
δεν είχα ανάγκη από δύναμη να σε κρατήσω. Γιατί αυτό δεν ήταν πέταγμα<br />
χαρταετού, ήταν αιώρηση ψυχής! Και έτσι, όπως σε κοίταγα, σ’ έβλεπα να<br />
μικραίνεις, καθώς έγειρα το κορμί στην άνοιξη και άφησα το βλέμμα στον<br />
ουρανό. Και έκανα μια ευχή, μη μου τελειώσει το σκοινί και σε χάσω. Τότε<br />
τινάχτηκες ελαφρά, σημάδι πως άκουσες την ευχή. Και επειδή από ψηλά<br />
έβλεπες, ήξερες πως τις ευχές τις παίρνει ο άνεμος και τις σκορπά σ’ όλες<br />
τις απουσίες. Γι’ αυτό πήγες και στάθηκες σε μια γωνιά απάνεμη. 

Και βασίλεψε, τότε, στο στερέωμα μια ακινησία, που έμοιαζε με τη γαλήνη του<br />
παιδιού που χόρτασε παιχνίδι. Κι όπως σε κοίταζα, χαμήλωσε το ουράνιο κι<br />
ήρθε στα μάτια ύπνος, ανάλαφρος. Και δεν ήξερα, τότε, αν μου μιλάς εσύ, ο <br />
αετός ανάμεσα στους ύπνους μου ή κάποιος άγγελος, ψηλά απ’ το όνειρό μου:<br />

«Εκεί μακριά», μου είπες, «πίσω από εκείνο το βουνό, είναι μια θάλασσα,<br />
πλατιά, που φτάνει ως το άπειρο, εγώ τη βλέπω. Είναι καράβια με πανιά<br />
λευκά και κορίτσια χαρούμενα. Σμίγει το γαλανό, το πράσινο, το βυσσινί, όλα<br />
τα χρώματα. Λούζουν και λούζονται το φως, ωκεανός και ουρανός, μοιάζει<br />
να σβήνει ο ένας μες στον άλλο. Και τα κορίτσια, αχ! τα κορίτσια θεές στη<br />
γύμνια κολυμπούν. Ω! δεν έχω λόγια για να πω των οφθαλμών το θαύμα…»<br />

Κούνησες λίγο το κορμί και ύστερα βολεύτηκες στη γαλήνη της άπνοιας. Κι<br />
εγώ δεν ήξερα τι έβλεπες στ’ αλήθεια και τι παραμυθένιο μολογούσες.<br />


Ήταν παλιά, που ήσουν αετός και άνθρωπος, από χαρτί χρωματιστό. Και<br />
μέσα στην ευτυχία της φαντασίας, ήμουν εγώ ο βασιλιάς της κοιλάδας κι<br />
εσύ ο ιχνηλάτης μου στα πέρατα.<br />

Θυμάμαι που άφησα το σκοινί, γιατί είχαμε βρει μέρος, στο στερέωμα,<br />
γαλήνιο και δε φοβόμασταν. Κι έπρεπε εγώ να φύγω. Όμως, εσύ κάποια<br />
στιγμή χάθηκες, όχι γιατί σε σκόρπισε ο άνεμος, αλλά γιατί μεγάλωσα, εγώ,<br />
κι αντί να κοιτώ ψηλά, βάδιζα, σε τούνελ και σε στοές, σε πολυώροφα<br />
υπόγεια κατοικούσα. Και πήρες κι εσύ των ομματιών σου, να σώσεις<br />
τουλάχιστον τα όνειρα μας στο χαμό.<br />

Ήταν παλιά, που ήσουν αετός και άνθρωπος, από χαρτί χρωματιστό κι εγώ<br />
παιδί!


'''(Κατοχυρωμένα πνευµατικά δικαιώµατα)'''