Revision 53620 of "Οι καημοί της όμορφης αρματοπουλήτρας" on elwikisource{{Κεφαλίδα|
| τίτλος = Οι καημοί της όμορφης αρματοπουλήτρας
| συγγραφέας = Φρανσουά Βιγιόν
| μεταφραστής= Σπύρος Σκιαδαρέσης
}}
<poem>
Την όμορφη, που επούλαε έναν καιρό
Άρματα, λέω πως την ακούω θλιμμένη
Να λαχταρά, με μάταιο πια καημό,
Κοπέλα σαν και πριν να ξαναγένει,
Κι "Αχ, γερατειά -να λέει- τη βουλιασμένη
Γιατί έτσι πρώιμα μ' έχετε κουρσέψει;
Πώς δε σκοτώνουμαι; Η τυραννισμένη
Ζωή μου πώς δε λέει πια να τελέψει;
"Μου κλέψατε τις τόσες ζουρλαμάδες
Που σκόρπαε τσ' ομορφιάς μου ο πειρασμός
Σ' εμπόρους, σε σοφούς και σε παπάδες•
Γιατί κάθε άντρας τότες σαν τρελός
Μου χάριζε άσκεφτα όλο του το βιος
-Κι ύστερα ας το 'κλαιγε όσο ζούσε- φτάνει
Να του 'δινα ό,τι τώρα ούτε στραβός
θέλει, ούτε κι οι πιο βρώμικοι ζητιάνοι.
"Α, κόσμο τότες που 'διωξα, σωρό,
Για την αγάπη κάποιου κατεργάρη
Μορφονιού -άμυαλο ήμουν θηλυκό-
Που, αν τα ψευτόχαϊδά μου άλλοι είχαν πάρει,
Του ερώτου μου αυτός τρύγησε τη χάρη.
Τον αγάπαα, τ' ορκίζομαι, τρελά!
Μ' αυτός να με χτυπάει το 'χε καμάρι
Και να μου τρώει τα όσα έβγαζα λεφτά.
"Δε θα 'χα φάει τέτοιον κωλοσυρμό,
Τόσες κλωτσιές, αν δεν τον αγαπούσα.
Πώς μ' έδερνε, τη δόλια, σαν το ζο!
Όμως σαν μου 'λεγε και τον φιλούσα,
Το ξύλο που 'χα φάει το λησμονούσα!
Τ' αρκούδι, του κριμάτου αυτή η πομπή,
Μ' εφίλιε… Γι' αυτό πρόκοψα! Να λούσα
Οπώχω τώρα: Κρίμακαι ντροπή.
"Πέθανε εδώ και τριάντα χρόνια πια,
Και τα μαλλιά μου, οϊμένα, έχουν ασπρίσει.
Σα σκέφτομαι τα νιάτα τα χρυσά,
Πώς ήμουν και πώς έχω καταντήσει!
Σα θωρώ το κορμί μου, ως το 'χω γδύσει,
Και βλέπω η δόλια πόσο είμ' αλλαγμένη,
Φτωχή, στεγνή, πώς έχω αδυνατίσει,
Μια μάνητα με πιάνει λυσσασμένη.
"Πού 'ναι του κούτελού μου η ομορφιά,
Πού τα ξανθά μαλλιά μου, τα γραφτά
Φρύδια μου, εκείνη η σφάχτρα μου ματιά
-Απ' τις πιο φίνες- τι έγιναν τ' αφτιά
Τα φιλντισένια μου, τα φλογερά
Κόκκινα χείλια, η μύτη η κοντυλένια
-Ούτε κοντή ήταν ούτε και μακριά-
Του πηγουνιού μου η χάρη η αγαλματένια;
"Οι ώμοι μου οι χυτοί πού είν' τώρα,αλί μου,
Και των μπράτσων μου η σάρκα η αφροπλασμένη,
Τα βυζιά μου, κείνοι οι έγγομοι γοφοί μου
Ορθόστητοι, καθάριοι, καμωμένοι
Να 'ναι από αψιά φιλιά σημαδεμένοι;
Κι η απόκρυφη ομορφιά μου, όλο μεράκι,
Στ' άσπρα κρουστά μου σκέλια ποστιασμένη
Μες στο ξανθό όμορφό της κηπαράκι;…
"Ζάρες στο κούτελο, μαλλιά ψαρά,
Φρύδια στουβιές, τα μάτια έχουν σβηστεί
-Που σφάζαν και γελούσαν μια φορά
Και πουγι' αυτά είχαν τόσοι τρελαθεί-
Η μύτη μου σαν του όρνιου έχει γενεί,
Τ' αφτιά κρέμασαν πια νερουλιασμένα,
Μαράθη κι εξεθώριασε η μορφή
Κι έχω πηγούνι,χείλια σουρωμένα…
"Η ανθρώπινη ομορφιά πώς κατανταίνει!
Μπράτσα ξερά και χέρια ροζιασμένα,
Ώμοι σκεβροί, αχαμνοί, καμπουριασμένοι•
Και τα βυζιά κρεμάνε σιχαμένα•
Παρόμοια κι οι γοφοί. Κι αλί σε μένα,
Αν πω και για το κρύφιο κηπαράκι!
Και τα μηριά, μηράκια είν' γινωμένα
Ίδια στο χρώμα με το σουτζουκάκι.
"Ας κλαίμε τώρα εδέτσι τα παλιά
Χρόνια μας, δόλιες γριές ξεμωραμένες,
Ανάμεσά μας. Κωλοκαθιστά
Κατάχαμα στη γη, κουβαριασμένες
Κι από θαμπά λυχνάρια φωτισμένες,
Όπου νωρίς ανάβουν, νωρίς σβένουν.
Κι είμαστε άλλοτε τόσο χαϊδεμένες!…
Πόσες και πόσοι ίδια με μας παθαίνουν".
::Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Οι καημοί της όμορφης αρματοπουλήτρας. Η γυναίκα αυτή, γνωστή και με το όνομα "La belle armuriere", δεν ήταν πρόσωπο φανταστικό. Γεννήθηκε στα 1375 κι ήταν πουλήτρα στις Γκαλερί ντυ Παλαί, μαζί μ' άλλες όμορφες κοπέλες, που με τα θέλγητρά τους τραβούσαν πελάτες στα μαγαζιά της μόδας. Την κοπέλα αυτή την έκαμε αγαπητικιά του ο Νικόλας ντ' Ορζεμόν, πιο γνωτός με το παρανόμι ο κουτσός ντ' Ορζεμόν, κληρικός της Νοτρ-Νταμ του Παρισιού. Ο παπάς αυτός, επειδή είχε μεγάλη κοινωνική θέση -ήταν γιος του σφραγιδοφύλακα ντ' Ορζεμόν κι αδελφός του Επίσκοπου του Παρισιού- είχε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια και τους εκκλησιαστικούς κανόνες και την κοινωνική του υπόληψη. Γι' αυτό σπίτωσε την όμορφη αρματοπουλήτρα, και την εγκατέστησε σ' ένα κελί του κοινόβιου της Νοτρ-Νταμ χωρίς να σκοτιστεί για την κατακραυγή του κόσμου. Αυτή του όμως την περηφάνια κι αδιαντροπιά την πλήρωσε, ύστερ' από λίγον καιρό, πολύ ακριβά. Τον έπιασαν ανακατεμένο σε κάποια συνωμοσία, κι αφού του δήμεψαν όλη την περιουσία, τον έκλεισαν στη φυλακή του Μεν συρ Λουάρ, όπου και πέθανε ύστερ' από λίγους μήνες, στα 1416. Έτσι η όμορφη αρματοπουλήτρα έχασε τον ισχυρό της προστάτη. Ήταν τότες σαρανταενός χρονών. Σε λίγο όμως έμπλεξε στα δίχτυα κάποιου ομορφονιού αγαπητικού που, αφού την εκμεταλλεύτηκε όσο πιο καλά μπόρεσε και της έλυσε τον αφαλό από το ξύλο, πέθανε κι αυτός στα 1426 αφήνοντάς την έρημη και παραπεταμένη σε ηλικία πενηνταενός χρονών. Από τότες πέρασε η δόλια, ίσαμε τα στερνά της, μαύρη ζωή γιομάτη φτώχια και καταφρόνια. Όταν ο Βιγιόν την είδε για τελευταία φορά, στα 1456, ήταν ογδονταενός χρονών γριά. Τότες έγραψε γι' αυτή το θαυμάσιο τούτο ποίημα, που αργότερα, στα 1461, το 'βαλε στη Διαθήκη του.All content in the above text box is licensed under the Creative Commons Attribution-ShareAlike license Version 4 and was originally sourced from https://el.wikisource.org/w/index.php?oldid=53620.
![]() ![]() This site is not affiliated with or endorsed in any way by the Wikimedia Foundation or any of its affiliates. In fact, we fucking despise them.
|