Revision 54334 of "Χρήστης:Kyriakos" on elwikisource

11 Αυγούστου 2012
 
'''Διηγήματα με τίτλο: 

'''"ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ, ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ"'''
 

ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Α΄ Μέρος, ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Β΄ Μέρος, ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ
 
Γ΄ Μέρος, ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ 

Δ΄ Μέρος, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ

Ε΄ Μέρος, ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΣΤ΄ Μέρος, ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ'''
----------------------------------------------------------------------------------
ΜΕΡΟΣ Α΄ - ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, Περιέχει 11 ναυτικές ιστορίες από τις αμέτρητες περιπέτειες μου στα πελάγη και από την απεγνωσμένη πάλη που έδωσα με τη θάλασσα και τα στοιχεία της από το 1973 έως το 1978 περίοδο κατά την οποία εργάστηκα στα καράβια: 1. Θάλασσα μάνα μοίρα και αγαπητικιά -2. Το πρώτο ταξίδι -3. 17 Νοέμβρη 1973, το πρώτο μου Ναυτικό συμβόλαιο -4. Το μεγάλο κύμα -5. Τα γκαζάδικα -6. Η Τρούμπα -7. Στο  Κάτε Ντράκ -8. Το φώσφορο της θάλασσας και η Ανεράδα -9. Στη Νικομήδεια, το σημερινό Ιζμίτ -10. Στην Ουραγουάη -11. Επίλογος 
---------------------------------------------------------------------------------

Θάλασσα μάνα μοίρα και αγαπητικιά
-------------------------------- 
Ήταν η απεραντοσύνη της θάλασσας που είχα για συντροφιά μαζί με τις θύμισες τις στεριανές, τα παραμύθια και οι αφηγήσεις για πειρατείες και πνιγμένους μέσα στα αμπάρια που άκουα. Ήταν που γλύτωσα από μεγάλες τρικυμίες και που ψάρεψα μεγαλα ψάρια θεριά της θάλασσας. Που έζησα γάμους συναδέλφων μου στις άλλες χώρες και είδα νέα ήθη, έθιμα και κουλτούρες. Που γνώρισα διαφορετικές εμπειρίες σε όλα τα λιμάνια του κόσμου, στους παράδεισους της προστυχιάς, της απόλαυσης, των καταχρήσεων και των παραβάσεων πίσω από κουρτίνες που πρόσφεραν ότι δεν βάζει ο νους, καθώς και περιπέτειες επικίνδυνες για όποιον τις αποζητούσε.
Ήταν οι μνήμες μου ως ναυτικού που ίσως να φαντάζουν απίθανες και να προκαλούν δυσπιστία, ήταν μια περίοδος της ζωής μου που με σημάδεψε ανεξίτηλα και που άφησε πανω μου παντοτινή σφραγίδα. Όσοι έχουν βιώσει τις δύσκολες αλλά γλυκές αυτές καταστάσεις ξέρουν. Και συνεχίζουν να αγαπούν τη θάλασσα και να τη μάχονται καθημερινά και να της γνέφουν περιπαικτικά και να μην τη φοβούνται. 
Όμως δεν ήταν αυτά καθεαυτά που με σημάδεψαν μόνο, αλλά και η παρατήρηση μου της διαβίωσης των ναυτικών που μπαρκαρισμένοι στα μεγάλα γκαζάδικα με συντροφιά μονο την θάλασσα και τον ουρανό για μήνες δύο και τρείς, δεν είχαν συνηθισμένη συμπεριφορά, ήθελαν να σπάζουν τις μονότονες ημέρες τους με τις άλλες τις απαράλλακτες που ακολουθούσαν με τα ίδια βαρετά πραγματα εκείνα τα συνηθισμένα, έτσι που δημιουργούσαν ίντριγκες και ύστερα τις παρακολουθούσαν για να εχουν κάτι καινούργιο να ασχολούνται. Ήταν που έπρεπε πάντα να είμαι προσεκτικός τι να πιστεύω, που έπρεπε να μην εμπιστεύομαι κανένα, ήταν ίσως ο νόμος των Ναυτικών να μην αγαπιούνται αναμεταξύ τους, παρά μονο με τη θάλασσα. 
Αγάπησα λοιπόν τη θάλασσα και μια δύναμη με τραβούσε να είμαι κοντά της. Μπάρκαρα στο πρώτο πλοίο χωρίς να την αγαπώ, παιδεύτηκα μαζί της τον πρώτο καιρό σε ένα μικρό βαπόρι που έπλεε στη Μαύρη θάλασσα, αυτήν που την διέπλευσαν άνθρωποι σε ιστορικές στιγμές, που στα παράλια της κείτονται πανάρχαιοι πολιτισμοί αλλά και σύγχρονες πόλεις, που στα σπλάχνα της τα αντίθετα ρεύματα μάχονται, συγκρούονται και ανακυκλώνονται δημιουργώντας κόντρα αντίθετα κύματα με αποτελεσμα να κλυδωνίζουν το μικρό πλοίο και εμένα να μου ανακατώνεται το στομάχι και να μου βγαίνουν τα σωθικά. 
Παρ όλες τις δυσκολίες της όμως η έλξη που έχει είναι μεγαλη που όποιος ζήσει μαζί της την ερωτεύεται και δίχα της δεν μπορεί.
Ταξίδεψα συνέχεια 5 χρόνια, όταν ξεμπάρκαρα άρχισε να μου βασανίζει το μυαλό η σκέψη να εγκαταλείψω τη θάλασσα. Αποφάσισα και παντρεύτηκα μια παλιά αγαπημένη, και είπα να γίνω νοικοκύρης και στεριανός. Τον πρώτο καιρό ήταν καλά και ευτυχισμένα, υπήρχε αγάπη και έρωτας, υπήρχαν όλα τα καλά. Ύστερα απο λίγο καιρό όμως η αγάπη για τη θάλασσα που δεν είχε χαθεί μέσα μου, μ έκανε να νοσταλγώ και να αναπολώ τις ατέλειωτες νύχτες της απόλυτης μοναξιάς στο κατάστρωμα, ή το βαρύ ντούκου ντούκου της μηχανής του πλοίου στο μηχανοστάσιο στις ατέλειωτες βάρδιες που με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι πίνωντας γουλιά γουλιά, μου αρκούσε ώσπου να σκαντζάρει η βάρδια…
Ώσπου μια νύχτα στο μικρο καφενείο του χωριού συναντήθηκα με έναν χωριανό ναυτικό που μόλις ηρθε από μπάρκο, κάτσαμε και τα είπιαμε και τα είπαμε για τη θάλασσα και τα λιμάνια. Ενιωσα πως η θάλασσα με τραβούσε ξανά κοντά της, ένιωσα ότι η ζωή μου στη στεριά δεν είχε νόημα. Ήξερα ότι αν έμενα στεριανός θα μαράζωνα, κατάλαβα ότι δεν θα άντεχα. Ετσι πήρα τη μεγαλη αποφαση να ξαναμπαρκάρω. Ήξερα δεν ήταν εύκολο, όλοι θα έπεφταν να με σταματήσουν. Θα έφευγα λοιπόν σαν κλέφτης, δεν θα μιλούσα σε κανέναν, θα τους ειδοποιούσα όταν θα ήμουν μακριά…  
Έφυγα και δεν ξαναγύρισα, τα χρόνια πέρασαν είμαι μεσήλικας, και ακόμη είμαι στα πλοία. Πολλές φορές στην κουπαστή που στέκω και αγναντεύω τον ορίζοντα σκέφτομαι αν μετάνιωσα για το φευγιό μου, αλλά δεν έχω απάντηση. Ξέρω μονο ότι όσοι λενε ότι ο πρώτος καιρός στη θάλασσα είναι βάσανο και δεν αντέχεται αλλά από εκεί και ύστερα γίνεται η Θάλασσα τραγούδι, βίωμα, μάνα μοίρα κι αγαπητικιά, εχουν δίκαιο.


Το πρώτο ταξίδι (Ταξιδεύοντας για την Ελλάδα με το πλοίο “KNOSSOS)
-----------------------------------------------------------------
Ήταν μικρός στα χρόνια αλλά ένιωθε και σκεφτόταν σαν μεγάλος. Αναρωτιόταν γιατί οι μεγαλύτεροι κάποιες φορές τούλεγαν όταν θα μεγαλώσει θα πήξει το μυαλό του. Δεν σκεφτόταν σαν μικρός παρά μόνο καταλάβαινε ότι ίσως οι μεγάλοι σκέφτονταν σαν μικροί. Μεγάλωσε και έζησε όλα τα παιδικά του χρόνια φτωχικά, χωρίς φαγητό τις παραπάνω μέρες. Θυμάται τους κρύους χειμώνες χωρίς θέρμανση, τα κρύα μπάνια, ακόμη και το μαγείρεμα πανω στη νηστιά από ξύλα αφου δεν υπήρχε αέριο στο γκάζι. Απο τον μπακάλη του χωριού αγόραζαν μονο ψωμί, πάντα βερεσέ που το ξοφλούσαν με πολλη δυσκολία. Ήσαν χρόνια παιδικά δύσκολα και φτωχικά, θυμάται τη μάνα του άρρωστη να υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου και να πεθαίνει νέα χωρίς να προλάβει να γεράσει.
Όταν πέρασαν τα χρόνια οι θύμισες έμειναν ανεξίτηλες, αλλά άντλησε μεγαλη έμπνευση και εμπειρίες από όσα έζησε σαν παιδί, ήταν εμπειρίες που τον σημάδεψαν και τον βοήθησαν να γίνει καρτερικός και υπομονετικός, κυριότερα έμαθε να βασίζεται στον εαυτό του. Με τις δυστυχίες και τις κακοτυχίες και χωρίς τα ελέη Θεού, ήταν φτωχά παιδικά χρόνια που θα τον ακολουθούσαν για πάντα στην υπόλοιπη του ζωή  και θα επιδρούσαν  καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και θα επηρέαζαν την μετέπειτα εξέλιξή και συμπεριφορά του.
Τέλειωσε το σχολειό, έμαθε γράμματα και κάμποσα Εγγλέζικα, αποφάσισε να ξενιτευτεί, να παει στα καράβια. Ένιωθε πως δεν τον χωρούσε ο τόπος, ένιωθε γυρω του τοίχους που τον φυλάκιζαν και περιόριζαν τους ορίζοντες του, τοίχους που ήταν όμως μικροί να τον κρατήσουν, έτσι μια μέρα τους προσπέρασε και έφυγε μακριά τους. 
Αποτίναξε τα στενά δεσμά του περιβάλλοντος του, πλάτυνε τη  στράτα που περπατούσε και ανοίχτηκε στα πέρατα του κόσμου. Έγινε διαβάτης και περπάτησε τη γη, έγινε θαλασσοπόρος και έπλευσε τη θάλασσα, είδε και γνώρισε πόλεις και χωριά, καινούργιους τόπους και ανθρώπους, νέα ήθη και έθιμα, άλλες κουλτούρες και νέα πραγματα αληθινά μυστήρια.
Θυμάται πολύ έντονα τους τελευταίους μήνες στο στρατό, υπηρετούσε σε ένα φυλάκιο στη βόρεια περιοχή της Πόλης. Έβρισκε δουλειά στα χωράφια με πέντε σελίνια μεροκάματο. Ήταν σκληροτράχηλα τα αφεντικά, δεν μπορούσε ούτε ανάσα να πάρει και δούλευε σκληρά. Το μεροκάματο πολύ μικρό, αλλά καθόλου δεν τον πείραζε, φτάνει που κάθε τόσες μέρες έβρισκε δουλειά. Φύλαε τα πέντε σελίνια με ευλάβεια, όταν απολύθηκε είχε φυλάμενες τρεις λίρες. Κατάφερε και βρήκε δουλειά σε μια αποθήκη με είκοσι λίρες το μήνα. Ήταν όμως  πολύ προσωρινή, γιατί σε πολύ λίγο καιρό έφαγε πόρτα, του έφαγε τη δουλειά κάποιος συγγενής του αφεντικού. Όμως εκείνη τη μέρα τη θυμάται πολύ καλά, γιατί μέτρησε τις λίρες που με πολύ κόπο είχε μαζέψει, και ήταν όσες αρκούσαν να αγοράσει ένα εισιτήριο στο πλοίο «Κνωσός». Ανέβηκε στο βαπόρι και το μεγάλο ταξίδι ξεκίνησε…
Έστεκε στην πρύμνη και κοίταζε τους τόπους του να μένουν πίσω. Το πλοίο που τον έπαιρνε μακριά έμαθε πως έκανε το στερνό του ταξίδι και θα παροπλιζόταν. Ήταν γέρικο, το είχε φάει η θάλασσα. Το μόνο που έλπιζε ήταν το δικό του ταξίδι να μην ήταν το τελευταίο από την πατρίδα του, έλπιζε να τον βοήθαγε ο Θεός και κάποτε να γύριζε πίσω με προκοπή.
Με ανήσυχες σκέψεις να του γεμίζουν το μυαλό έστεκε και αποχαιρετούσε το νησί του ώσπου η στεριά χάθηκε και έμεινε μονο η απέραντη θάλασσα. Η ωρα πέρασε και το σούρουπο τον βρήκε στην δια θέση ακουμπισμένο στα ρέλια. Το εισιτήριο που αγόρασε ήταν το φτηνό, θα την έβγαζε ξάγρυπνος στην κουβέρτα. 
Στεκόταν με τις σκέψεις να του τριβελίζουν το νου κάνοντας σχέδια και σκέψεις για το άγνωστο μέλλον που τον ανέμενε, 
με μια ελπίδα στην καρδιά να είναι καλύτερο από το μίζερο του παρελθόν. Ύστερα ήρθε το πρωί και το φως της ημέρας 
φανέρωσε το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας που έσβηνε στις μακρινές αποστάσεις των οριζόντων. Ένιωσε τα 
βλέφαρα του να βαραίνουν, έκατσε και έγειρε τη ράχη στον μπουλμέ του πλοίου και αποκοιμήθηκε με τον δροσερό αέρα της θάλασσας να του σκάφτει δροσερά τα πρόσωπο. 
Με τον παφλασμό του πλοίου στα κύματα για νανούρισμα κοιμήθηκε κάμποση ωρα, ώσπου ο ήλιος τον χτύπησε κατακούτελα και ξύπνησε. Έμεινε αγουροξυπνημένος να κοιτάζει τους επιβάτες να πηγαινοέρχονται μπροστά του, ενώ στην ήρεμη  θάλασσα δελφίνια στο πλευρικό του πλοίου κολυμπούσαν και χοροπηδούσαν χαρούμενα. Έμεινε ακουμπισμένος στα ρέλια να παρακολουθά τα παιχνιδίσματα των κυμάτων, δεν είχε βιάση, όλος το χρόνος του θεού ήταν μαζί του. Πέρασε όλη η μέρα, ήρθε η νύχτα, ξανάρθε το πρωί και τότε άκουσε χαρούμενες φωνές που φώναζαν, «στεριά, στεριά». Σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε πέρα μακριά τη στεριά της Ελλάδας, που σιγά οσο πλησίαζαν το λιμάνι του Πειραιά έπαιρνε τη μορφή του. Ένιωσε μια ανατριχίλα να τον ριγά, σε λίγο θα πατούσε πανω στα ιερά χώματα της μάνας Πατρίδας, της Ελλάδας των Ελλήνων, της χώρας του φωτός και του πνεύματος.


17 Νοέμβρη 1973, το πρώτο μου Ναυτικό συμβόλαιο (μπάρκο στο πλοίο "SAN DENIS")
------------------------------------------------------------------------------
Κατέβηκα από το πλοίο «Κνωσός» και πάτησα τα χώματα της ιερής Ελλάδας, της μεγάλης πατρίδας της μάνας αιώνιας γης όλων των σοφών του κόσμου και των μεγάλων ηρώων. Της τιμημένης λεβεντομάνας που γέννησε τους προγόνους μου που έμαθα να αγαπώ από μικρό παιδί και να τιμώ, γι αυτήν που έδωσα όρκο στο στρατό να δώσω το αίμα μου άν μου το ζητούσε… 
Αυτά σκεφτόμουν και αναρριγούσα από συγκίνηση καθώς έσκυβα και φιλούσα τα άγια χώματα της. 
Έτσι έμαθα να σκέφτομαι, με αυτά τα νάματα αναγιώθηκα, ήταν το μεγάλο πιστεύω μου, ένα πιστεύω που στην πορεία θα ανακάλυπτα ότι ήταν κούφιες ιδέες που μου εμφύτευσαν στη ψυχή οι γονείς μου, οι χωριανοί μου και οι δάσκαλοι μου. Στη μεγάλη μου πορεία που άρχισα στα δεκαενιά μου χρόνια, θα ανακάλυπτα ότι την Ελλάδα του φωτός την κατάντησαν χώρα του σκότους, και από αγαπημένη μάνα πατρίδα, μια Μάνα που έτρωγε τα παιδιά της και που την έδεσαν χειροπόδαρα προδότες και απάτριδες, όρνια αρπακτικά, υπάλληλοι πολυεθνικών  και άβουλα ανθρωπάκια χειρότερα από κοράκια.
Στάθηκα στην προβλήτα του λιμανιού την γεμάτη γερανούς που ξεφόρτωναν καλαμπόκι και σιτάρι απο τα φορτηγά πλοία που ήταν δεμένα στον ντόκο, και έριξα το βλέμμα μου ένα γυρω και είδα θεόρατες πολυκατοικίες να σκιάζουν όλο τον Πειραιά ενώ ο ήλιος έστελνε τις πρωινές του ακτίνες ανάμεσα από τα πανύψηλα κτίρια.
Είχα ρωτήσει και ήξερα, εκεί που άραξε το πλοίο απέναντι ο μεγάλος δρόμος ήταν η ακτή Μιαούλη. Η χρυσή περιοχή του λιμανιού του Πειραιά που είχε ιστορία γραμμένη με χρυσό και πετρέλαιο. Που στα πολυώροφα κτίρια από γυαλί και τσιμέντο λειτουργούσαν χιλιάδες ναυτιλιακές εταιρείες με γραφεία πνιγμένα στην πολυτέλεια και που απασχολούσαν χιλιάδες υπαλλήλους. Εκεί θα ρωτούσα, εκεί θα εύρισκα δουλειά στα πλοία, δεν ήταν δύσκολο μου είχαν πει. Ήμουν καθησυχασμένος με όσα ήξερα, γιατί άλλως πως, αλλοίμονο, ήμουν απένταρος, δεν θα ήξερα τι θα απογινόμουν μέσα στα άγνωστα μέρη και στους άγνωστους ανθρώπους. 
Παρ όλα αυτά σκεφτόμουν, ότι και να συνέβαινε, αφου η γλώσσα ήταν κοινή, η Ελληνική εδώ στα ξένα, θα το πάλιωνα, ήμουν αποφασισμένος…
Έστεκα και κοίταζα τον ήλιο προσπαθώντας να προσανατολιστώ, να καταλάβω σε ποια μεριά έπεφτε η Αθήνα και ο Παρθενώνας, όταν ξάφνου άκουσα παραδίπλα μου κουβέντες με Κυπριακή λαλιά. Ήταν ένας νέος που κουβέντιαζε με ένα παπά. Με είδε που έστεκα και τον κοίταζα, με ρώτησε, γνωριστήκαμε, βρεθήκαμε κοντοχωριανοί. Ήταν ένας φοιτητής από την Κάτω Πάφο, ο Ανδρέας Παπάζωσιμας που σπούδαζε Οικονομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήρθε στο λιμάνι για να παραλάβει έναν δικό του άνθρωπο. Με προσκάλεσε για καφέ σε ένα καφενείο δίπλα στην ακτή Μιαούλη. Ήταν ένα μέρος που είχα ακούσει από την Κύπρο ότι σύχναζαν ναυτικοί, κυρίως Κύπριοι. Όταν είπαμε πολλά και γνωριστήκαμε καλά, ο Ανδρέας αποδείχτηκε ένας νέος με πολλή ευγένεια που με προσκάλεσε για οτιδήποτε δύσκολο να μην διστάσω να του γυρέψω βοήθεια. Ήταν μια πρόσκληση που εκ των υστέρων αποδείχτηκε πολύ βοηθητική και σωτήρια για μένα, διότι η εξεύρεση εργασίας στα καράβια δεν ήταν όπως περίμενα. Όταν άρχισα να ρωτώ για δουλειά απο γραφείο σε γραφείο, με απογοήτευση διαπίστωσα ότι υπήρχε μεγαλη κρίση στο επάγγελμα του ναυτικού. Ξεποδαριάστηκα ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες από πολυκατοικία σε πολυκατοικία προσπαθώντας να βρω μπάρκο. 
Η μέρα πέρασε όλη, ήρθε το δείλι, δεν είχα καταφέρει τίποτα.Έλπιζα ότι θα έβρισκα αμέσως δουλειά γιατί ήμουν 
απένταρος, δεν είχα χρήματα ούτε για φαγητό, ούτε για ξενοδοχείο. Απελπισία με κυρίευσε, άλλως πως μου τα είπαν, άλλως πως τα βρήκα. Όμως μες την απελπισία μου, δόξασα το Θεό που βοήθησε και γνώρισα τον Ανδρέα, ήταν μια παρηγοριά μες τη πολλη σκοτούρα μου, έλπιζα να με φιλοξενούσε, εξ άλλου ο ίδιος από μόνος του είχε την καλοσύνη να μου προτείνει τη βοήθεια του. Μπήκα σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο και του τηλεφώνησα. Με ανακούφιση τον άκουσα στην άλλη γραμμή να λέει εμπρός. Του εξήγησα την δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρισκόμουν, και αμέσως πρόθυμα, μου απάντησε να τον περιμένω στο καφενείο της Βοσκοπούλας, και σε μια ώρα περίπου, θα ερχόταν να με βρεί.
Πράγματι ήρθε, με είδε κατσουφιασμένο και στενοχωρημένο, και με ένα πλατύ χαμόγελο μου είπε να μην στενοχωριέμαι και όλα θα πάνε καλά. Μπήκαμε στο ηλεκτρικό τρένο και ανεβήκαμε στην πλατεία Ομόνοιας. Περπατήσαμε κάμποση απόσταση ως την πλατεία Συντάγματος και μπήκαμε σε ένα λεωφορείο με κατεύθυνση του Ζωγράφου που ήταν το σπίτι του καινούργιου μου φίλου του Ανδρέα Παπάζωσιμα.
Με φιλοξένησε, με βοήθησε, με ταΐσε, με ξενάγησε, αν δεν ήταν αυτός δεν ξέρω τι θα απογινόμουν. Κάθε μέρα κατέβαινα στον Πειραιά ψάχνοντας για δουλειά, όμως χωρίς αποτελεσμα. Στις πολλές μέρες, με μεγάλη δυσκολία και ένα φτηνό μεροκάματο σαράντα πέντε λιρών της Αγγλίας, κατάφερα να βρω μπάρκο. Ήταν ένα μικρό καράβι δυόμιση χιλιάδων τόνων, ήταν το "San Denis" της εταιρείας Φραγκίστας. Ήταν Παρασκευή 16 Νοεμβρίου σούρουπο, υπόγραψα συμβόλαιο εργασίας με τη πλοιοκτήτρια εταιρεία και πήρα το ηλεκτρικό να επιστρέψω στην Αθήνα. 
Βγαίνοντας από τον υπόγειο σταθμό της Ομόνοιας έπεσα πανω σε ένα μεγάλο πλήθος κόσμου που φώναζε και διαδήλωνε για ελευθερία. Ήταν ουρές φοιτητών που είχαν συναχτεί έξω από το Πολυτεχνείο, που μεγάλωσαν και κατέκλυσαν όλη την κεντρική Αθήνα. Μαζί τους εργάτες τραγούδαγαν «πότε θα κάνει ξαστεριά». 
Ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, η εξέγερση των φοιτητών, της νεολαίας και ολόκληρου του ελληνικού λαού κατά της χουντικής τυραννίας. Εκείνη τη μέρα παραμονή του Σαββάτου 17 Νοέμβρη, άρχισαν οι συγκρούσεις με την αστυνομία. Όταν η μεγαλη διαδήλωση που σχηματίστηκε κατευθύνθηκε προς το Πολυτεχνείο, η αστυνομία άρχισε να κτυπά. Τεθωρακισμένα εμφανίστηκαν και ένα τανκ έριξε κάτω την πύλη παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο και καταλαμβάνοντας το Πολυτεχνείο. Πυροβολισμοί έπεφταν και μάχες γίνονταν σώμα με σώμα. Τα δακρυγόνα γέμισαν την ατμόσφαιρα κάνοντας τα πλήθη να τρέχουν να γλυτώσουν.
Εγκλωβισμένος μέσα στο ανώνυμο πλήθος που επαναστατούσε και πολεμούσε για την Ελευθερία του, βρέθηκα εκείνο το βράδυ να παρακολουθώ τη βαναυσότητα των αστυνομικών και των στρατιωτών ενάντια στον Ελληνικό λαό που ζητούσε μονο Δημοκρατία.
Με τίμημα μόνο την εισπνοή δακρυγόνων, κατάφερα απο τοίχο σε τοίχο και ξέφυγα από το πλήθος πρώτα τρέχοντας και ύστερα περπατώντας με γοργό βάδισμα στις σκιές των κτιρίων. Διάνυσα περπατητός την μακρινή απόσταση ως του Ζωγράφου ξεφεύγοντας από τον κίνδυνο της επανάστασης στην οποία όπως μάθαμε την άλλη μέρα από φοιτητές, οι αστυνομικοί πυροβολούσαν στα τυφλά στο ανώνυμο πλήθος που διαδήλωνε.
Εκείνη τη μέρα αποχαιρέτησα το φίλο μου, πήρα το λεωφορείο και κίνησα για την Ελευσίνα που στο λιμάνι της ήταν αγκυροβολημένο το φορτηγό πλοίο "San Denis". Θα ήταν το σπίτι μου για τους επόμενους εφτά μήνες. Ήταν ένα μικρό πλοίο που όταν σαλπάραμε το ένιωσα να είναι έρμαιο σε κάθε τρικυμία και κύμα και να μου βγαίνουν τα σωθικά από το ανάποδο του ταρακούνημα, που όμως εκ των υστέρων είδα ότι όλη η ταλαιπωρία ήταν άξια κόπου. Διότι  να είναι κάποιος ταξιδευτής, να βλέπει καινούργιες χώρες και νέα μέρη ξωτικά, παράξενα μα και ωραία πραγματα, είναι μεγάλο ζήτημα. 


Το μεγάλο κύμα (Ταξίδι με το πλοίο “EUGENIE”)
---------------------------------------------
Εκείνη τη μέρα ήταν ξημερώματα και στεκόμουν στη πρύμνη ύστερα από τη νυχτερινή μου βάρδια. Συνήθιζα αυτές τις ώρες που ξημέρωνε και όλο το πλοίο κοιμόταν εξόν από τους βαρδιάνους, να βγαίνω στην πρύμη. Έστεκα κάτω από τα αστέρια που έσβηναν και μες το χάραμα που ερχόταν, ένιωθα στα πόδια μου το πλοίο να τρέμει και να τρίζει από την αντίσταση που εύρισκε ο έλικας μέσα στα νερά. Άκουα το τιμονάκι κάτω στα ύφαλα του πλοίου στην ίσαλη γραμμή να αγκομαχά και χωρίς αναπαμό να επαναφέρνει το πλοίο στη σωστή πορεία. Ένιωθα και αισθανόμουν κάτω από τα πόδια μου τη μεγαλη δύναμη του πλοίου και την πάλη που έδινε με τη θάλασσα για να την σπρώχνει και να μπορεί να πλέει. Ακουμπώντας στα ρέλια και παρακολουθώντας τα άσπρα αναταραγμένα νερά από τον έλικα του πλοίου, άφηνα το μυαλό μου να ημερεύει με τα στοιχεία της φύσης και να ταξιδεύει στο γκρίζο μισοσκόταδο και να με πηγαίνει όπου ήθελε. 
Εκείνη τη μέρα, εκείνη την ωρα, -ίσως από σύμπτωση-, σκεφτόμουν τη μεγάλη δύναμη της θάλασσας και όσα ανεξήγητα έκρυβε στα σκοτεινά άγνωστα βαθιά νερά της, ώσπου ξάφνου, χωρίς να είμαι σίγουρος για ότι άρχισε να συμβαίνει, μου φάνηκε ότι ένιωσα την βαρύτητα της ατμόσφαιρας να αλλάζει και το πλοίο με τη θάλασσα να παίρνει καθίζηση και να πηγαίνει προς τα κάτω, όπως τη στάθμη μιας λίμνης που κατεβαίνει απότομα χωρίς όμως να σχηματίζει δύνη. Κοίταξα ξαφνιασμένος αλαφιασμένα ένα γύρο τη θάλασσα και μου φάνηκε ότι το πλοίο ήταν στον πάτο της βάσης ενός τεράστιου κύματος, ενώ η κορφή του πέρα μακριά ήταν απέραντα ψηλή, όπως ένα λαγκάδι ανάμεσα σε βουνά, όλα υδάτινα και το πλοίο να πλέει στη χαμηλότερη επιφάνεια των νερών. 
Ήταν ένας κίνδυνος πρωτοφανής και τόσο ασύλληπτα αληθινός, που το μυαλό μου αρνήθηκε να τον πιστέψει στην αρχή, και σαν σε ονειρική κατάσταση παρακολούθησα το φαινόμενο να εξελίσσεται σαν θεατής. Έβλεπα την κορφή του κύματος να αγγίζει τον ουρανό έτοιμο να γύρει και να μας σκεπάσει, και το πλοίο να είναι παιχνιδάκι μικρό στη σκιά του. Και ύστερα έμοιαζε η θάλασσα βουνό θεόρατο, και εμείς πλέαμε στην ανηφορική πλαγιά του ώσπου φτάσαμε στην κορφή, και ύστερα πήραμε την κατηφόρα και κατεβήκαμε και βρεθήκαμε σε μια γαλήνια θάλασσα ενώ το μεγάλο κύμα έφευγε μακριά μας.
Ήταν ένα κύμα θεόρατο, κάτι που δεν είχα συναντήσει πριν στα ταξίδια μου. Ένα τεράστιο τείχος από νερό, ένα γιγάντιο κύμα με ύψος περισσότερο απο τριάντα μέτρα, μπορεί και εκατό, που εμφανίστηκε από το πουθενά. 
Και όταν όλα τέλειωσαν, δεν ήμουν σίγουρος αν ότι συνέβη ήταν αληθινό. Τσίμπησα το χέρι μου ώσπου πόνεσα, αλλά το τεράστιο κύμα πέρα μακριά που έφευγε ήταν πραγματικό, το έβλεπα που συνέχιζε την πορεία του τεράστιο σε μέγεθος και φοβερό. Ήταν πραγματικότητα, ήταν ένα γιγαντιαίο κύμα που μας συνάντησε και προσπέρασε χωρίς να μας βουλιάξει. 
Στις απέραντες ώρες της βάρδιας κάτω στη μηχανή που η βάρδια είναι διπλή, εμείς οι ναυτικοί λέγαμε ιστορίες κυρίως θαλασσινές. Κάποτε ένας γέρο θερμαστής μου είπε ότι άκουσε για ένα γιγάντιο κύμα  που χτύπησε ένα πλοίο στη Μοζαμβίκη, το ανύψωσε σε ένα υδάτινο βουνό και ύστερα το βύθισε στο θαλάσσιο βάραθρο που ακολούθησε. Όμως μου εξήγησε ότι σίγουρα ήταν μύθος, τέτοια κύματα δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχει η Γοργόνα η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου. Προσπάθησα να μάθω ρωτώντας παλιούς ναυτικούς και ψάχνοντας σε βιβλιογραφία γι αυτό το γιγάντιο κύμα, αλλά ότι έμαθα ήταν θεωρίες που δεν έπειθαν, γιατί από συνηθισμένο σεισμό δεν μπορούσε να προκληθεί αναταραχή στα νερά της θάλασσας σε τόση μεγαλη εκταση, ούτε τσουνάμι ήταν, διότι πουθενά στον κοσμο εκείνη την ημέρα δεν είχε καταγραφεί σεισμική δόνηση.
Στεκόμουν στην άκρη του πλοίου και έβλεπα το κύμα να φεύγει ενώ κανένας πανικός δεν με είχε κυριέψει ακόμα, γιατί ο νους μου δεν είχε συνειδητοποιήσει τον μεγάλο κίνδυνο που μας συνάντησε και μας προσπέρασε. 
Ο ήλιος ψήλωνε και σιγά σιγά ανέβαινε στον ουρανό, ενώ σε όλο τον ορίζοντα δεν υπήρχε άλλο πλεούμενο, ίσως να τα κάταπιε όλα το μεγάλο κύμα, μου πέρασε από το νου. 
Ο ελαφρύς και δροσερός άνεμος της νυχτερινής αύρας σταμάτησε, τον πήρε μαζί του το κύμα και άφησε στην ατμόσφαιρα μια νεκρή απανεμιά που στη βαθιά σιωπή της στεκόμουν ακίνητος αρχίζοντας να συνειδητοποιώ σιγά σιγά το παράξενο παρα φυσικό φαινόμενο που είχε συμβεί. 


Η Τρούμπα
--------- 
Παλαιότερα ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος. Με τα καταγώγια, τα Καμπαρέ, τους οίκους ανοχής, τα καφενεία και τα χασισοποτεία, τους νταήδες, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών. 
Το 1832 Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα, το λιμάνι αναστήθηκε και εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας.
Για την εξυπηρέτηση των πλοίων και τον ανεφοδιασμό τους με νερό, το 1860 έσκαψαν πανω στο ντόκο ένα πηγάδι και τοποθέτησαν μια τρόμπα με την οποία τροφοδοτούσαν στα πλοία νερό. Από αυτήν τη τρόμπα ονομάστηκε η περιοχή Τρούμπας. Ήταν η κακόφημη περιοχή του Πειραιά που παλιότερα την εποχή των Αμερικάνων γνώρισε μεγάλες δόξες εξ αιτίας της προστυχιάς και της ανομίας αφου ήταν γεμάτη καμπαρέ πουτάνες και χασικλήδες. Κάθε που Αμερικάνικο πλοίο του έκτου στόλου έπλεε στον Πειραιά, όλοι οι κάτοικοι και περίοικοι της Τρούμπας συσκέφτονταν πως να τα φάνε τους Αμερικάνους. Ήταν ένας παράνομος τόπος με δικούς του άγραφους κανόνες σε εποχές φτώχειας, όταν οι άνθρωποι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. 
Όταν ήμουν παιδί κάθε Τετάρτη, θυμάμαι στο σινεμά του Λεωνίδα στο χωριό μου, πλήρωνα μισό σελίνι και έβλεπα Ελληνικές ταινίες που έπαιζε. Μέσα από αυτές έμαθα για την κακόφημη περιοχή της Τρούμπας και την σκληρή της ζωή. Γνώρισα τον σκληρό χαρακτήρα των ανθρώπων μέσα από τη μορφή του Γιώργου Φούντα που ήταν ο τίμιος αλλά σκληρός των ταινιών, από τη μορφή του Στέφανου Στρατηγού του ύπουλου και αδίστακτου χαφιέ, και από το πρωτότυπο υποκριτικό ταλέντο της αθάνατης Έφης Οικονόμου για τις κακές πουτάνες και τις τίμιες γυναίκες που αναγκάζονταν να πέσουν χαμηλά παρασυρμένες ή αναγκασμένες από τη φτώχεια και τους νταήδες. Ήταν σκηνές που επηρέαζαν τους θεατές και τους παράσερναν να ζουν τις περιπέτειες οι ιδιοι με τη φαντασία τους. Ήταν ιστορίες αλλόκοτες για έναν περασμένο κόσμο που το Ελληνικό σινεμά τον πρόβαλε με μεγαλη επιτυχία. Που 
φανέρωσε την μεγαλη φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Που οι φτωχές όμορφες γυναίκες κατέβαιναν στον Πειραιά με πρόσχημα να βρουν δουλειά, που ακόμα και οι παντρεμένες κατέφευγαν να πουλούν το κορμί τους. Ένας υπόγειος παράνομος κόσμος γεμάτος μυστήριο και φόβο που τρόμαζε τους νομοταγείς ήσυχους πολίτες.
Αφου ήμουν στην Ελλάδα, ήταν φυσικό να σκεφτώ να επισκεφτώ τη κακόφημη συνοικία. Της είχαν αλλάξει όνομα, προσπαθούσαν να της αλλάξουν και ιστορία. Ήταν το 1973-78, μα τίποτα δεν κατάφεραν. Ήταν ακόμα περιοχή γεμάτη νταβατζήδες, ομοφυλόφιλους, πορνεία και σινεμά ερωτικών ταινιών. Ένας κόσμος ηδονικός, που οι ναυτικοί και οι θαμώνες διασκέδαζαν παρέα με γυναικεία συντροφιά μέσα στα σινεμά, στα φαγάδικα και στα καφενεια όλη μέρα, ενώ όλη νύχτα μέσα στα καμπαρέ παρακολουθούσαν στριπτήζ με παρεα τους νταήδες και τους προαγωγούς που έστεκαν παράμερα και έλεγχαν διακριτικά έτοιμοι να επέμβουν όταν χρειαζόταν.
Στην αρχή δεν έμπαινα στα καμπαρέ επηρεασμένος από τις ταινίες που είδα στον κινηματογράφο και εξιστορούσαν την επικινδυνότητα που υπήρχε μέσα στο ημίθαμπο και τη σκοτεινιά των καταγωγίων. Την έβγαζα αραχτός στο καφενείον η Ελλάς, ή στο καφενείο της Βοσκοπούλας που ήταν στέκια ναυτικών, αλλά κυρίως όλων των Κυπρίων που περιδιάβαιναν την ακτή του Πειραιά ψάχνοντας για δουλειά να πάνε στα καράβια. Καλύτερα όμως την έβγαζα στα δυο σινεμά της παραλίας που έπαιζαν χωρίς διακοπή ακατάλληλες ταινίες. Ήταν μια εποχή που μόλις επετράπη η δημόσια προβολή πορνό, και είχε αποτέλεσμα μέρα νύχτα οι κινηματογράφοι να είναι ασφυκτικά γεμάτοι διψασμένους θεατές, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο στην Ελλάδα ύστερα από την πτώση της στρατιωτικής Χούντας που κυβέρνησε την Ελλάδα για εφτά χρόνια.
Στο δεύτερο μου μπάρκο όταν ξεμπάρκαρα και κατέβηκα στον Πειραιά, θυμάμαι, συνάντησα μέσα στο καφενείον της Ελλάς, έναν παλιό μου φίλο κολλητό και χωριανό, που σπούδαζε σε μια αεροπορική σχολή μηχανικών. Με παρέα τον φίλο μου και άλλους δυο φίλους του Καλαματιανούς, εκείνη τη νύχτα μπήκαμε σε ένα καμπαρέ.
Δεν ήταν περασμένη η ωρα, οι πελάτες ήταν λίγοι, αλλά οι πουτάνες πολλές. Στο μισοσκότεινο χώρο που μύριζε λιβάνι, είχε γυναίκες ημίγυμνες που φαίνονταν ωραίες και επιθυμητές. Μας υποδέχτηκαν και μας οδήγησαν σε μια άκρη, σε μια γωνιά πίσω στο τέλος της αίθουσας, ένας χώρος απομονωμένος και λίγο υπερυψωμένος από το άλλο πάτωμα. Κάτσαμε σε ευρύχωρους καναπέδες και μέσα σε μια χαλαρωτική ατμόσφαιρα παρακολουθήσαμε τις όμορφες κοπέλες να χορεύουν μονο για μας. Παραγγείλαμε ποτά για μας και γι αυτές. Δεν μου άρεσε να πίνω ποτό, πάντα την έβγαζα με ένα δυο ποτηράκια. Εκείνη τη νύχτα ήθελα να έχω τον έλεγχο, δεν ήθελα να ζαλιστώ, αποφάσισα  θα έπινα μονο μια μπύρα. Είχα μέσα μου μια ανησυχία, φοβούμουνα για κακά ξεμπερδέματα με τους μαστροπούς, τους παράνομους κλέφτες και ληστές, ήταν που επηρεάστηκα από τις ταινίες του Φούντα και του Κούρκουλου. 
Εκείνη τη νύχτα δεν θυμάμαι να παρήγγειλα δεύτερο ποτό ή τρίτο, δεν θυμάμαι πολλά πραγματα, παρά μόνο ότι πέρασα καλά, θυμόμουν στιγμές σε αναλαμπές ευχάριστες και ηδονικές με τις πανέμορφες κοπέλες να με αγγίζουν, να με χαϊδεύουν, να με γλυκοφιλούν.
Ύστερα χωρίς άλλη θύμηση ως την άλλη μέρα, ξύπνησα στο παλιό κρεβάτι στο παλιό ξενοδοχείο, μόνος. Πεσμένος ανάσκελα κοιτάζοντας το ταβάνι με ένα τσιγάρο στο χέρι προσπαθούσα να σκεφτώ τι συνέβη το περασμένο βράδυ. Θυμόμουν μονο στιγμές σε αναλαμπές ευχάριστες και ηδονικές με τα κορίτσια του μπάρ να εχουν τα στήθη έξω να με πασπατεύουν και να με χαϊδολογούν…
Άπλωσα το χέρι και τράβηξα τα ρούχα μου με ένα κακό προαίσθημα σίγουρος για το αποτελεσμα και έψαξα στις τσέπες. Ένα μεγάλο ποσό χρημάτων ανάληψης απο την προηγούμενη μέρα είχε ξοδευτεί, δεν έμεινε μια. Μου τα πήραν όλα, έπρεπε να σηκωθώ νωρίς να πάω στην εταιρεία να πάρω προκαταβολή για το επόμενο μπάρκο. Δεν μπορούσα να συνεχίσω στη στεριά άλλες μέρες, αφου ξόδεψα όλα μου τα χρήματα το τελευταίο βράδυ. 
Είχαν τον τρόπο τους ως φαίνεται τα γκαρσόνια, οι γυναίκες και οι μαγαζάτορες, να χρησιμοποιούν λιβάνια και ουσίες, να χαλαρώνουν τους πελάτες, ώστε με ευκολία να σπαταλούν όλα τα λεφτά τους. Αυτό συνέβη σε εμάς, δεν στεναχωρήθηκα, ήταν μια χαλαρωτική εμπειρία. 


Τα γκαζάδικα (Ταξίδι με το πλοίο “WORD KNOWLEDGE”)
--------------------------------------------------
Τα πετρελαιοφόρα πλοία αποτελούνται από δεξαμενές μέσα στα αμπάρια τους που μέσα αποθηκεύεται το πετρέλαιο για να μεταφερθεί από τον τόπο εξόρυξης στον τόπο διύλισης.
Το μέγεθος τους είναι πολύ μεγάλο και χωρούν έως 500.000 τόνους. Τα υγρά φορτία που μεταφέρουν είναι επικίνδυνα γιατί παλαντζάρουν και εύκολα βουλιάζουν και ευκολότερα  κόβονται στα δύο. Είναι καράβια υψηλού κινδύνου καθώς μεταφέρουν επικίνδυνο φορτίο. Οι ναυτικοί που δουλεύουν σ αυτά είναι άνθρωποι που αντέχουν και εχουν κότσια και υπομονή και μπορούν να αντέχουν μια ζωή που είναι γεμάτη κινδύνους και απομόνωση, διότι η ζωή στα γκαζάδικα χρειάζεται μεγάλες αντοχές, αφου τον περισσότερο καιρό ταξιδεύουν και ελάχιστα πατούν στεριά. Είναι επιλογή εργασίας που απαιτεί θάρρος, διότι είναι γεμάτη κινδύνους και απομόνωση για πολλή καιρό.
Γνωρίζοντας όλα αυτά, ύστερα από το πρώτο μου μπάρκο στο πλοίο «Άγιος Διονύσης» ένα μικρό φορτηγό 2.500 τόνων που ταξίδευε στη Μεσόγειο και έκανε ταξίδια κοντινά και εύκολα, αποφάσισα να δουλέψω σε γκαζάδικο γιατί το μεροκάματο ήταν μεγαλύτερο, ήταν τριπλάσιο. Τα φορτηγά πλοία επανδρώνονταν από Ναυτικούς ευκολότερα γιατί έκαναν κοντινά ταξίδια, έπιαναν λιμάνια κάθε λίγες μέρες και έμεναν ράδα ώσπου να ξεφορτώσουν ή να φορτώσουν κάμποσες μέρες. Η ζωή ήταν καλύτερη, ήταν ευχάριστη, και πολλοί Ναυτικοί προτιμούσαν να δουλεύουν σ αυτά. Ήταν αυτός λόγος που με μεγαλύτερη ευκολία βρήκα δουλειά σε γκαζάδικο, γιατί τα πλοία αυτά τα επάνδρωναν κυρίως Ναυτικοί που συνειδητά παραμέριζαν στο βάθος του συνειδητού τους τον απόλυτη επικινδυνότητα τους, απλά και μόνον γιατί είχαν την απόλυτη ανάγκη μεγαλύτερου μεροκαμάτου.
Πήρα σβάρνα την ακτή Μιαούλη και μπήκα από γραφείο σε γραφείο ψάχνοντας και ρωτώντας. Κατέληξα σε συμφωνία με την εταιρεία “S. Niarchos”, μπαρκάρισα Δόκιμος μηχανικός με 140 Εγγλέζικες λίρες κάθε μήνα σε ένα τάνκερ 140.000 τόνων το «Southern union» που κατασκευάστηκε πρίν το 1900. Ήταν από τα πρώτα πλοία που αγόρασε ίσως σε τιμή ευκαιρίας ο μεγάλος εφοπλιστής, που ήταν τόσο παλιό ωστε σε κάθε φουρτούνα κινδύνευε να βουλιάξει, αλλά που χωρίς να σκέφτεται «τόσο μικρά πράγματα» συνέχιζε να το ταξιδεύει, ήταν η χρυσή δεκαετία των τάνκερς. Ο Σταύρος Νιάρχος ήταν αυτοδημιούργητος εφοπλιστής που απλός υπάλληλος σε αλευρόμυλο κατέληξε ένας μεγάλος εκατομμυριούχος. Έπεισε τους θείους του που ήταν οι εργοδότες του να αγοράσουν έξι φορτηγά πλοία για την μεταφορά του σιταριού, και ο ίδιος δανειζόμενος κατάφερε ν' αγοράσει ένα από τα πλοία αυτά. Κατά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το εκμίσθωσε στους Συμμάχους αλλά καταστράφηκε στον πόλεμο και χρησιμοποίησε τα χρήματα που προήλθαν από την ασφάλεια ως κεφάλαιο για να επεκτείνει τον στόλο του. Αγόρασε κυρίως δεξαμενόπλοια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε η περουσία του Σταύρου Νιάρχου ως σημαντικού παράγοντα  στο χώρο του διεθνούς εμπορίου.
Από τα πρώτα πλοία, το «Southern union» ήταν ένα γκαζάδικο με γέρικο σκαρί κατασκευασμένο με περσίνια που έδιναν δύναμη αντοχής στις μεγάλες φουρτούνες, αλλά χωρίς συστήματα κλιματισμού με αποτέλεσμα η ζέστη που προερχόταν από τους ατμολέβητες και τη φυσική αφόρητη ζέστη του καιρού στον Περσικό κόλπο, έκαναν τη ζωή των Ναυτικών αφόρητη. Ήταν η θερμοκρασία στο μηχανοστάσιο 50°C  και στο κατάστρωμα λίγο λιγότερη. Πάνω στις καυτές λαμαρίνες από την συνεχή υπερθέρμανση του ήλιου, κάποτε για πλάκα σπάζαμε αυγά που ψήνονταν σε δευτερόλεπτα.
Η πρόωση του πλοίου γινόταν με την προπέλα που ήταν συνδεδεμένη με άξονα που την γύριζε και που αυτός έπαιρνε τις στροφές του από τον ατμοστρόβιλο που η τροφοδοσία του με ατμό γινόταν από τους ατμολέβητες. Το μηχανοστάσιο στα έγκατα της πρύμνης του πλοίου χωριζόταν στο λεβητοστάσιο όπου ήταν τοποθετημένοι οι λέβητες που λειτουργούσαν με καύση πετρελαίου και στο μηχανοστάσιο που ήταν εγκατεστημένος ο στρόβιλος που γύριζε τον έλικα. Οι σωληνώσεις μεταφοράς ατμού ήταν παλιές και καταπονεμένες, δεν άντεχαν την μεγαλη πίεση του ατμού και συνέχεια διέφευγε ατμός δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ομιχλώδη. Ώσπου να φτιάξουμε τη μια φαγωμένη φλάντζα, έσπαγε η άλλη. Ήταν μια επίπονη προσπάθεια επιδιόρθωσης ώστε να περιορίζονται οι απώλειες και να είναι επαρκής ο ατμός να κινεί τον στρόβιλο και να γυρίζει τον άξονα της προπέλας. Ήταν μια επικίνδυνη και σκληρή εργασία που στην ιστορία των πλοίων με ατμολέβητες δεν υπάρχει έστω ένας μηχανικός χωρίς να έπαθε σοβαρό έγκαυμα. 
Παρ όλα αυτά σφίγγαμε τα δόντια και αναμέναμε να περάσουν οι μέρες να πιάσουμε στεριά, να μπορέσουμε να χορτάσουμε ύπνο έξω από το πλοίο, στο επόμενο λιμάνι. Ευτυχώς το γέρικο στραπατσαρισμένο πλοίο δεν έκανε μακρινά ταξίδια, υπήρχε συμβόλαιο για ναύλο στην νήσο Κεϋλάνη.
Η ΣριΛάνκα που το όνομά της σημαίνει Ευλογημένο Νησί και παλιότερα ονομαζόταν Κεϋλάνη, βρίσκεται νοτιοανατολικά των Ινδιών. Έχει κλίμα θερμό και υγρό γιατί βρίσκεται κοντά στον Ισημερινό. Είναι νησί με πλούσια βλάστηση και ζούγκλες, απέραντες φυτείες τσαγιού, τεράστια αγάλματα του Βούδα λαξευμένα σε βράχους, καθώς και Εθνικά Πάρκα με άγρια ζώα και επικίνδυνα φίδια με κέρατα και άλλες αποκρουστικές διαβολικές μορφές με παράξενα χρώματα. Για όλες τις παράξενες ομορφιές της, την Κεϋλάνη την είπαν δάκρυ της Ινδίας και Ταϊτή της Ανατολής. Το Κολόμπο είναι λιμάνι και πρωτεύουσα. Την εποχή πριν το 1980, τα κτίρια ήταν χαμηλά, κυριως παράγκες από πρόχειρα υλικά και λίγα πέτρινα μεγαλόπρεπα, κατάλοιπα της Βρετανικής Αποικιοκρατίας.
Ο καιρός στο τελευταίο μας ταξίδι για την Κεϋλάνη ήταν κακός, το ίδιο και η θάλασσα. Όταν ένα γκαζάδικο είναι φορτωμένο μέσα σε μεγαλη τρικυμία, ο πλους είναι συγκλονιστικά επικίνδυνος διότι ένεκα του μεγάλου φορτίου είναι βυθισμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου στη θάλασσα και ελάχιστο μέρος της κουβέρτας μένει έξω από το νερό. Οπότε στις μεγάλες φουρτούνες τα κύματα σκεπάζουν την κουβέρτα με θάλασσα, και μόνο το κομοθέσιο και τα άλμπουρα μένουν έξω από το νερό. 
Ήταν μια μέρα με τέτοιο καιρό που κοντεύαμε να πιάσουμε το λιμάνι του Κολόμπο και όπως πάντα λίγες ώρες πριν, έπρεπε να ελέγξουμε τους σωλήνες που έδιναν ατμό να γυρίσει την άγκυρα και τα άλλα μηχανήματα στην κουβέρτα που χρειάζονταν να λειτουργούν για την εκφόρτωση του πετρελαίου. Ανοίξαμε σιγά τη βαλβίδα και αφήσαμε τον ατμό να κυλήσει αργά στο σωλήνα ώστε να μην σπάσει από την απότομη διαστολή. Παρ όλα αυτά μια φλάντζα έσπασε, έπρεπε να την επιδιορθώσουμε. Δεν ήταν δύσκολη δουλειά και επειδή ήμουν Δόκιμος Μηχανικός, ο Τρίτος την ανάθεσε σε μένα. Η σπασμένη φλάντζα ήταν περιπου ανάμεσα της πρύμνης και της πλώρης. Μεγάλα κύματα έλουζαν την κουβέρτα, χρειαζόταν μεγαλη προσοχή διότι με τέτοιους καιρούς, πολλές φορές η θάλασσα άρπαξε ανθρώπους από το κατάστρωμα των γκαζάδικων και τους έριξε στη θάλασσα. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως κανείς δεν γλυτώνει, τον παίρνει η δύνη της φοράς του πλοίου και τον εξαφανίζει.
Φόρεσα τα αμιαντέτινα γάντια, απαραίτητα να με προστάτευαν από τον καυτό ατμό, και βαστάζοντας την καυτερή σωλήνα του ατμού, ξεκίνησα να πάω να επιδιορθώσω την σπασμένη φλάντζα. Έφτασα στο μεσιακό κατάρτι εκεί που ήταν η βλάβη, και πολύ προσεκτικά ισορροπώντας τη μια στο ένα πόδι και την άλλη στο άλλο ανάλογα με το παλαντζάρισμα του πλοίου, ξεβίδωσα τις βίδες για να αλλάξω την ελαστική φλάντζα.
Τα κύματα ανέβαιναν πανω στο κατάστρωμα και κάθε φορά μου έβρεχαν τα πόδια. Προσεκτικά και μεθοδικά δούλευα, προσέχοντας μην με παρασύρει κάποιο μεγάλο κύμα, ενώ μέσα μου καλούσα την Παναγία να με προσέχει. Βίδα με βίδα άλλες ξεβιδώνοντας τες και άλλες κόβοντας τες με το κοπίδι, κόντευα να τελειώσω, ώσπου ξάφνου ήρθε ένα θεόρατο κύμα και σάρωσε την κουβέρτα και άρπαξε και μένα, παρασέρνοντας με δύναμη καταπληκτική, χωρίς να μπορώ να φέρω αντίσταση.
Πανω στη γέφυρα ο Καπετάνιος με τον ανθυποπλοίαρχο και τον ναύτη της βάρδιας βλέποντας το πελώριο κύμα να με αρπάζει και να με σκουλλίζει, έμειναν χάσκοντας και για δευτερόλεπτα είχαν το στόμα ανοιχτό χωρίς να μπορούν να αρθρώσουν κραυγή αγωνίας, πίστεψαν ότι χάνομαι, ότι πνίγομαι…
Όταν το κύμα υποχώρησε βρέθηκα ξαπλωμένος στο κατάστρωμα του πλοίου και όχι στα βαθιά του πέλαου να θαλασσοδέρνομαι και να πνίγομαι. Είχα προνοήσει εκ των προτέρων και πέρασα θηλιά σχοινιού στη μεση μου που το είχα δεμένο δίπλα στη σωλήνα του ατμού. Ο Καπετάνιος και οι άλλοι αναστέναξαν με ανακούφιση, δεν ήξεραν πως γλύτωσα από τέτοιο μεγάλο κύμα αφού από μακριά δεν μπορούσαν να δουν ότι ήμουν δεμένος με σχοινί. Άρχισαν να σταυροκοπιούνται και να δοξάζουν τον Θεό, γιατί πίστεψαν πως ήταν θαύμα να είμαι καταμεσής του καταστρώματος και όχι μέσα στη θάλασσα ύστερα από το μεγάλο κύμα που πέρασε και δεν με παρέσυρε. Όμως για μένα της Παναγίας ήταν μεγαλη η χάρη  που με βοήθησε και σκέφτηκα και δέθηκα, με είχε τοιουτοτρόπως γλυτώσει από έναν βέβαιο πνιγμό.


Στο Κάτε Ντράκ (Ταξίδι με το πλοίο “EUGENIE S. NIARCHOS”)
---------------------------------------------------------
Θυμάμαι καλά ήταν το τρίτο μου μπάρκο στο πλοίο «Ευγενία» που είχε το όνομα της τρίτης γυναίκας του ιδιοκτήτη εφοπλιστή Σταύρου Νιάρχου. 
Σαλπάροντας από τα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά με προορισμό τον Περσικό Κόλπο,  περάσαμε από το λιμάνι  του Αγίου Νικολάου στην Κρήτη να πάρουμε εφόδια. Αράξαμε ράδα και περιμέναμε την λάντζα. 
Η μέρα ξημέρωνε με συννεφιά και βροχή. Ο μπόμαν και ο λοστρόμος και λίγοι άλλοι ναύτες στο κατάστρωμα ετοίμαζαν το παλάγκο για το ξεφόρτωμα, ενώ κουβεντιάζοντας και συζητώντας έλεγαν για τη βροχή που έπεφτε σιγανή και ξέπλενε την κουβέρτα. Δίπλα τους ο γραμματικός τους άκουε έχοντας το νου του στη λάντζα.
Αυτό το όμορφο πρωινό στη ράδα του νησιού της Κρήτης, εμείς οι άλλοι στο σκεπαστό της πρύμης κοιτάζαμε το λιμάνι και την πόλη του νησιού. Όσοι δεν είχαμε βάρδια ήμασταν εκεί να χαζέψουμε τον όμορφο κόλπο αναμένοντας τη λάντζα που θα έφερνε μαζί το ταχυδρομείο. 
-Όμορφα είναι στη ράδα του νησιού το σημερινό πρωινό, 
άκουσα τον γραμματικό να λέει, -θα πάρουμε τα στόρια και ολόισια για το νησί Καρκάϊλαντ να φορτώσουμε για Ολλανδια. Αυτές είναι οι εντολές για το επόμενο ναύλο, το επόμενο ταξίδι, πηρε τηλεγραφημα ο μαρκόνης. 
Συνήθως φορτώναμε χωρίς να έχουμε συγκεκριμένο προορισμό, παίρναμε οδηγίες από τα γραφεία όταν σαλπάριζε το πλοίο φορτωμένο και έτοιμο για οποιοδήποτε μεγάλο ποντοπόρο ταξίδι. Αυτή τη φορά ξέραμε τον προορισμό μας πριν ακόμα ξεκινήσουμε το ταξίδι για τον Περσικό Κόλπο.
-Να η λάντζα, έρχεται σε μας, άκουσα τον καθαριστή της μηχανής δίπλα μου να λέει και να δείχνει τη μεγαλη βάρκα που κατευθυνόταν στη μεριά μας. Μας κόντεψε και ελαττώνοντας ταχύτητα, με μπροστινή και πισινή, κόλλησε δίπλα μας ένα με το πλοίο και άφησε τη μηχανή στο ρελαντί.
Είδα το πλήρωμα της να εργάζεται πυρετωδώς για να ξεφορτώσουν τα εφόδια, είδα και ένα να στέκει στην άκρη να κοιτάζει στη μεριά μας. 
-Αυτός, λέω μέσα μου, μοιάζει του φίλου μου του Αντωνέσκου. 
Έμεινα να τον παρατηρώ με έκπληξη για την μεγαλη ομοιότητα, φυσικά ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν ο ίδιος αφου ο φίλος μου ο παιδικός που για είκοσι χρόνια –όλα τα χρόνια της ηλικίας μας- είμαστε μαζί στο ίδιο χωριό και στις ίδιες γειτονιές, δεν έπρεπε να είναι εδώ, ήξερα ότι σπούδαζε στον Πειραιά. Μου φάνηκε ότι και αυτός με κοίταζε, αλλά δεν έδειξε να με γνωρίζει, γι αυτό όταν επιβιβάστηκε και στάθηκε δίπλα μου, με πολλή έκπληξη, ναι, αναγνώρισα τον παιδικό μου φίλο τον Αντωνέσκο. Ήταν αυτός, είχε ζητήσει και βρήκε εργασία στην ίδια εταιρεία και στο ίδιο πλοίο με μένα. Ήθελε να μου κάνει έκπληξη και ήρθε απροειδοποίητα. Μεγαλη η έκπληξη μου, μεγαλύτερη η χαρά μου, τον καλωσόρισα με ευχαρίστηση. Τον βοήθησα με τα μπαγκάζια και ύστερα ανεβήκαμε στο γραφείο του Καπετάνιου για τα διαπιστευτήρια και τις γραφικές διατυπώσεις. 
Στη ξενιτιά λοιπόν και μέσα στο μεσοπέλαγο συνάντησα το φίλο μου και η χαρά μου ήταν μεγαλη. Θα είχα σύντροφο δικό μου ανάμεσα στους σκληρούς ανθρώπους του πληρώματος που συνήθως οι καρδιές τους γίνονταν σκληρές και σκυθρωπές, αφου πανω στα γκαζάδικα ίσως από τη μεγαλη τους μοναξιά γίνονται ψυχροί και απόμακροι. Αναμεσα σε τετοιο πειβάλλον και συνθήκες το να έχει κάποιος αληθινό φίλο είναι μεγάλη υπόθεση, γιατί μια φιλία αληθινή αντέχει στις τρικυμίες και είναι πολλές οι φορές που μοιράζονται αναμεταξύ τους οι φίλοι τις χαρές και τις λύπες και πολλές οι φορές που στα δύσκολα ο ένας είναι αποκούμπι στον άλλο και συνοδοιπόρος στα δυσκολότερα. Έτσι και τώρα, ανάμεσα στους ξένους ναυτικούς που πολλοί προέρχονταν από άλλες χώρες άλλων φυλών και που ο καθένας κοίταζε τον άλλο με αμφιβολία, εγώ με το φίλο μου νιώθαμε σύντροφοι δυνατοί και συμπαραστάτες ο ένας στον άλλο.
Από τον Άγιο Νικόλαο Κρήτης πλεύσαμε τα γαλήνια νερά της Μεσογείου και περάσαμε από το Γιβραλτάρ στα θυμωμένα νερά του Βόρειου Ατλαντικού και ύστερα του Νότιου. Πιάσαμε  Κέιπ Τάουν, μπήκαμε στον Ινδικό ωκεανό και μετά στον Περσικό κόλπο. Ήταν ένα ταξίδι που κράτησε ένα μήνα, που ενώ θα τέλειωνε σε μια εβδομάδα αν η Διώρυγα του Σουέζ ήταν ανοιχτή και την πλέαμε, αντί αυτού, κάναμε ολόκληρο γύρο σχεδόν ίσαμε το μισό της γης, για να φτάσουμε στον προορισμό μας, και ύστερα άλλο τόσο και παραπάνω για να φτάσουμε στην Ολλανδία.
Η Ολλανδία ήταν μια χώρα που εκείνο τον καιρό ήταν στο επίκεντρο των ειδήσεων όλου του κόσμου, γιατί δοκίμαζε ένα πρωτοποριακό σύστημα σε σχέση με τη χρήση των ναρκωτικών.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε μια πολιτική που δέχθηκε πολλές κριτικές και που συζητήθηκε ευρέως. Είχαμε και εμείς διαβάσει στις εφημερίδες για το μετρο αυτό, και στα στενά αυστηρά πλαίσια της Ελληνικής και Κυπριακής κουλτούρας, μας φάνηκε πολύ προχωρημένο και πρωτάκουστο. 
Επειδή όμως στο μεγάλο λιμάνι του Ρότερνταμ που εκατομμύρια άνθρωποι και εμπορευματοκιβώτια από ολόκληρο τον κόσμο διακινούνται και που μεταπολεμικά έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, η Ολλανδία μια ανεκτική και ανοιχτή σε όλες τις ιδέες χώρα, εφάρμοσε  μια τολμηρή πολιτική για τα ναρκωτικά. Με τη σκέψη να καταπολεμηθεί η παρανομία που προέρχεται από το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών ουσιών, η κυβέρνηση επέτρεψε  την πώληση μικρών ποσοτήτων του χασίς στα περίφημα «καφενεία» του Ρότερνταμ και των άλλων Ολλανδικών πόλεων υπό αυστηρούς όρους. Η πολιτική αυτή οδήγησε στην αύξηση της εγκληματικότητας γύρω από αυτά τα καφενεία και ο δρόμος του Κάτε Ντράκ κατακλύστηκε από ναρκομανείς και ότι συνεπάγεται από αυτούς, αποκτώντας όνομα παγκόσμια ως κακόφημη συνοικία. Άνοιξαν μπαρς και καφετέριες που γέμιζαν με κάθε καρυδιάς καρύδι. Τα ύποπτα κοντραπάζα έδιναν και έπαιρναν, ενώ οι μαστροποί από μια άκρη παρακολουθούσαν τις πόρνες τους και οι έμποροι τα τσιράκια τους, ενώ σε κάποιες άλλες μεριές μικρές ομάδες συναθροίζονταν ίσως εξυφαίνοντας μικρές ή μεγάλες παράνομες δουλειές ή και ληστείες.
Ήταν απόγευμα, τέλειωσε η βάρδια στη μηχανή και με τον κουμπάρο τον Αντωνέσκο, κατεβήκαμε τις ψηλές σκάλες του πλοίου και πήραμε τον δρόμο της πόλης του Ρότερνταμ που ήταν πέρα από το λιμάνι, με πρώτη έγνοια μας να βρούμε πουτάνες.
Ήταν εκείνη την ημέρα η πόλη έρημη από ανθρώπους, τα αυτοκίνητα στους δρόμους λίγα, και οι επιγραφές στα μαγαζιά γραμμένες στα Ελληνικά πολλές. Εστιατόρια, μπάρς, ρεμπετάδικα και άλλα καταστήματα. Ήταν όπως σχεδόν σε όλα τα λιμάνια, η Ελλάδα κατοικούσε παντού. Οι Έλληνες μετανάστες με την παρουσία τους να ξεχωρίζει, ήσαν ιδιοκτήτες πολλών καταστημάτων που ψώνιζαν οι ναυτικοί, αφου ο Ελληνικός εμπορικός στόλος ως ο μεγαλύτερος του κόσμου εκείνη την εποχή, κατέκλυζε όλα τα λιμάνια. 
Ήταν η δεκαετία του ΄70 και πουθενά σχεδόν αλλού εκτός από την Αμερική και τη Γερμανία  ίσως, δεν είχε βιτρίνες που μέσα διαφήμιζαν ζωντανά τις πουτάνες. Ήταν αράδα στη γραμμή, έδειχναν τα κάλλη τους και καλούσαν τους περαστικούς να εισέρθουν εις τα  ενδότερα για απολαύσεις ιδιαίτερες. Έξω από τα μαγαζιά στέκονταν κράχτες που καλούσαν τους περαστούς και τους εξηγούσαν τα πονηρά τους εμπορευματα. Αλλά εμείς μαθημένοι από προηγούμενα λιμάνια, τους ακούγαμε, περπατούσαμε και ψάχναμε για κάτι να μας ενδιαφέρει. 
Μπήκαμε σε ένα κινηματογράφο που έξω διαφήμιζε ταινίες πορνό και μέσα αντί για καθίσματα υπήρχαν ατομικές κερκίδες στρωμένες με σκληρό χαλί, όπου οι θεατές μπορούσαν να καθίσουν ή να ξαπλώσουν και να παρακολουθήσουν τις ακατάλληλες ταινίες. Είχε άριστη εξυπηρέτηση, είχε όμορφες κοπέλες να προσέχουν ώστε ο κάθε πελάτης να περνά καλά, είχε ακόμα και σωματώδεις άνδρες με σταυρωμένα τα χέρια να στέκονται διακριτικά σε σκοτεινές γωνιές και να παρακολουθούν. Ήταν οι μπράβοι που πρόσεχαν να είναι όλα στην τάξη χωρίς να γίνονται παρεκτροπές από το προκαθορισμένο παιχνίδι που ήταν ορισμένο να επιτρέπεται. Μέσα στο μισοσκότεινο σινεμά με τις ταινίες πορνό να παίζουν, οι θεατές δεν έπρεπε να αγγίζουν τις ημίγυμνες κοπέλες. Μονο αυτές άγγιζαν όπου ήθελαν, είχαν μόνες τους την πρωτοβουλία. Έτσι παιζόταν το παιχνίδι, όλα εξαρτώνταν από τα πουρμπουάρ και τις αντοχές των θεατών.
Έτσι πέρασε η μέρα και ήρθε η βραδιά που μάς βρήκε να σουλατσάρουμε στο Κάτε Ντράκ την κακόφημη συνοικία με τα ξακουστά «καφενεία» και τους συνήθεις άνομους υπόπτους. Ήταν ένα πανηγύρι με πολύβουο κόσμο και χίπηδες με μεγάλες καμπάνες στα μπατζάκια ραμμένες όπως πρόσταζε η μόδα, να περπατούν νωχελικά πανω ή κάτω σκουπίζοντας τα πεζοδρόμια στο πέρασμα τους. Στο βάθος εκεί που τέλειωνε ο μεγάλος δρόμος του Κάτε Ντράκ, πανω από την πόρτα σε μια ταπέλλα έγραφε «Ελλάς Μπαρ». Μπήκαμε μέσα όπου μας δέχτηκαν με χαρά οι Έλληνες θαμώνες και ιδιοκτήτες και που με λαχτάρα μας ρωτούσαν τα νέα της πατρίδας. 
Καλά περάσαμε μέσα εκεί, με κρύα ποτά, δυνατή μουσική και όμορφα κορίτσια να μας συντροφεύουν και να μας προσέχουν. Βγάλαμε την υπόλοιπη μας νύχτα ώσπου κόντεψε η ώρα της βάρδιας και έπρεπε να γυρίσουμε στο πλοίο. 
Ευχαριστημένοι πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Θα είχαμε να λέμε και να συζητούμε για μέρες πολλές τις εμπειρίες μας στο Κάτε Ντράκ, όταν στο ελεύθερο της βάρδιας μας καθισμένοι στο σκεπαστό της πρύμνης θα πλέαμε το μακρινό ταξίδι στο πέλαος, τις μακριές βραδιές στον Ωκεανό.


Το φώσφορο της θάλασσας και η Ανεράδα (Ταξίδι με το πλοίο “EUGENE”)
-------------------------------------------------------------------
Από το λιμάνι της τη Ράς Τανούρα φορτώσαμε πετρέλαιο και αποπλεύσαμε με οικονομική ταχύτητα για το Κέιπ Τάουν. Ήταν ένα ταξίδι που διάρκεσε ένα μήνα. Τα γκαζάδικα είναι επικίνδυνα καράβια καθώς έχουν υγρά φορτία που παλαντζάρουν. Ευκολότερα βουλιάζουν και ευκολότερα  κόβονται στα δύο. Οι ναυτικοί που δουλεύουν σ αυτά είναι άνθρωποι που αντέχουν και εχουν κότσια και υπομονή και μπορούν να αντέχουν μια ζωή που είναι γεμάτη κινδύνους και απομόνωση. Είναι το ταξίδι με γκαζάδικο μια μαγεία αξεπέραστη, γιατί ζει ο ναυτικός ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα επί μακρόν, μόνος με τη μοναξιά και τις μοναχικές του σκέψεις και παρέα τα στοιχεία της φύσης 
Στο ταξίδι μας αυτό, συναντήσαμε πολλές τρικυμίες, μικρές και μεγάλες. Άλλες κόντρα και άλλες να μας σπρώχνουν, και εμείς ανάλογα με τη δύναμη τους να πλέουμε παράλληλα ή αντίθετα τους.  Μια από αυτές σε κεινο το ταξίδι, μας παίδεψε και μας φόβισε παραπάνω από όλες τις άλλες. Είχε κύματα θεόρατα που άρπαζαν το μεγάλο πλοίο και το ψήλωναν στην κορφή τους καρυδότσουφλο έτοιμο να σπάσει, που οσο ψήλωνε έτριζε με απαίσιο ήχο αργό σαν από άλλο κοσμο. Και όλοι μας στις βάρδιες στη μηχανή και στο τιμόνι, αλλά και οι άλλοι, τσιτωμένοι στάμπαϋ και σε εγρήγορση με σταματημένη αναπνοή, μετρούσαμε τις στιγμές που ήθελε το κύμα στο ανέβασμα. Και όταν νιώθαμε το κατέβασμα, τότες και μόνον αναπνέαμε. 
Και φέρναμε στο νου μας τι θαπρεπε να κάναμε αν έσπαζε το πλοίο. Αν θα προλαβαίναμε να ανέβουμε στο κατάστρωμα να κατεβάσουμε τις βαρκες. Αν θα μας ρουφούσε η δίνη ή αν θα μας έδινε καιρό να απομακρυνθούμε.
Ήταν και μέρες όμορφες, με νύχτες πανσέληνες και θάλασσα γαλήνια. Σε κείνες τις νύχτες που το νερό ήταν ήρεμο σαν λάδι, κάτι τέτοιες νύχτες με γεμάτο το φεγγάρι, είχαμε εμείς οι ναυτικοί πανω στην κουβέρτα την ευκαιρία να ρεμβάσουμε, να αναπολήσουμε και να νοσταλγήσουμε. 
Ήταν μια νύχτα που τέλειωσα την βάρδια στη μηχανή και βγήκα από την ζέστα του ατμού στο κατάστρωμα να ανασάνω δροσερό αέρα. 
Ήταν νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι, ήταν ο ουρανός σκοτεινός και κατάμαυρος, αλλά η θάλασσα φωσφόριζε, ήταν κάτασπρη και φεγγοβολούσε, μια απέραντη επιφάνεια ώσπου έφτανε το μάτι, κάτι παράξενο και ανεξήγητο, ένα όμορφο αινιγματικό θέαμα που προκαλούσε δέος και γλυκιά ανατριχίλα. Με έκσταση και γοητευμένος έστεκα και παρακολουθούσα το απέραντο φώσφορο μη μπορώντας να το εξηγήσω. Κοίταζα και σκεφτόμουν τι νάναι πάλι τούτο, μα δεν έβρισκα απάντηση. 
Ήταν ένας θερμαστης νησιώτης στο πλοίο από τη Χίο, εξήντα ετών. Είχε ξεμπαρκάρει και ζούσε ήσυχα στο νησί του, αλλά δεν άντεξε την ησυχία της στεριάς, ξαναμπάρκαρε άσχετα αν στην ηλικία ηταν μεγάλος. 
Όποιος κουβεντιάζει με γεροντότερους πάντα μαθαίνει καινούργια πραγματα. Ούτε αυτός είχε εξήγηση για το φώσφορο της θάλασσας. Το μόνο που ήξερε, είπε, ήταν η ιστορία της Ανεράδας στο νησί του που όποτε βγαίνει από τον βυθό της θάλασσας και περπατά στα κύματα και παει να βρει τον καλό της τον καπετάνιο τον Γιωρκή, τότε συμβαίνει το ίδιο φαινόμενο, ασπρίζει η θάλασσα και σκοτεινιάζει όλη η πλάση… 
'Ηταν ο Γιωρκής εργάτης στο καρνάγιο, αλλα το πρόβλημα του  ήταν που δεν του άρεσε να δουλεύει και να φτιάχνει καΐκια, αλλά ήθελε να είναι πανω σ αυτά και να ταξιδεύει με αυτά. Αποζητούσε την περιπέτεια στα κύματα, αγαπούσε τη θάλασσα,  λες και τον καλούσαν οι σειρήνες και οι Ανεράδες. Έτσι μπάρκαρε, πέρασαν τα χρόνια, και σαν καπετάνιος πια, ταξίδευε μακριά στην Πόλη και τη Μαύρη Θάλασσα. Ήταν όμως ο κόλπος της Ανεράδας το λιμάνι του, το καρνάγιο του, το σπίτι του. Ταξίδευε, ήταν τα ταξίδια η ζωή του, αλλά πάντα γυρνούσε στο καρνάγιο του. Είχε εκεί το κονάκι του και την γυναίκα του που  τον καρτερούσε πάντα αγναντεύοντας τον ορίζοντα. Του είχε μεγαλη αγάπη, ήταν ο καπετάνιος της. Και ήταν η γυναίκα του πανέμορφη, και όλοι ζήλευαν τον καπετάνιο και την καλή του τύχη... 
Μια καταραμένη και σκοτεινή νύχτα όμως, το καΐκι του Γιωρκή χάθηκε σε καταιγίδα. Μέρες περίμεναν να μάθουν  νέα οι στεριανοί, αλλά παντού σιωπή.  Όσοι γνώριζαν για ταξίδια και μπάρκα, κανείς δεν μπορούσε να δώσει ελπίδα για ζωή. Η γυναίκα του που δεν ήθελε  να το πιστέψει, για πολύ καιρό τον έκλαιγε, ώσπου δεν άντεξε και έχασε τα λογικά της. Στο σπίτι της δεν την εύρισκε κανείς, ήταν πάντα στο γιαλό και αγνάντευε, και καρτερούσε, και έκλαιγε και  παρηγοριά δεν εύρισκε. Ώσπου μια μέρα, μιαν αυγή, άκουσε τις Ανεράδες και τις σειρήνες της θάλασσας να την καλούν, και αυτή με ξέπλεκα μαλλιά και χαμογελώντας, περπάτησε στα κύματα να πάει νάβρει τον καλό της, γιατί μόνη δεν μπορούσε να ζήσει. Όσοι βρέθηκαν στο γιαλό την είδαν να περπατά και να χάνεται στην απέραντη θάλασσα και στο σκοτεινό βυθό της. 
Από τότε έχουν να λένε γι αυτήν τη Ανεράδα που περπάτησε στα κύματα, που χάθηκε στα βάθη της θάλασσας αναζητώντας το Γιωρκή, την μοναδική της αγάπη. Από τότε ο κόλπος ονομάστηκε ακρογιαλιά της Ανεράδας, και κάθε που δεν έχει φεγγάρι, ούτε άστρα και είναι ο ουρανός σκοτεινιασμένος και η θάλασσα γαληνεμένη, βγαίνει απο τα βάθη της άσπρο μεγαλόπρεπο φως, οπως το φώσφορο, και τότες κάποιοι άνθρωποι μπορούν να δουν την  Ανεράδα ντυμένη στα άσπρα να περπατεί και να χάνεται μέσα στα κύματα. 


Στη Νικομήδεια, το σημερινό Ιζμίτ (Ταξίδι με το πλοίο “San Denis”)
------------------------------------------------------------------
Το 1920 αμέτρητοι Τούρκοι κάτοικοι των περιχώρων επιτέθηκαν στους Έλληνες κάτοικους των γύρω χωριών της Νικομήδειας. Λεηλάτησαν τα σπίτια τους και έσφαξαν τα γυναικόπαιδα. Παράδωσαν τα Ελληνικά σπίτια στις φλόγες, και ύστερα οδήγησαν τους γέρους και τα μικρά παιδιά άνω των 14 χρόνων, περίπου 300 άτομα, στην εκκλησία τού χωριού. Εκεί, ο Τούρκος διοικητής βασάνισε με απερίγραπτη βαρβαρότητα τον εβδομηντάχρονο ιερέα. Τού πέρασε καπίστρι με χαλινάρι στο λαιμό, του έβγαλε με μαχαίρι το ένα μάτι, τον έσυρε στο ιερό, κι εκεί τον κατακρεούργησε σαν αρνί, πάνω στην Αγία Τράπεζα. Έπειτα έσυραν το σώμα του έξω, με το κεφάλι να κρέμεται, τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο, το έσυραν στους δρόμους του χωριού και στη συνέχεια το πέταξαν σε μια χαράδρα. Τούς άλλους μέσα στο ναό τούς έκαψαν εκεί μέσα. Όσοι σπάζοντας την πόρτα βγήκαν από την πύρινη κόλαση, βρήκαν οικτρό θάνατο στο προαύλιο από πυροβολισμούς και μαχαιρώματα. Όσοι γλίτωσαν έτρεχαν τρομαγμένοι στα βουνά γυμνοί, ξυπόλητοι και πεινασμένοι. Νέες γυναίκες πέταγαν τα μωρά τους στις γύρω χαράδρες και αλλόφρονες σαν αγρίμια έτρεχαν στα δάση για να γλιτώσουν το κυνηγητό του Τούρκικου όχλου και των ατάκτων, ενώ άλλες, ωσάν Σουλιώτισσες, πήδηξαν με τα μωρά τους στο γκρεμό κι ελευθερώθηκαν με τον τίμιο θάνατό τους. Έτσι μ αυτό τον τρόπο ως συνήθως με το μένος και το μίσος που εχουν οι βάρβαροι εναντίον των Ρωμιών, ξεκλήρισαν άλλη μια περιοχή Ελλήνων για να την εποικίσουν Τούρκοι.
Το Ιζμίτ ήταν ένα από τα πρώτα λιμάνια που γνώρισα και όπως όλα, είχε και αυτό τις ιδιαιτερότητες του που προκαλούσαν το ενδιαφέρον και κέντριζαν τη φαντασία. Η πάλε ποτέ Νικομήδεια της Βιθυνίας, το σημερινό Ιζμίτ, βρίσκεται επί των ακτών του Βοσπόρου, στην έξοδο της Μαύρης Θάλασσας και σε απόσταση λιγότερη των 100 χιλιομέτρων από την Κωνσταντινούπολη. Ήταν από τις μεγαλύτερες Ρωμαϊκές και ύστερα Βυζαντινές πόλεις παγκοσμίως μετά την Ρώμη, την Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια. Ήταν κτισμένη στο δρόμο που ένωνε την Ευρώπη με την Ανατολή, πράγμα που την κατέστησε σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Στα χρόνια τους Ρωμαίους ο  Έπαρχος της Νικομήδειας διέταξε τον αποκεφαλισμό της Αγίας Βαρβάρας, και όρισε την ποινή να εκτελέσει ο ίδιος ο πατέρας της που ήταν και επιθυμία του γιατί η πανέμορφη κόρη του αγάπησε και ασπάστηκε το Χριστιανισμό, οπότε αυτός την αποκεφάλισε ως "πατρικαίς χερσί τω πατρικώ ξίφει την τελείωσιν δέχεται". Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη. 
Ήμουν μπαρκαρισμένος σ ένα μικρό καράβι που ταξίδευε Ελλάδα – Ρωσία, αλλά ανάμεσα σ αυτά τα δρομολόγια, μια και μοναδική φορά πιάσαμε τούτο το λιμάνι το Τούρκικο να φορτώσουμε παλιοσίδερα να τα μεταφέρουμε στην πάλε ποτέ Γιουγκοσλαβία του Τίτο.
Ήταν το πρώτο μου μπάρκο, το πλοίο ένα μικρό καράβι δυόμιση χιλιάδων τόνων που ηταν βαφτισμένο "San Denis" και ήταν τόσο μικρό που καταντούσε έρμαιο σε κάθε τρικυμία και κύμα. Σε όλους στο πλήρωμα μας έβγαιναν τα σωθικά απο το μεγάλο ταρακούνημα, αλλά άξιζε τον κόπο της μεγάλης ταλαιπωρίας, γιατί ήμασταν ταξιδευτές και όποιος είναι ταξιδευτής βλέπει καινούργιους τόπους και χώρες, μέρη ξωτικά, παράξενα μα και ωραία πραγματα, και αυτό μονο, ήταν ένα μεγάλο ζήτημα που αναπλήρωνε όσα υποφέραμε. 
Όλος ο Βόσπορος είναι ονομαστός για την ομορφιά του. Υπάρχουν μεγαλόπρεπα κάστρα και παλάτια κτισμένα πανω και μέσα στην θάλασσα. Είναι περιοχή που από την αρχαιότητα έως σήμερα είναι από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα. Τον πέρασαν άνθρωποι σε ιστορικές στιγμές, από την Αργοναυτική Εκστρατεία, μέχρι στα γεγονότα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το χειμώνα ο καιρός είναι ομιχλώδης και έχει πολλη κρυώτη, έχει και αντίθετα ρεύματα τα οποία συγκρούονται και ανακυκλώνονται δημιουργώντας κόντρα αντίθετα κύματα με αποτελεσμα ο πλούς των πλοίων να είναι δύσκολος και γι αυτό να χρειάζεται Πλοηγός να τα κατευθύνει. 
Στα παράλια του Βοσπόρου κείτονται πανάρχαιοι πολιτισμοί, λιμάνια και σύγχρονες πόλεις. Είναι η Κωνσταντινούπολη η όμορφη και απ όλες η πιο ωραία, η πόλη που ανέδειξε βασιλείς και λόγιους και ανέπτυξε τα γράμματα και τον πολιτισμό, που έχει την σκεπαστή αγορά, την ξεχασμένη συνοικία των Φαναριωτών, αλλά κυρίως την Αγιά Σοφιά που συγκεντρώνει όλο το ενδιαφέρον και αναγκάζει τον Έλληνα επισκέπτη  να μαραζώνει βλέποντας την ενθυμούμενος τα "περασμένα της μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίει".
Δίπλα της Βασιλεύουσας βρισκεται το Ιζμίτ ίσως το πιο μεγάλο φυσικό απάνεμο λιμάνι με τους μαχαλάδες αραδιασμένους στους απέναντι χαμηλούς λόφους, λίγο πίσω από την κάτω πολιτεία, αφου οι Τούρκοι συνήθιζαν να κατοικούν στα ψηλώματα για να εχουν θέαμα, αλλά και δροσιά του αέρα. Ήταν το Ισμίτ η ξακουστή αρχαία Βυζαντινή Νικομήδεια που τώρα της αλλάξαν όνομα, με την ήρεμη θάλασσα να ακουμπά σχεδόν πάνω στα αραδιασμένα σπίτια γύρω της ακτής, ένα θέαμα πανέμορφο που θύμιζε Ελληνικά μέρη όπου η θάλασσα ήταν των Θεών και των ανθρώπων, όπως σε αρχαία Ελληνική τέχνη. Και έξω απο τα χαμηλά κτίρια οπως σε παράταξη οι στρατιώτες, να κάθονται σε σειρά πάνω στα καλντερίμια δεκάδες μεσόκοποι άνδρες. Με τα κομπολόγια, τα τσιγάρα και τους ναργιλέδες, να ρεμβάζουν ως αργόσχολοι και να παρατηρούν την θάλασσα και εμάς. Να μιλούν τη γλώσσα την Ελληνική και να ρωτούν τι γίνεται στα μέρη της Ελλάς. 
Έμεινα άφωνος, έβλεπα ανθρώπους με χαρακτηριστικά ίδια σαν εμάς, να μιλούν την ίδια γλώσσα με εμάς, καλύτερα από εμάς, απταίστως όπως τα Κυπριακά. Βρισκόμουν σε Τούρκικο έδαφος, μόλις είχαν περάσει λίγοι μήνες από την Τούρκικη εισβολή στην Κύπρο,  είχα έγνοια να μην συλλάβουν και εμένα οι άπιστοι, αφου τόσους άλλους πολλούς είχαν συλλάβει και μεταφέρει στην Τουρκία. Μετά την επιστροφή των αιχμάλωτων, παρέμεναν 1619 Έλληνες που συνελήφθησαν από τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 1974, ήταν εξαφανισμένοι, θεωρούνταν αγνοούμενοι. Αλλά υπήρχαν φήμες ότι ορισμένους τούς είχαν απομονωμένους σε διάφορα Τουρκικά μέρη για να τους εξισλαμίσουν, να τους κάμουν να προσχωρήσουν στη θρησκεία του Ισλάμ με αποκήρυξη της χριστιανικής τους πίστης είτε με την πειθώ ή με τη βία. 
Μονομιάς ο νους μου πήγε στους Κύπριους αγνοούμενους, και η καρδιά μου λαχτάρησε, είπα μέσα μου,
-Θεέ μου, ίσως συνάντησα τους αγνοούμενους μας που ψάχναμε αγωνιωδώς οι Κύπριοι… Από την άλλη, ήξερα, δεν ταίριαζε να εχουν όλοι μεσόκοπη ηλικία, και βλέποντας τη φιλικότητα τους απέναντι μας, αναθάρρεψα, τους κόντεψα και τους ρώτησα. 
Μου είπαν την ιστορία τους, ήσαν Τούρκοι Κρήτες που μετεφέρθησαν στην πολιτεία του Ιζμίτ ύστερα απο την ανταλλαγή των πληθυσμών εξ αιτίας της συμφωνίας της Λωζάνης το 1924. Μου μολόγησαν ότι ένιωθαν Έλληνες, γιατί ήσαν Έλληνες που τους εξισλάμισαν, και που μέσα τους προσκυνούσαν μαζί με τον Μωάμεθ το Χριστό και την Παναγία. Ήταν μια λυπητερή ιστορία μεταναστών που τους σήκωσαν βίαια από τον τόπο τους και τους έκαμαν πρόσφυγες. Που ύστερα  από την ήττα της Ελλάδας, οι Τούρκοι επέβαλαν τη συνθήκη της ανταλλαγής των πληθυσμών, που με πρόσχημα την ανταλλαγή, έδιωξαν σχεδόν όλους τους Έλληνες κατοίκους από τη Μικρά Ασία.


Στο Μοντεβίδεο (Ταξίδι με το πλοίο “SOUTHERN UNION”)
----------------------------------------------------
Η Ουραγουάη είναι μια μικρη χώρα του Ισημερινού που βρίσκεται στα νότια της Νοτίου Αμερικής μεταξύ της Βραζιλίας και της Αργεντινής και η λέξη σημαίνει ποταμός των χρωματιστών πουλιών. Οι αυτόχθονες κάτοικοι όλης της χώρας εξοντώθηκαν κατά την περίοδο του αποικισμού και σχεδόν δεν υπάρχουν απόγονοί τους σήμερα. Οι σημερινοί κάτοικοι είναι όλοι Ευρωπαίοι μετανάστες.
Το Μοντεβίδεο είναι η πρωτεύουσα και βρίσκεται στα νότια της χώρας προς τον Ατλαντικό Ωκεανό, Αποτελείται από 1,5 εκατομμύριο κατοίκους και διατηρεί την αποικιοκρατική αρχιτεκτονική της, και είναι γεμάτη πράσινο, κατάφυτη από εντυπωσιακά πλατάνια.
Η πόλη τα βράδια γεμίζει ήχους από τυμπανιστές που γυρνούν την πόλη ή κάθονται γύρω από φωτιές και εν χορώ παίζουν τον λεγόμενο ρυθμό της Ουραγουάης που γεννήθηκε από τους Αφρικανούς σκλάβους του αποικισμού λίγο πριν το 1800 και μαρτυρεί τη νοσταλγία για ελευθερία των σκλαβωμένων νέγρων. Πρόκειται για ρυθμούς και ήχους εντυπωσιακούς που επηρέασαν τους λευκούς αποικιστές οι όποιοι και τους κατέταξαν στον σημερινό πολιτισμό τους. Συνήθως τις Κυριακές οι κάτοικοι ξεχύνονται και παρελαύνουν στους δρόμους με τα Αφρικάνικα τύμπανα τους από ξύλο και δέρμα. Παραταγμένοι προχωρούν παίζοντας δυνατά και συγχρονισμένα, ενώ άντρες και γυναίκες κυρίως νεαρής ηλικίας, τους ακολουθούν χορεύοντας με ζωηρές κινήσεις. Στις συνοικίες αυτές γεννήθηκε από τους χορευτές των δρόμων το ξακουστό ταγκό, ένας συνδυασμός των προϋπαρχόντων χορών, και επίσης στους ίδιους δρόμους γράφτηκε και πρωτοτραγουδήθηκε το γνωστό παγκόσμια τραγούδι «Κομπαρσίτα». 
Η μέρα που δέσαμε στο λιμάνι της πόλης του Μοντεβίδεο ήταν ζεστή και υγρή από την πολλή σιγανή και συνεχή βροχή που έπεφτε ακατάπαυστα, ενώ η ζέστη με την υγρασία μούλιαζαν τα ρούχα μας πανω στα ιδρωμένα κορμιά μας. Παρ όλα αυτά βάλαμε τα καλά μας και κατεβήκαμε τις σκάλες του πλοίου να πάμε κατά την πόλη ενώ η βροχή που έπεφτε μας μούσκευε ως το μεδούλι. Κανείς μας δεν σκέφτηκε να περιμένει να κοπάσει η βροχή, είχαμε βία όπως ο πεινασμένος ζητεί τροφή κι ο διψασμένος νερό, να μπούμε στα μπάρς του λιμανιού, να συναντήσουμε τις λεγάμενες και να διασκεδάσουμε, να μεθύσουμε να τις αγγίσουμε και να μας αγγίσουν.
Ήταν σ ένα μπαρ σκοτεινό, εγώ και ένας θερμαστής μπήκαμε μέσα αλλά ήταν άδειο, δεν βρήκαμε κανένα. Ετοιμαζόμασταν να φύγουμε όταν άνοιξε μια εσωτερική πόρτα και παρουσιάστηκε μια καταπληκτική σε κορμί και ομορφιά γυναίκα, μικρη στα χρόνια αλλά που είχε αφοβιά στην έκφραση της ομιλίας της. Μας μίλησε Ελληνικά και ο φίλος μου ο θερμαστής την έπιασε αμέσως κουβέντα και άφησε εμένα σύξυλο να μαραζώνω που μουφαγε την ομορφιά της. Έκατσα στην άκρη και παρήγγειλα κόκα μπράντι και πίνοντας το σιγά, τους παρακολουθούσα να χαμουρεύονται. Τα ρούχα μου κολλούσαν πανω μου και κάθε τόσο κοιτούσα έξω τον καιρό για να πάω να αλλάξω μόλις θα σταματούσε η βροχή. Την ωρα που κόπασε και ήμουν έτοιμος να πω στο φίλο μου ότι φεύγω, νήσου ανοίγει ξανά η πόρτα και μπαίνει άλλη μια κοπέλα, λεπτή με αδύνατα πόδια και στενή λεκάνη. Σε χρόνια θα την έβαζα οσο ήμουν εγώ και αλλά τόσα, ενώ το πρόσωπο της ήταν συμπαθητικό και πονεμένο. Έδειχνε να έχει βάσανα, ψυχικά φαινόταν κουρασμένη, είχε ακόμα ένα βλέμμα γλυκό και θλιμμένο. Με είδε που σηκώθηκα, με πλησίασε και μου πιασε το χέρι. 
-Που πας, με ρώτησε με σπασμένα Ελληνικά, κάτσε να σε δούμε, εμεις εδώ σας αγαπαμε εσας τους Ελληνες και θαυμαζουμε τον αρχαίο σας πολιτισμό.
Δεν μου άφηνε το χέρι, μου το κρατούσε με τρυφερότητα που με έφερνε σε δύσκολη θέση. 
Στα πολλά που μου έλεγε ίσως κατάλαβε τη δυσκολία μου, από μόνη της πήγε πίσω από το μπαρ, έβαλε δυο ποτά και μούδωσε το ένα. Παρήγγειλα ύστερα εγώ άλλα δυο και αλλά δυο, μετά από λίγη ωρα χωρίς να καταλάβω αν την ψώνισα ή αν με ψώνισε, φύγαμε πιασμένοι χέρι κατά την πόλη. 
Είναι εμπειρίες συνηθισμένες και ανθρώπινες που όμως δεν φεύγουν από τιε μνήμες όσα χρόνια και να περάσουν, ειδικά στις περιπτώσεις των ναυτικών που μακριά από την πατρίδα μες τη μαύρη ξενιτιά, βρίσκουν παρηγοριά σε γυναικείες αγκαλιές. Σε ψεύτικες τρυφερότητες και προσποιητές αγάπες προσπαθώντας να δημιουργήσουν τεχνητά αισθήματα, που τα πρόσωπα τους ξεχνιούνται στο επόμενο λιμάνι, αλλά οι θύμισες τους μένουν χαραγμένες και αποτυπωμένες στο νου τους ενόσω ζουν. 
Ξημέρωνε η επόμενη μέρα, στις τέσσερις χαράματα ξεκινούσε η βάρδια μου. Νυσταγμένος καθώς ήμουν σηκώθηκα με το ζόρι, ντύθηκα, πλήρωσα τη γυναίκα, την αποχαιρέτησα και έφυγα. Γύρισα με τα πόδια στο πλοίο που το βρήκα άδειο από φορτίο, είχε ξεφορτώσει και η σκάλα ήταν πολύ ψηλά για να την φτάσω. Όταν το πλοίο αδειάζει η άνωση της θάλασσας το ανεβάζει πανω στην επιφάνεια και όταν κάποιος το αντικρύσει πριν σαβουρώσει, του φαντάζει πολύ διαφορετικό απ ότι φαίνεται όταν πλέει μέσα στη θάλασσα. Είναι πανύψηλο όπως μια πολυκατοικία ανάλογα με τη χωρητικότητα του, το πλοίο το δικό μου φαινόταν πανω από τη θάλασσα εκείνη την ωρα καθώς ήταν ασαβούρωτο, ίσως δεκαπέντε μέτρα. Σαβούρα είναι το νερό της θάλασσας που με αντλίες μπαίνουν σε δεξαμενές του πλοίου όταν δεν είναι φορτωμένο, ώστε να κρατά το πλοίο μέσα στα βαθιά νερά της θάλασσας και να μην παλαντζάρει από τους κυματισμούς και τα ρεύματα.
Έβαλα μια φωνή στον ναύτη της βάρδιας που στεκόταν ακουμπισμένος στα ρέλια, και αυτός μου έγνεψε να περιμένω. Κάλεσε με τον ασύρματο που είχε στο χέρι τον λοστρόμο, και αυτός με ακόμα ένα ναύτη ήρθαν στο παλάγκο και κατέβασαν ένα τεράστιο κλουβί σαν καλάθι κάτω στο μόλο. Μπήκα μέσα, και με ανέβασαν πανω. 
Κατευθύνθηκα στη καμπίνα μου για να βάλω τη φόρμα της δουλειάς να κατεβώ στο μηχανοστάσιο για τη βάρδια μου. Περπατώντας πανω στη κουβέρτα έπιασα το νου μου να έχει ξεχάσει το όνομα της, σκεφτόμουν ότι ήταν μια προσποιητή ιστορία τρυφερότητας και μια απροσποίητη πράξη ανθρώπινης ανάγκης χωρίς αληθινά αισθήματα και αγάπες, μια καθαρή συναλλαγή εμπορεύματος, ένα δούναι και λαβείν.


Επίλογος 
--------
Θάλασσα μάνα μοίρα και αγαπητικιά
Αγάπησα τη θάλασσα και μια δύναμη με τραβούσε να είμαι κοντά της. Παρ όλες τις δυσκολίες της η έλξη που έχει είναι μεγαλη που όποιος ζήσει μαζί της την ερωτεύεται και δίχα της δεν μπορεί.
Ταξίδεψα συνέχεια 5 χρόνια, όταν ξεμπάρκαρα μου ήρθε η  σκέψη να εγκαταλείψω τη θάλασσα. Αποφάσισα και παντρεύτηκα μια παλιά αγαπημένη, και είπα να γίνω νοικοκύρης και στεριανός. Τον πρώτο καιρό ήταν καλά και ευτυχισμένα, υπήρχε αγάπη και έρωτας, υπήρχαν όλα τα καλά. Ύστερα απο λίγο καιρό όμως η αγάπη για τη θάλασσα που δεν είχε χαθεί μέσα μου, μ έκανε να νοσταλγώ και να αναπολώ τις ατέλειωτες νύχτες της απόλυτης μοναξιάς στο κατάστρωμα, ή το βαρύ ντούκου ντούκου της μηχανής του πλοίου στο μηχανοστάσιο στις ατέλειωτες βάρδιες που με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι πίνωντας γουλιά γουλιά, μου αρκούσε ώσπου να σκαντζάρει η βάρδια. 
Ώσπου μια νύχτα στο μικρό καφενείο του χωριού συναντήθηκα με έναν χωριανό ναυτικό που μόλις ήρθε από μπάρκο, κάτσαμε και τα ήπιαμε και τα είπαμε για τη θάλασσα και τα λιμάνια. Ένιωσα πως η θάλασσα με τραβούσε ξανά κοντά της, ένιωσα ότι η ζωή μου στη στεριά δεν είχε νόημα. Ήξερα ότι αν έμενα στεριανός θα μαράζωνα, κατάλαβα ότι δεν θα άντεχα. 
Πήρα την μεγάλη απόφαση να φύγω μονο στο όνειρο μου και στη φαντασία μου, ήταν όση ωρα διήρκησε η επήρεια του πιοτού που ήπιαμε εκείνο το βράδυ. Δεν πήρα την μεγάλη αποφαση και έμεινα για πάντα στεριανός. 
Τα χρόνια πέρασαν, είμαι μεσήλικας, στέκω στην άκρη της θάλασσας και αγναντεύω τον ορίζοντα και σκέφτομαι αν μετάνιωσα που δεν έφυγα, αλλά δεν έχω απάντηση. Ξέρω μονο ότι ό η Θάλασσα είναι τραγούδι, βίωμα, μάνα μοίρα κι αγαπητικιά, και όσοι την αγαπούν και μένουν μακριά της, δεν εχουν το γλυκό νανούρισμα της ούτε την απέραντη αγάπη της.

 
-----------------------------------------------------------------------------------------------
Β΄ΜΕΡΟΣ, ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ 
Περιέχει 10 διηγήματα πραγματικές ιστορίες, λαϊκές δοξασίες: -12. Ο ΣΤΟΙΣΕΙΩΜΕΝΟΣ -13. Η ΚΑΤΑΡΑ -14. ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ -15. Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ  ΑΝΤΩΝΗ -16. ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΦΚΩΝΗ -17. Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ -18. Ο ΔΗΜΗΤΡΟΣ,επαφές τρίτου βαθμού -19. Ο ΟΘΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΓΓΟΥΣ -20. ΤΟ ΖΩΘΚΙΟΝ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ -21. ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟΥ
------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο ΣΤΟΙΣΙΩΜΕΝΟΣ
--------------
Είναι μια ιστορία ανατριχιαστική που μου την είπε ένας χωριανός, που του την είπε ένας άλλος, και σ αυτόν ένας παλιός νεκροθάφτης του χωριού που την είχε βιώσει με τον παπα Γιάννη τον ιερέα της κοινότητας της Χλώρακας την εποχή της Ελληνικής επανάστασης το 1821. Ίσως είναι αληθινή, ίσως με το πέρασμα του χρόνου να έχει αλλάξει μερικώς ή και εξ ολοκλήρου όπως συμβαίνει συνήθως με τις ιστορίες που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα δια μέσου της παράδοσης. Είναι μια ιστορία ενδιαφέρουσα και την καταγράφω ώστε να υπάρχει σε λόγο γραπτό για τις επόμενες γενιές.
Για την εποχή εκείνη υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες για Κύπριους αγωνιστές που πήραν μέρος σε πολλές μάχες δίπλα στους Έλληνες ενάντια στους Τούρκους Οθωμανούς στην μακρινή Ελλάδα εκείνης της εποχής, κατά την διάρκεια της επανάστασης. 

Τη δράση των Κυπρίων αγωνιστών βεβαιώνουν τα πιστοποιητικά που εξέδωσαν μετά τη λήξη του αγώνα ξακουστοί οπλαρχηγοί της επανάστασης όπως ο Πετρόμπεης, ο Νικηταράς, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης και άλλοι. Κατά την επιστροφή αυτών που επέζησαν, μαζί τους ήρθαν και ορισμένοι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. 

Ένας από αυτούς ήταν φίλος και σύντροφος του γνωστού Κύπριου αγωνιστή Γιάννη Πασαπόρτη από την Κοίλη της Πάφου που μετάβηκε ως εθελοντής και πολέμησε τους Τούρκους στην πολιορκία και στην έξοδο του Μεσολογγίου. Μετά τη λήξη του αγώνα ήρθε και αυτός μαζί του στην Κύπρο. 

Μισούσε τους Τούρκους και οι ιστορίες που λέγανε για λόγου του, ήταν αλλόκοτες και ανατριχιαστικές. Λέγανε για την αντρειοσύνη και την παλικαριά του και για το μεγάλο μίσος που έτρεφε εναντίον των Τούρκων. Τον αποκαλούσαν Χασάπη και δήμιο γιατί είχε σφάξει αμέτρητους Τούρκους. Ήρθε στην Κύπρο για να συνεχίσει τον αγώνα ενάντια τους, ήθελε να βοηθήσει να λευτερωθεί η Κύπρος από τους άπιστους. 

Στην Κύπρο όμως δεν υπήρχε ξεσηκωμός ενάντια των Τούρκων, έτσι γυρνούσε στους αγρούς και στα χωριά αράζοντας μες τα καφενεία. Τον πρώτο καιρό ήταν απόμακρος και φοβερός και πολλοί τον απέφευγαν. Τα λόγια του ήταν λιγοστά, ενώ το πρόσωπο του αγριεμένο και φοβερό. Οι απλοϊκοί χωρικοί που ήξεραν τη φήμη του, του έδιναν φαγητό και χρήματα από το υστέρημα τους φοβούμενοι την δυσαρέσκεια του.

Έτσι περνούσε ο καιρός… 

Κάποια φορά στις περιπλανήσεις του, στη Χλώρακα συνάντησε μια νέα κόρη που του άρεσε και την ζήτησε σε γάμο. Οι δικοί της δεν σκέφτηκαν να του την αρνηθούν, αφού ο φόβος που προκαλούσε στους ανθρώπους ήταν μεγαλύτερος από τις επιθυμίες τους, έτσι του την έδωσαν με ευχές. 

Την παντρεύτηκε και νοικοκυρεύτηκε  σε ένα μικρό σπιτάκι που τούδωκαν για προίκα. 

Σαν οικογενειάρχης έπρεπε να δουλέψει για να θρέψει την γυναίκα του. Διάλεξε το επάγγελμα του Χασάπη μια τέχνη που ήξερε καλά, ήταν από την εμπειρία του που πετσόκοβε με τη ππάλα τους Τούρκους εχθρούς στις μάχες και στους πολέμους.

Αγάπησε πολύ την γυναίκα του και η παντρειά τον μέρεψε. Άλλαξε η συμπεριφορά του έναντι των ανθρώπων,  έγινε προσιτός σε όλους, καλός νοικοκύρης, και νοιαζόταν μόνο για τη δουλειά του και το σπίτι του.

Ο καιρός περνούσε… 

Όλοι όσοι τον γνώρισαν πριν και μετά, έλεγαν για τη μεγάλη αλλαγή του χαρακτήρα του και της συμπεριφοράς του, έλεγαν γι αυτόν μόνο καλά λόγια. 

Ένα μόνο ναϊπι είχε, στην εκκλησιά του χωριού για μοναδική φορά που πήγε ήταν για να παντρευτεί και άλλη μια φορά που τον πήγαν σηκωτό για να τον θάψουν όταν πέθανε… 

Ένα απόγευμα που γυρνούσε στο σπίτι του από τη δουλειά, σαν περπατούσε σταμάτησε η καρδιά του και έμεινε στον τόπο. 

Πολλοί στενοχωρήθηκαν, πολλοί τον έκλαψαν, όλοι μαζί τον έθαψαν και ύστερα τον ξέχασαν.

Εδώ είναι που ξεκινά η ανατριχιαστική διήγηση του Παπαγιάννη όπως την εκμυστηρεύτηκε στον νεκροθάφτη αργότερα, ζητώντας την βοήθεια του για να κάμουν ότι έκαμαν…

Η χήρα πήγε μια μέρα αναστατωμένη και του ξομολογήθηκε πώς ύστερα που πέρασαν κάμποσες μέρες από την κηδεία του άντρα της, τον είδε ζωντανό στη φραχτή της αυλής να τσαπίζει και να ποτίζει τον μικρό κήπο που ήταν στην πίσω αυλή. 

Ακούοντας την και γνωρίζοντας για διάφορες άλλες ιστορίες δεισιδαιμονικές που συνέβησαν παλιότερα, ο παπάς της είπε να μην ανυσηχεί, είναι που τις πρώτες σαράντα μέρες συνήθως οι ψυχές δεν φεύγουν από τη γη, παρα μόνο περιτριγυρίζουν στους τόπους που αγάπησαν, ώσπου ύστερα από το σαρανταήμερο μνημόσυνο, η ψυχή φεύγει υσηχασμένη και δεν ξαναφανερώνεται.

Όταν πέρασαν οι σαράντα μέρες, η χήρα του Χασάπη ξαναπήγε στον ΠαπαΓιάννη φοβισμένη και τρομοκρατημένη, γιατί ξανάδε τον πεθαμένο άντρα της ολοζώντανο να τσαπίζει και να καλλιεργεί τον κήπο στην μικρή αυλή.

Ο παπάς άρχισε τους Αγιασμούς και τα ξόρκια, αλλά η χήρα επέμενε ότι οι επισκέψεις του πεθαμένου άντρα της συνέχιζαν. Κατάλαβε ότι είχε να αντιμετωπίσει μια ειδική περίπτωση, γι αυτό επισκέφτηκε τον Δεσπότη (εκείνο τον καιρό ήταν επίσκοπος Πάφου ο Χαρίτων), ο οποίος του έδωκε άδεια να χειριστεί το ζήτημα με ένα ιδιαίτερο τρόπο, όπως ιδιαίτερο ήταν και το πρόβλημα.

Εξήγησε στον νεκροθάφτη τα καθέκαστα, και μια μέρα που όλοι οι κάτοικοι ήταν στα χωράφια ώστε να μην τους δει ανθρώπου μάτι, πήγαν στο νεκροταφείο και ξέθαψαν τον πεθαμένο. Όπως είχαν υπολογίσει, βρήκαν το πτώμα να μην έχει λιώσει και να είναι σε κατάσταση ως ένας ζωντανός. Αυτό ήταν σημάδι ότι το νεκρό σώμα ήταν Βρικολακιασμένο, υποχείριο και όργανο υποταχτικό του Σατανά. 

Ήξερε ο Παπάς από ιστορίες άλλες που είχε διαβάσει ή ακούσει, ότι αυτό που συνέβαινε ήταν ίσως από την υπερβολική αγάπη που είχε στη γυναίκα του μετά το μεγάλο μίσος που είχε για τους Τούρκους, ή ακόμη ήταν βρικολάκιασμα του κορμιού του που έσφαξε αμέτρητους εχθρούς του. 

Έπρεπε να ξορκίσει το πτώμα, να κάμει αγιασμό για να φύγουν τα κακά δαιμόνια ώστε να πεθάνει πραγματικά και να ησυχάσει η ψυχή. 

Έκαμε τους ξορκισμούς που ήξερε, ράντισε με κάμποσο αγίασμα και ύστερα ξανασκέπασαν το μνήμα με χώμα, και ύστερα έφυγαν ελπίζοντας να πέτυχε ο σκοπό τους. 

Πέρασε καιρός, η χήρα δεν ξανα παραπονέθηκε, ώσπου κάποια φορά βρέθηκε νεκρός σε μια ρεματιά δίπλα στο νεκροταφείο κάποιος χωριανός που στο νεκρό του πρόσωπο είχε αποτυπωμένο ανείπωτο τρόμο, που έδειχνε να του προκάλεσε το θάνατο. 

Το ίδιο συνέβηκε ακόμα δυο φορές κατά καιρούς τον επόμενο χρόνο, οπότε ο Παπαγιάννης σκέφτηκε ότι δεν έγινε τίποτα με το ξόρκισμα και ίσως έβγαινε τις νύχτες σαν Βρικόλακας και σκότωνε κόσμο. 

Φώναξε ξανά τον νεκροθάφτη και ξανα έσκαψαν τον τάφο, και όπως ήταν σίγουρος ο παπάς, βρήκαν τον πεθαμένο άλιωτο, όπως ηταν πριν να πεθανει.

Φόρτωσαν τον νεκρό σε ένα μουλάρι και είπε του νεκροθάφτη να φύγει, αυτός θα έπαιρνε το κουφάρι να το θάψει μακριά, σε άλλο τόπο, να μην ξέρει κανείς, να γλυτώσει το χωριό. 

Αυτό του είπε και έφυγε. Από εκείνη την ημέρα δεν ξανασυνέβηκε τίποτα, σιγά σιγά όλοι στο χωριό ξαναβρήκαν την ηρεμία τους. Ο παπά Γιάννης ισχυρίστηκε ότι μετέφερε και έθαψε το πτώμα σε ένα νεκροταφείο μακρινό, σε ένα εγκαταλειμμένο από κατοίκους χωριό, αλλά ήταν κρυφό μυστικό και σίγουρο ότι ο παπάς που ήξερε πολλά για δεισιδαιμονίες και δαίμονες, σίγουρα δεν έθαψε το πτώμα, αλλά το έκαψε και ύστερα σκόρπισε τις στάχτες σε όλους τους ανέμους, ώστε να μην υπάρξει περίπτωση να ξαναζωντανέψει  ο Βρικόλακας.

 

Η ΚΑΤΑΡΑ

Τα παλιά χρόνια στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ήταν ένας παπάς που ήταν προσηλωμένος και πολύ αυστηρός σε ότι αφορούσε τις παραδόσεις, τα ήθη, τα έθιμα, τα ιερά και τα όσια. Ήταν ειδικότερα αυστηρότερος στη τήρηση των οικογενειακών καταβολών. Του είχαν γίνει βίωμα και έμμονη ιδέα που καμιά φορά θέλοντας να τηρούνται και να εφαρμόζονται, γινόταν άδικος.

Κατά αυτόν τον τρόπο συμπεριφέρθηκε στην περίπτωση που ιστορώ, μια συμπεριφορά που σημάδεψε ανεξίτηλα την υπόλοιπη του ζωή, μια ζωή με τύψεις και στενοχώριες που του προκαλούσαν οι θύμησες κάνοντας τον να υποφέρει για το μεγάλο κακό που είχε προκαλέσει η συμπεριφορά του κατά πως πίστευε. Ο πόνος του ήταν πολλαπλός γιατί ταυτόχρονα ήταν συνειδησιακός, αποτέλεσμα κατάρας δικής του ενάντια σε μια συγχωριανή του. 

Ήταν γνωστός της πάσης ότι έπιαναν οι κατάρες του, άλλοι έλεγαν  ήταν του Θεού, και άλλοι του διαβόλου.

Καταράστηκε μια χωριανή του και την βρήκε ένα κακό, αλλά ήταν τόσο μεγάλο που δεν το άντεξε ούτε η Παναγία και του το αντιγύρισε για να τον τιμωρήσει ή και να τον συνετίσει.

Ήταν μια κατάρα που από το αποτέλεσμα της πλήρωσαν δυο αθώα παιδιά, ο γιός της χωριανής του, και ο γιός ο δικός του. Ο ένας γεννήθηκε κουτσός και παραμορφωμένος και έζησε όλη του τη ζωή σερνάμενος στα τέσσερα, ενώ ο άλλος μια μέρα στα καλά καθούμενα έπαθε επιληψία, που στο χρόνο που περνούσε χειροτέρευε, ώσπου τον έπνιξε και τον σκότωσε πάνω στο άνθος της νιότης του. 

Έβλεπε αυτούς που καταράστηκε να υποφέρουν, παρακολουθούσε τη θλίψη τους, μαζι τους υπέφερε και αυτός στην ψυχή, στο μυαλό στην καρδιά και στη συνείδηση. Το είχε μετανιώσει, δεν περίμενε να έρθει τέτοιο κακό. Ήταν σίγουρος ότι η Παναγία του έστρεψε την κατάρα πίσω. Το ισχυριζόταν, το είδε στον ύπνο του, του φανερώθηκε η Αγία κατά πως έλεγε. 

Ήταν ότι χειρότερο του συνέβαινε γιατί ήταν πιστός λάτρης του Θεού και της θρησκείας, ήταν ιερέας, είχε κάμει μεγάλο αμάρτημα. Σε όλη την υπόλοιπη του ζωή μέρα νύχτα μαράζωνε και παρακαλούσε την Παναγία να τον ελεήσει και να του δώσει συγχώρεση. 

 

Ο παπάς είχε κάμποσα παιδιά, ανάμεσα τους ένας γιος που τον είχε καμάρι περισσότερο από τα άλλα. Ήταν όμορφος και έξυπνος, έπαιρνε και τα γράμματα εύκολα. Τού είχε μεγαλη αδυναμία, τον αγαπούσε περισσότερο. Είχε και μια μικρούλα κόρη, μια καθώς πρέπει τίμια κοπέλα που απο τα δεκάξι της χρόνια ήταν περιζήτητη νύφη. Είχε μπόλικο μάλι, ο γαμπρός που θα της λάχαινε θα ήταν τυχερός. 

Ήθελε το καλύτερο για τα παιδιά του, σκέφτηκε να κάμει για γαμπρό του τον καλύτερο του χωριού, σκέφτηκε ένα νέο από πλούσιο και φημισμένο σόι που ήταν σεμνός και εργατικός. 

Ανέλαβε τα παντρολόγια η προξενήτρα, οι συμπέθεροι συμφώνησαν στην προίκα, ήταν όλα καλά και η δουλειά πήγαινε να τελέψει. 

Ώσπου στα ξάφνικά η νύφη φοβισμένη αλλά αναθαρυμμένη από αγάπη που είχε μέσα της για έναν άλλον νέο, αρνήθηκε το προξενιό. 

Εκείνη την εποχή, οι κόρες δεν είχαν μερτικό στην αποφαση ποιος θα ήταν ο γαμπρός. Ούτε της μανας έπεφτε λόγος, η απόφαση ήταν μονο του κυρού και αφέντη. 

Σαν έμαθε ο παπάς την άρνηση της, ποιος δεν τον εφοβήθη, ήταν η οργή του μεγάλη. Την τιμώρησε σκληρά, ύστερα την κλείδωσε μες την κάμαρη και δεν την έβγαλε έξω ώσπου είπε το ναί και εγίνηκεν το προξενιό. 

 

Ήταν μια λυπητερή ιστορία αγάπης που είχε η κόρη στην καρδιά της για ένα νέο χωριανό της, ένα όμορφο παλικάρι που όταν τον έβλεπε σκιρτούσε η καρδιά της. 

Ήταν ένα πρωτόγνωρο αίσθημα  που κατάφερε να της το προκαλέσει με τα σούρτα φέρτα και τα γλυκά της λόγια μια χωριανή της γυναίκα θειά του παλληκαριού. Ήταν μια καταφερτζού και πολλοπάϊτη, που ήθελε την μικρη κοπέλλα μες το σόϊ της, να την παντρέψει με τον ανιψιό της, να την κάμει νύφη της. 

Ξεκίνησε τα σούρτα φέρτα και τα φιλέματα στην μικρή κοπέλα, σιγά αλλά σταθερά, την κατάφερε να αγαπήσει τον ανεψιό της, ύστερα την έβαλε να αρνηστεί το προξενιό του πατέρα της… 

 

Έτσι είχαν τα πράγματα, τα ομολόγησε όλα η κόρη. Που τα άκουσε ο παπάς, δεν τον χωρούσαν οι τόποι. Με μιάς, πήρε την ανηφόρα και πήγε έσσω της θειάς του παλικαριού. Όλο το χωριό ένιωσε την οργή του, άκουσε τον θυμό του και τις βαριές του κατάρες. Άσκεφτα, παρασυρμένος από τα πολλά του νεύρα, την καταράστηκε πολύ βαριά, μια κατάρα για το παιδί της, που θα το γεννούσε να είναι κουτσό και μουγγό… 

 

Πέρασε ο καιρός, πάντρεψε την κόρη του με τον πλούσιο γαμπρό που ήθελε , τα υπόλοιπα ξεχάστηκαν… 

Ώσπου ήρθε μια μέρα, γεννήθηκε το καταραμένο μωρό, και ήταν κουτσό και άλαλο. 

Ήταν ένα μεγάλο κακό που έλαχε στην καημένη γυναίκα και έφερε μεγάλη οδύνη και λύπη στην οικογένεια της. Οι οδυρμοί, οι φηρμοί, οι στεναγμοί και τα κλάματα έγιναν καθημερινό συνήθειο της βλεποντας το παιδί της λειψό και διαφορετικό. 

Ήθελε να πεθάνει, παρακαλούσε την Παναγία να το γιάνει, να το κάμει σαν τα αλλά καλά μωρά. Αλλά τίποτα δεν γινόταν, το παιδί όσο μεγάλωνε, περισσότερο σερνόταν.  

Τα ψιθυριστά λόγια αναμεταξύ των κατοίκων έπαιρναν και έφερναν, όλοι έλεγαν για τις κατάρες του παπά. Όμως ήταν λόγια σιγανά και κρυφά, κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει δυνατά.

Πέρασε κι άλλος καιρός, μια μέρα στα καλά καθούμενα μέσα στην τάξη του σχολειού, ο καλός και αγαπημένος γιός του παπά φήρτηκε, έπεσε χαμαί και έβγαλε αφρούς από το στόμα του. Του έριξαν νερό, συνήρθε, πήγε σπίτι του.

Ήταν η απαρχή ενός κακού που έδωκε στην οικογένεια του παπά,  μια δυστυχία που έτυχε στον καλό γιο. Κυριεύτηκε από δαιμόνια, τον έπιανε κρίση, πάθαινε επιληψία και έβγαζε αφρούς από το στόμα του. 

Ήταν μια αρρώστια που δεν γιατρευόταν και όλο χειροτέρευε.

Ο παπάς μαράζωσε, στενοχωριόταν πολύ, αλλά κάτω δεν τα έβαλε. Πήρε το γιό του σε όλους τους γιατρούς, έκαμε τάματα στους Αγίους, ακόμα επισκέφτηκε ψευτογιατρούς, μάγους και τσαρλατάνους. 

Ξόδεψε όλη την περιουσία του, κανόνισε ακόμα να τον βάλει σε βαπόρι να τον πάρει στα ξένα, εκεί του είχαν πει πώς είχε καλύτερους γιατρούς. Τα χρήματα του τέλειωσαν, η περιουσία του όλη ξοδεύτηκε, αλλά αντί καλύτερα, ο γιος χειροτέρευε. Ήθελε να δανειστεί, κατέληξε στους τοκογλύφους, έπρεπε να βρει πολλά χρήματα, έπρεπε να πάρει το γιο του στο εξωτερικό να γιάνει…

Ο καιρός περνούσε, δυο παράλληλες δυστυχίες είχαν μαυρίσει δυο χωριανά σπίτια. Οι δυο οικογένειες καταλυπημένες, η κάθε μια στη στενοχώρια της, στον πόνο της και στην μιζέρια της δυστυχίας της… 

Ένα δείλι μοιανού καλοκαιριού, στον καφενέ του χωριού έξω από την εκκλησία στην πλατεία που κάθονταν οι χωριανοί και έπιναν καφέ, ξάφνου άκουσαν φωνές. Γύρισαν και είδαν τον παπά που έτρεχε με τα χέρια ανοιγμένα και φώναζε. Ήταν αναμαλλιασμένος, οι τρίχες των μαλλιών του κορτωμένες και οι τρίχες των γενιών του τεντωμένες όπως τες σπόντες. Παραληρούσε κι έκλαιγε φωναχτά, κι έλεγε πώς η Παναγία του φανερώθηκε εκείνη την ώρα σαν κοιμόταν και του είπε να μην ξοδεύεται άλλο, να μην κοπιάζει άλλο, γιατί γιατρειά ο γιος του δεν θα έβρισκε και θα τον έπαιρνε κοντά της.

Πέρασε λίγος καιρός. Ήταν η μέρα μιας Λαμπρής. Σαν περπατούσε το νέο παλληκάρι και πήγαινε στην εκκλησιά, τον έπιασε η κρίση και γέμισαν τα πνεμόνια του αφρούς που τον έπνιξαν και τον πέθαναν. Ήταν κοντά είκοσι χρονών, έφυγε πρόωρα, δεν χάρηκε τη ζωή. 

Ο παπάς ήξερε ότι ο γιός του ήταν δίκαιος και θα πήγαινε στον παράδεισο να ξεκουραστεί. Ήξερε ότι ο ίδιος που ήταν αμαρτωλός θα έμενε πάνω στη γη να βασανίζεται και να τιμωρείται από τις τύψεις του, ήταν σίγουρος ότι έτσι ήθελε η Παναγία. 

 

ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ

Όλη η παραθαλάσσια περιοχή από την Κισσόνεργα ως την Πέτρα του Ρωμιού, ήταν εύφορα χωράφια που τα κατείχαν μόνο πλούσιοι τσιφλικάδες ή αξιωματικοί και προύχοντες που ήσαν οι ημέτεροι των διαφόρων κατακτητών που κατά καιρούς πέρασαν απο την Κύπρο. Έκτιζαν τα μεγάλα αρχοντικά τους  πάνω σε ψηλώματα και από εκεί παρατηρούσαν τις εργασίες στα χωράφια τους που εκτελούσαν οι μισταρκοί, οι δούλοι και οι υποτακτοί τους.

Η Κύπρος ήταν νησί που κατά καιρούς υπέφερε από ανομβρία με αποτέλεσμα αυτά τα χωράφια να χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι. Όταν κατά καιρούς υπήρχε πολυομβρία, οι κάτοικοι τα καλλιεργούσαν φυτεύοντας ζαχαροκάλαμα, τεύτλα και καννάβια. 

Στην τέλειωση της πόλεως του Κτήματος που στη μια μεριά αρχινά η Γεροσκήπου και στην αλλη η Κάτω Πάφος, ήταν ένα αρχοντικό που εγκατελήφθηκε απο τους ιδιοκτήτες του και έμεινε ακατοίκητο μόνο του να φαντάζει από μακριά όμορφο και άφθαρτο στο χρόνο. Ήταν ίσα με 150 χρόνια κτισμένο που δεν το έπιανε όμως ο χρόνος γιατί ήταν κατασκευασμένο με μεγάλες πελεκιτές πέτρες και κτισμένες αναμεταξύ τους με ασβεστόλιθο και τσιμέντο από καλούς μαστόρους με γερά υλικά. Φάνταζε μεγαλόπρεπο, ήταν σημάδι όλης της περιοχής. Περιβαλλόταν από απέραντες εκτάσεις γόνιμης γης, ενώ σε κάθε λίγες σκάλες υπήρχε πηγάδι με νερό. Παλιότερα ήταν ένας πράσινος παράδεισος όπως μια όαση ανάμεσα σε μεγάλη εκταση ξεραμένης γης, πολλοι κάτοικοι έλεγαν πως ήταν γη της επαγγελίας. Όποιος ξένος περνούσε, έβλεπε και απορούσε και ρωτούσε γιατί ηταν εγκατελειμμένος αυτός ο παράδεισος. Όταν ήμουν μικρός, το ίδιο ρώτησα και εγώ ένα γέροντα, που μου είπε μια ιστορία.

Στα χρόνια του μεσαίωνα η περιοχή ήταν περιουσία των Ρηγάδων, και ύστερα των απογόνων τους. Στες αρχές του 19ου αιώνα, ένας ξένος ήρθε από ξενικά μέρη και κατοίκησε στο ψηλό σπίτι. Ήταν απόγονος των  Ρηγάδων κατά πώς έλεγε, και είχε μαζί του χαρτιά, τίτλους και άλλα στοιχεία που το αποδύκνυαν. Πολλοι αμφέβαλλαν αν έλεγε αλήθεια, αφού οι Ρηγάδες έζησαν στην Πάφο πρίν εκατοντάδες χρόνια.

Εγκαταστάθηκε στο διώροφο σπίτι και ανέλαβε το μεγάλο τσιφλίκι. Πήρε στη δούλεψη του πολλούς μισταρκούς και εργάτες, και γρήγορα έγινε ξακουστός. Με τον καιρό έγινε από τους πλουσιώτερους αφέντες του τόπου, και καθώς ήξερε γράμματα και σπουδές, λογαριαζόταν πολύ σπουδαίος. Είχε μια μεγαλη βιβλιοθήκη με όλων των ειδών βιβλία, όλη μέρα έγραφε και μελετούσε. Δεν χρειαζόταν να βγαίνει στα χωράφια, είχε καλούς επιστάτες που φρόντιζαν για όλα. Όσοι τον συναντούσαν και έρχονταν εις γνώσιν μαζί του, έλεγαν πως ήταν πολύ μορφωμένος και διαβασμένος.

 

Στο παραδιπλανό χωριό της Χλώρακας ζούσε μια  μελαχρινή κοπέλα που έμοιαζε τσιγγάνα και πολλοί λέγανε πως είχε ρίζες από τη Ρομανία. Είχε πολλά τα κάλλη της και περίσια την ομορφιά της. Ήταν μια όμορφη μελαχρινή που έμοιαζε σαν μελαψή νεράιδα, που όση ομορφιά είχε, είχε άλλη τόση τσαχπινιά και χάρη. Ήξερε την απέραντη ωραιότητα της, τους κοίταζε όλους στα μάτια, τους ξετρέλαινε αλλά δεν έλεγε σε κανέναν σ αγαπώ. Με τη φλογερή της ματιά να τους κοιτά κατάματα και να τους προσπερνά, τους δημιουργούσε γλυκόπικρα σκιρτήματα και σύγκρυα. Όλοι οι νιοί σκάπουλλοι Τούρκοι και Ρωμιοί, ήταν ξετρελαμένοι μαζί της.

Τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς της τα απολάμβανε και τα ευχαριστιόταν. Ένιωθε όμορφα καταλαβαίνοντας την μεγάλη επίδραση της γοητείας της στους γύρω της. 

Οι γονείς της ήταν φτωχοί χωρικοί που ζούσαν σπέρνοντας κάτι μικρά χωραφάκια που είχαν, καθώς και βόσκοντας ένα μικρό κοπάδι από πρόβατα. Την είχαν μοναχοκόρη, και ήξεραν ότι αν και φτωχή, μπορούσε να αποκτήσει άνεση και πλούτη, αν μόνο δεχόταν να παντρευτεί έναν από τους πολλούς άρχοντες που την ήθελαν για γυναίκα τους. 

Τον καιρό που οι γονιοί της ασχολούνταν με το θέρισμα και το αλώνισμα, τις μέρες αυτές τις καλοκαιρινές, η όμορφη τσιγγανιπούλλα έβοσκε τα πρόβατα στα θερισμένα χωράφια και στους κίτρινους από ποκαλάμες κάμπους που εκτίνονταν σε όλη την παραλία της Χλώρακας ως τα Παλιόκαστρα κι ακόμα παραπέρα.

Μια μέρα που πήγε μακρύτερα ως την άλλη άκρη της παλιάς Πάφου, εκεί που ήταν το τσιφλίκι του άρχοντα Ρήγα, της ξέφυγε ένα αρνί από το κοπάδι και μπήκε μέσα στο τσιφλίκι. 

Δρασκέλισε τον πέτρινο τοίχο η κόρη και μπήκε στα ξένα κτήματα για να το πάρει. Το βρήκε παρακάτω κάτω από ένα δένδρο, και δίπλα του έστεκε ένας όμορφος νέος που εύκολα κατάλαβε από το παρουσιαστικό του ότι ήταν ο αφέντης Ρήγας. Ολοφάνερα έδειχνε για αφέντης και ευγενής, φάνταζε αμέσως η καλή του καταγωγή. 

Έμεινε λίγο να τον κοιτάζει, και ύστερα χωρίς να χασκιαστεί ή να ντραπεί, τον κόντεψε και τον χαιρέτησε,

-για σου άρχοντα μου, 

έπιασαν την κουβέντα και γνωρίστηκαν. 

Κατάλαβαν αμέσως ότι αγαπήθηκαν, ήταν το πεπρωμένο τους και η μοίρα τους να συναπαντηθούν και να γνωριστούν.

Από εκείνη τη μέρα η μικρή βοσκοπούλλα παίρνοντας τα πρόβατα της να βοσκήσουν στην κάτω περιοχή, ύστερα τα ανέβαζε μακρύτερα ως το τσιφλίκι του αρχοντόπουλου όπου και συναντιόντουσαν. Κουβέντιαζαν για πολλά πράγματα, όμως για αγάπη δεν έλεγαν, αυτή όμως ήταν φανερωμένη στα πρόσωπα τους και στη συμπεριφορά τους.

Έτσι είχαν τα πράγματα, το καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει, το Ρηγόπουλο αποφάσισε να της φανερώσει την αγάπη του και να της πει ότι ήθελε να την κάμει γυναίκα του. Ήταν σίγουρος για την απάντηση της, δεν αμφέβαλλε, γνώριζε για την αγάπη της.

Όμως ώ τί δυστηχία, η όμορφη κόρη που είχε συνηθίσει να ραγίζει καρδιές, ίσως από συνήθειο ή από έπαρση, του αρνίστηκε, και ενώ τον αγαπούσε αρχίνησε να του κάμνει πείσματα και του συμπεριφερόταν διαφορετικά από πριν, καμνοντας τον να πιστέψει ότι δεν τον ήθελε, και όλα ήταν καπρίτσια του μυαλού της απλά για να περάσει τον καιρό της και να διασκεδάσει με την αγάπη του.

Το Ρηγόπουλο που δεν μπορούσε να πιστέψει πως την έχανε, έπεσε σε βαθύ μαραζι, έχασε τη χαρά του και απογοητευμένος βλέποντας τα όνειρά του να γκρεμίζονται, κρεμάστηκε σε μια συκαμινιά, γιατί δεν άντεχε χωρίς την αγαπημένη του. 

Σαν έμαθε τα κακά μαντάτα η βοσκοπούλα, δεν ήθελε να τα πιστέψει. Ποτέ δεν της πέρασε από το νου ότι θα γινόταν τέτοιο μεγάλο κακό και αιτία να είναι η ίδια. Ειρηνίες άρχισαν να την ζώνουν και οι τύψεις την κατέτρεχαν. Δεν μπορούσε να αντέξει τέτοιο βάρος στη συνείδηση της, κλείστηκε στον εαυτό της μετανιωμένη, σφράγισε τις πόρτες του σπιτιού της και δεν ξαναβγήκε έξω να την δει ούτε άνθρωπος μα ούτε και ήλιος. Κλείστηκε στο σκοτάδι της κάμαρης της και δεν πλενώταν, ούτε λουζόταν, χτίκιασε από την απλυσιά, σαλτάρισε το μυαλό της και γέρασε και πέθανε μονάχη.

Μετά το θάνατό της πολλοί ισχυρίστηκαν πως όταν περνούσαν νύχτα απέξω από το σπίτι της, ένιωθαν το φάντασμά της να τριγυρίζει ανήσυχο και να μουρμουρίζει μελαγχολικά το όνομα του αγαπημένου της...

 

Το διώροφο κτίριο στο τσιφλίκι εγκαταλείφθηκε, ενώ υστερότερα περιήλθε στα χέρα των Τούρκων όπου γνώρισε μαύρες μέρες, γιατί οι Τούρκοι το χρησιμοποιούσαν σαν φυλακές και τόπο βασανιστηρίων των Γραικών.

Μετά την παράδοση της Κύπρου στους Άγγλους, και αυτοί το χρησιμοποίησαν ως τόπο κρατητηρίων και βασανιστηρίων των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. 

Στα σκοτεινά δωμάτια του πολλοί άνθρωποι υπέφεραν και πόνεσαν, πολύ αίμα χύθηκε και πολλές ζωες χάθηκαν. Μέχρι σήμερα, ένα σωρό φοβερές ιστορίες ακόμα λέγονται. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής ισχυρίζονται ότι κατά καιρούς άκουσαν ουρλιαχτά και κλάματα και ένιωσαν σκιές στον ουρανό να περιφέρονται και να ζητούν βοήθεια.

Στις σημερινές ημέρες το κτίριο έχει επισκευαστεί και αναπαλαιωθεί, κάποιοι της περιοχής λένε ότι ακόμη το κτίσμα είναι στοισειωμένο και τις νύχτες ακούγονται λυπητερά τραγούδια, ενώ οπτασίες θεάθηκαν να κινούνται μέσα σ ατό.

 

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Τ΄ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Η ιστορία του διηγήματος είναι για την Φκωνού τη μάνα του Αντωνή τ΄ Αλέξανδρου, που όταν πέθανε ο άνδρας της και πάντρεψε τα παιδιά της, έμεινε μόνη της ανήμπορη γριά με τον μικρότερο γιο της να τη συντηρά. Ο Αντωνής αναγκασμένος να σηκώσει μόνος του το βάρος της ανήμπορης γριάς, έμεινε κοντά της ανύπανδρος για πολλά χρόνια να τη βοηθά. Ήταν ένας απλός και καλοκάγαθος, υπομονετικός και πονόψυχος γεωργός που αγωνίστηκε σκληρά με τη γη βοηθώντας τη μάνα του και τον κόσμο γύρω του, και υστερότερα την πολυμελή οικογένεια που έκαμε όταν παντρεύτηκε μια καλή χωριανή του,  που μέσα στα χωράφια όταν ο ήλιος τον χτυπούσε κατακούτελα στα πυκνά μαλιά και στο τετράγωνο πρόσωπο, φάνταζε μοναχός σαν βαθιά ριζωμένος στύλος μέσα στον κάμπο.

Σας διηγούμαι αυτή την ιστορία για τη μάνα του, που μου την διηγήθηκε ο ίδιος μια μέρα σαν τις πολλές που σχεδόν καθημερινά καθόμασταν στο καφενείο του Κωστή και συνομιλούσαμε με τις ώρες. Ήταν γέρος πλέον όταν ανακάλυψα τις απεριόριστες γνώσεις που κατείχε, αυτός ένας αγράμματος χωρικός που ίσως με δυσκολία πήγε λίγες τάξεις στο δημοτικό. Του άρεσε να διαβάζει από μικρός, είχε διαβάσει ότι βιβλία και περιοδικά εκείνους τους καιρούς πριν ξεθωριάσει το φως του μπόρεσε να βρεί, και με το μεγάλο του μνημονικό ήξερε πολλά πράγματα που τα θυμόταν με απόλυτη διαύγεια. Του άρεσε να μιλά για τις αρχαίες δοξασίες, τα ήθη, τα έθιμα, και τις προλήψεις που γεννήθηκαν μέσα από το πέρασμα των χρόνων. Για τις παραδόσεις και τις σημερινές δοξασίες στις οποίες πιστεύουν οι άνθρωποι πότε βάσιμα και πότε όχι, κάποιες που ίσως φοβίζουν, που όλες όμως δείχνουν τον τρόπο με τον οποίον οι απλοί άνθρωποι αντικρίζουν και εξηγούν τα διάφορα παράξενα φαινόμενα. 

Από αυτόν έμαθα πολλά για τις συμπεριφορές των παλιών κατοίκων, καθώς και για τον τρόπο που διαβιούσαν, την πίστη τους και τα ιδανικά τους τα οποία και μετέφερα μέσα στα διάφορα διηγήματα μου που δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες περιοδικά και βιβλία. 

Θυμάται ο Αντωνής τ΄ Αλέξανδρου που τούλεγε η μάνα του μια ιστορία, ότι από τη ρεματιά που βρισκόταν κάτω δίπλα στην αυλή τους, υπήρχε αερικό. Δηλαδή υπήρχε πέρασμα φαντασμάτων και ανεράδων που έζησαν σε παλαιότερες ή παράλληλες εποχές. Τα περασμάτα αερικών είναι συγκεκριμένες περιοχές όπου συνέβαιναν περίεργα πράγματα. Βουή αέρα ακουγόταν χωρίς να κουνιέται φύλο, ενώ ο αέρας πολλές φορές έφερνε φωνές ή γέλια. Ήταν συνήθως ρεματιές που κατέληγαν στη θάλασσα ή σε μεγάλους κάμπους που κατά τη διάρκεια της βουής όσα ζώα βρίσκονταν εκεί έσκαγαν και πέθαιναν. 

Από τα αερικά περάσματα διάβαιναν ακόμα ξωτικά ανθρωπάκια όπως τα αγγελάκια, που όταν παρεξηγούνταν από τις κακές συμπεριφορές των ανθρώπων, γίνονταν κακά και σκανδαλιάρικα. Περνούσαν ακόμα θηλυκά πνεύματα των βουνών, των λόφων και των ποταμιών που λάτρευαν το χρώμα του αέρα και ήταν αόρατα αερικά όλου του κόσμου.

Σε τέτοια μέρη, οι αρχαίοι άφηναν τα άρρωστα μωρά χωρίς ελπίδα ζωής, να πεθάνουν, γι αυτό τα μέρη αυτά δεν έπρεπε να κατοικούνται.

Τέτοια μέρη ήταν γνωστά στους κατοίκους, και έτσι απέφευγαν να ζουν οι ίδιοι ή να αφήνουν τα ζώα τους, ειδικά τις νύχτες.

Ήταν λοιπόν η ρεματιά των «Μήλων» στη γειτονιά του πατρικού σπιτιού του Αντωνή τ’ Αλέξανδρου ένα πέρασμα αερικών, που βρισκόταν στα ριζά του υψώματος της αυλής του, λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα. Ήταν εκεί που γκρεμίστηκε από μια τρεμιθιά παλιότερα ο Γιαννάτσιης ένας άλλος χωριανός που πέθανε από το πέσιμο, που το αίμα του πότισε τη γη, και οι χωριανοί έλεγαν ότι το γέμα του κογκούσε. 

Μια ζοφερή γεμάτη υγρασία μέρα κάποιου καλοκαιριού, η Φκωνού ήταν στο σπίτι μοναχή. Ο γιος της έλειπε έξω στα χωράφια που πήγε να ποτίσει, ενώ αυτή έβαλε την μαείρισσα στη νηστιά έξω στην αυλή για να μαγειρέψει. Ήταν καλή μαγείρενα, και η άχνη του μαγειρεμένου φαγητού που άρχισε να ψήνεται, στριφογυρνούσε στην ατμόσφαιρα παρασυρμένη από το απαλό αεράκι, μια ωραία μυρωδιά που έσπαγε μύτες. -Ίσως ήταν αυτή η ωραία μυρωδιά, σκέφτηκε ύστερα, που τράβηξε τα αερικά από το πέρασμα κάτω στη ρεματιά και τα οδήγησε ώς το σπίτι της-

Ξαφνικά μέσα στην απόλυτη υσηχία που επικρατούσε άκουσε φωνές και γέλια, μουσική να παίζει και ήχο από άλογα που έσερναν κάρα, να έρχεται από κάτω στον γκρεμμό. Φαντάστηκε ότι ήταν κάποιο καραβάνι από γανοματζήδες που περνούσε από το μονοπάτι δίπλα στο  «Καμαρούι», την κάτω βρύση του χωριού που οδηγούσε στην πόλη της Πάφου. Έτρεξε στην άκρη της αυλής να δει το καραβάνι, ήθελε να τους γνέψει ότι είχε ατζιά (μαγειρικά σκεύη) για γάνωμα. Ο θόρυβος όλο πλησίαζε, αλλά δεν έβλεπε κίνηση στην κάτω στράτα, οπότε κατάλαβε πως δεν ερχόταν από εκεί, αλλά από τα σπαρμένα χωράφια στα πλευρικά της ρεματιάς που ήταν λίγα μέτρα μακρύτερα από την αυλή της.. 

Έβαλε το χέρι αντήλιο και είδε τρομαγμένη τα στάχια των κριθαριών να λυγίζουν και ένιωσε μια αύρα να περνά στον αέρα δίπλα της σαν σκιές ανθρώπων άυλων που περνούσαν γρήγορα από μπροστά της και άκουγε τις φωνές τους, τις ομιλίες τους, και τα γέλια τους,  άκουγε ακόμα ήχους από άλογα που έσερναν κάρα, μα δεν έβλεπε τίποτα. 

Κατάλαβε ότι ήταν αερικά φαντάσματα ανθρώπων παλαιοτέρων ή παράλληλων εποχών που περνώντας  από τη ρεματιά κάτω από το σπίτι της, ξεστράτισαν και πέρασαν από την αυλή της. Είχε ξανακούσει γι αυτά, δεν πίστευε πως υπήρχαν, αλλά εκείνη τη στιγμή που τα είδε, ασυναίσθητα έκαμε ότι έπρεπε να κάμει, έκαμε τον σταυρό της και παρακάλεσε την Παναγία να ανοίξει το πέρασμα, να περάσουν και να φύγουν γρήγορα τα αερικά. Έτσι έγινε, τα αερικά έφυγαν, χάθηκαν, όπως να μην πέρασαν. 

Στα χρόνια που πέρασαν, όποτε η Φκωνού ενόσω ήταν εν ζωή θυμόταν το παράξενο γεγονός, ανατρίχιαζε και την έπιανε το ίδιο δέος όπως τότε. Κάθε φορά όμως παρακαλούσε την Παναγία, και αμέσως οι σκέψεις της ημέρευαν.

 

ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΦΚΩΝΗ

Είναι μια ιστορία που λέγεται σε πολλούς τόπους, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι μια τρομαχτική κοινή ιστορία που συνέβηκε πραγματικά ίσως σε όλους τους τόπους που τη διηγούνται, διότι αφορά συναισθήματα που άπτονται της παλικαριάς, της αφοβιάς, της αντρειοσύνης, αλλά και του τρόμου που όταν κυριεύσει τον άνθρωπο και φωλιάσει στην καρδιά του, όποιος και νάναι, θα τον φοβήσει και θα τον τρομοκρατήσει. Είναι δηλαδή κοινά συναισθήματα όλων των ανθρώπων, σε όλους τους τόπους.

Είναι η φοβερη ιστορία για έναν αντριωμένο νέο που εζησε στο χωριό της Χλώρακας τον παλαιό καιρό. Για έναν λεβεντονιό που ήταν άφοβο παλικάρι που αψηφούσε τους κινδύνους και δεν λογάριαζε μήτε θεριά, μήτε ανθρώπους. 

Ήταν ένα παλικάρι που του άρεσαν οι ιστορίες περι ηρώων, αλλά περισσότερο η ιστορία του Σαμψών. Εκείνους τους καιρούς άν και δεν συνηθιζόταν, αυτός άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν σαν τον αγαπημένο του ήρωα, και χωρίς να λογαριάζει τα λόγια του κόσμου, καβαλλούσε τον άππαρο του που όταν τον σπιρούνιζε έτρεχε σαν τον άνεμο και καμαρωτός άφηνε τα μαλλιά του να ανεμίζουν στον αέρα όπως τα κύματα στη θάλασσα.

Το όνομα του ήταν Διονής, αλλά το άλλαξε και το έκαμε Διενής όπως του Διγενή, ενώ οι χωριανοί τον φώναζαν  Ιενή. Πίστευε ότι ίσως οι ρίζες του έφταναν από τους Ακρίτες, αλλιώς δεν εξηγιόταν η μεγάλη του δύναμη και η περισσή του αντρειοσύνη. Το πίστευε με την καρδιά του και το ένιωθε στο είναι του και να κυλά μεσα στις φλέβες του, σαν κατεβατό ποτάμι πάνω σε κακοτράχαλα βουνά. Το σπίτι του δεν τον χωρούσε, γυρνούσε στα όρη  και στις λαγκαδιές, μιλούσε με τα γεράκια και κυνηγούσε πουλιά και σκότωνε φίδια θεριά. Ήταν ανδρειωμένος και τον έτρεμε ο κόσμος και όλα τα χωριά.

Του άρεσε να παρομοιάζει τον εαυτό του ως ιδεώδη τύπον ήρωα όπως τον Ομηρικό Αχιλλέα, τον κραταιό Ηρακλή, τον ένδοξο Αλέξανδρο και τον ισχυρό Δούκα Διγενή. 

Είχε πολλή ξιππασιά και του άρεσε να παινεύεται για τα κατορθώματα του, την αφοβιά του και την παλικαριά του. Σε πολλούς άρεσαν τα ξιππάσματα και οι ιστορίες του, γιατί ήταν περιπέτειες για καυγάδες στολισμένες και τραβηγμένες, που είχαν ενδιαφέρον. 

 

Ήταν όμως και ένας μικρούτσικος ανθρωπάκος στο χωριό που δεν τον έκαμνε χάζι, που ήθελε να βρεί τρόπο να τον πικάρει, αλλά που δεν τολμούσε γιατί τον φοβόταν. 

Και ο νους του όλο γύριζε πώς να βρει τον τρόπο να το κάμει χωρίς να οργιστεί και να τον δέρει. Τοχε βάλει σκοπό να βρει τον τρόπο, 

τον είχε πιάσει μια μανία. Ήταν μια κακεντρέχεια που του προήλθε από τη ζήλεια. Ζήλευε τον Ιενή που ήταν ψηλός, όμορφος, δυνατός και ανδρείος, ενώ αυτός ήταν κοντός, μικρούτσικος, ένα κοντό χαμηλοβρακάτο ανθρωπάκι χωρίς δείξη. Καθημερινά στην ταβέρνα του Φκωνή που σύχναζε και συναντιόντουσαν, άλλη σκέψη δεν έβανε στο λογισμό του, παρά μόνο πώς να βρει έναν τρόπο να τον εκθέσει.  

 

Η ταβέρνα του Φκωνή ήταν κτισμένη δίπλα στην πλατεία της εκκλησιάς και εκεί μαζεύονταν τις νύχτες οι αθκιασεροί και οι κρασοπότες να πιούν κανένα γράδο κοκκινέλι. Ήταν ένα χαμόσπιτο κτισμένο με πέτρες και πηλό από χώμα και άσιερο, μια κάμαρη, ένα χαμηλό δωμάτιο τόσο χαμηλό, που για να μην κουτουλούν οι πελάτες, το πάτωμα ήταν σκαμμένο μέσα στη γη. Η σκεπή καμωμένη από κανιά και χώμα που όταν έβρεχε έσταζε και έβρεχε τους πελάτες. Με παλιές ξύλινες πόρτες χωρίς κλειδαριές και ένα μικρό παράθυρο όσο να μπαίνει λίγο φως. Ήταν κτισμένη ακριβώς στη θέση που είναι τώρα το εστιατόριο «Φαμακούστα», στην οδό «Ζήνας Κάνθερ». Ήταν η ταβέρνα του Φκωνή που άφησε εποχή, που με τον ίδιο να φαντάζει θεόρατος με τη μαύρη βράκα και το αλατσιέτινο ζιμπούνι πανύψηλος να μην τον χωρεί το μαγαζί του και να σερβίρει σκυφτός για να μην κουτουλλά στο ταβάνι. 

Μέσα στο μουντό φως της λάμπας πετρελαίου τα τραπέζια τάβλες πάνω στο χωματένιο πάτωμα ήταν πάντα γεμάτα πελάτες. Η τσίκνα από το τρεμιχόλαο γέμιζε τον αέρα και τα κουνουπίδια ήταν πάνω στο ράφι αφημένα μαζί με σώτες γεμάτες τσιρίτζια μέσα σε λίπος από λαρδί και βάζα γεμάτα καππάρι. Στη γωνιά ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι ένα ολόκληρο λαρδί χοίρου, ενώ πάνω σε όλα τα τραπέζια είχε κούπες γεμάτες βραστές πατάτες. 

Ήταν μια συνταιριασμένη ατμόσφαιρα με το χώμα στο πάτωμα να μυρίζει ξινό κρασί και να σμίγει με την μυρωδιά από τα ξιδάτα παντζάρια, τα βραστά αβγά μέσα σε μαύρο λάδι ελιάς και τη τσίκνα της ρέγκας που ψηνόταν στη φωτιά της μηχανής. Ήταν φαγητά της εποχής που έφτιαχνε μόνος του ο ταβερνιάρης, χωριάτικοι και φτηνιάρικοι μεζέδες,  αλλά γνήσιοι και άμετρης γευστικής απόλαυσης.

Κάθε βράδυ οι φτωχοί χωρικοί την άραζαν εκεί, να πιούν και να διασκεδάσουν φτωχικά για να ξεχάσουν την φτώχεια τους και τη μιζέρια τους. 

Το στερκό κρασί τους έφτιαχνε τη διάθεση και τους έκανε να αισθάνονται ότι τα φτωχικά φαγητά είχαν γλυκείες γεύσεις Τσιμπούσαν και τσουγκρούσαν τις καντήλες και έλεγαν εις υγείαν στα μεγάλα ξύλινα βαρέλια που ήταν γεμάτα κρασί.

Ήταν βαρέλια θεόρατα που γέμιζαν το μισό μαγαζί, γεμάτα με κρασί που εκείνον τον καιρό πουλιόταν με την οκά και το μετρούσαν με το κάρτο, ένα τσίγγινο δοχείο με την ανάλογη χωρητικότητα. 

 

Μια νύχτα καθόταν σε ένα τραπέζι ο μικρούτσικος άνθρωπος, σε ένα άλλο το παλληκάρι ο Ιενής, ενώ στο τρίτο καθόταν μια παρέα χωριανών. Όλα τα τραπέζια ήταν τέσσερα, στο άλλο καθόταν ο Φκωνής και κουβέντιαζε με τους πελάτες του. 

Έχοντας ο μικρούτσικος άνθρωπος αντίκρυ του τον Ιενή και τον οίνο στην κοιλιά να τον ζαλίζει, το μυαλό του επηρεασμένο πήρε περισσότερες στροφές και του κατέβητε μια ιδέα. 

Αρχίνησε να λέει για τους πεθαμένους και για ιστορίες που άκουσε, ότι στα νεκροταφεία  μετά τα μεσάνυχτα βγαίνουν τα πνεύματα των πεθαμένων και σεργιανούν στη νύχτα τρομάζοντας τον κόσμο, 

γι αυτό οι άνθρωποι παλιότερα απέφευγαν τις σκοτεινές νύχτες να περιφέρονται άσκοπα σε τέτοια μέρη… 

Μια φορά κατά πως άκουσε είπε, ένας γέρος που περνούσε νύχτα από το νεκροταφείο άκουσε θορύβους και χωρίς να λογαριάσει φόβο μπήκε μέσα να δεί τι συμβαίνει. Μόλις πέρασε την πύλη άκουσε από τη μεριά της κάτω εκκλησιάς λυπητερό ήχο καμπάνας να χτυπά, γεγονός που τον γέμισε τρόμο γιατί  ήξερε πως δεν είχε καμπάνα, την είχαν μεταφέρει οι χωριανοί στην πάνω εκκλησιά τις προηγούμενες μέρες. Τρομοκρατημένος τόβαλε στα πόδια, πήρε τόσο φόβο που του δέθηκε η γλώσσα και έκαμε πολλές μέρες να βρεί τη μιλιά του.

Λέγοντας αυτά ο μικρούτσικος ήθελε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα φόβου ώστε ο ατρόμητος Ιενής να φανερωθεί ότι σαν άνθρωπος και αυτός, είχε πράγματα που τα φοβόταν. Ο Ιενής όμως γέλασε και είπε ότι όλα είναι φαντασιώσεις.

Αρπάζοντας την ευκαιρία ο μικρούτσικος άνθρωπος, τον προσκάλεσε σε στοίχημα ότι δεν τολμούσε να πάει τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο και να παλουκώσει τον άππαρο του, ένα στοίχημα που με χαρά δέχτηκε ο Ιενής, γιατί ήθελε να δώσει ακόμα μια απόδειξη σε όλους τους παρευρισκομένους για την αφοβιά του...

Συνέχισαν τη διασκέδαση τους να τρώνε και να πίννουν ως τα μεσάνυχτα.

Όταν χτύπησε δώδεκα η ώρα, ο Ιενής σηκώθηκε από το τραπέζι του, ορμήνεψε στον Φκωνή να μην σηκώσει το ποτήρι του γιατί γρήγορα θα επέστρεφε, είπε και στους άλλους να τον περιμένουν, θα πήγαινε στο νεκροταφείο να σιηνιάσει τον άππαρο του.  

Εντάξει του είπαν  οι άλλοι πελάτες, και έκατσαν να τον περιμένουν να γυρίσει πίσω, μαζί ύστερα θα πήγαιναν στο νεκροταφείο να ελέγξουν την αλήθεια. 

Πήγε ο Ιονής στο νεκροταφείο, τσουλλώκατσε και παλούκωσε τον άππαρο του. 

Όταν τέλειωσε πήγε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Κάποιος τον τραβούσε από τη βράκα. Ξαφνιάστηκε, αλλά προσπάθησε να μην πανικοβληθεί. Έβαλε όλη του τη δύναμη, αλλά πάλι δεν τα κατάφερε. Άρχισε να φοβάται, άρχισε να πιστεύει ότι ζωντάνεψαν οι νεκροί, προσπαθούσε να μην τον κυριεύσει ο τρόμος. Διατηρώντας την ψυχραιμία του γύρισε πίσω να αντιμετωπίσει αυτόν που τον κρατούσε, αλλά δεν είδε κανέναν, ούτε νεκρό, ούτε ζωντανό.

Σαν αστραπή από το μυαλό του πέρασαν όλες οι δεισιδαιμονικές και αλλόκοτες ιστορίες για πεθαμένους και νεκροζώντανους που ήξερε. Πίστεψε πως σηκώθηκαν οι πεθαμένοι και σαν σκιές αόρατες,  τον τραβούσαν να τον πάρουν μαζί τους μέσα στα μνήματα. 

Έβαλε όλη του τη μεγάλη δύναμη να τους ξεφύγει, μα δεν μπορούσε. Τον τραβούσαν από τη βράκα και δεν τον άφηναν. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει βοήθεια, αλλά λαλιά δεν έβγαινε, του δέθηκε η γλώσσα από την τρομάρα…

Αποκαμωμένος από το φόβο έγειρε στο χώμα και έμεινε ακίνητος, φηρμένος σαν τον πεθαμένο…

 

Πέρασε η ώρα, μέσα στην ταβέρνα άρχισαν να ανησυχούν. Αργούσε ο Ιονής, 

-κάτι θα γίνηκε, 

είπε ο Φκωνής. Σηκώθηκε και ξεκρέμασε τη λάμπα από το βολίκι,

-άντε πάμε να τον βρούμε,

τους είπε.

Φτάνοντας στο νεκροταφείο, είδαν τον άππαρο παλλουκωμένο και τον Ιονή δίπλα του φηρμένο. Ανύσηχοι έσκυψαν να τον σηκώσουν και αμέσως κατάλαβαν τι είχε γινεί. Παλλουκώνοντας το παλλούκι στο χώμα, στο σκοτάδι δεν πρόσεξε και το έβαλε πάνω στις πολλές δίπλες της βράκας του παλουκώνοντας την κι αυτήν. 

Ευτυχώς ήταν μόνο φηρμένος, τον ξεπαλλούκωσαν και τον μετέφεραν στην ταβέρνα όπου τον βοήθησαν να συνέλθει.

 

Από εκείνη τη μέρα ο Ιενής έμεινε χασκιασμένος, λιγομίλητος, με βλέμμα πλανεμένο και το μυαλό σαλεμένο. Έκοψε τα μακριά του μαλλιά και δεν ξανακαβαλίκεψε τον άππαρο του.

Περιδιάβαινε στις στράτες άσκοπα, κατάντησε ο τρελός του χωριού. 

 

 

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, τρείς ιστορίες

Η ιστορία της Κύπρου είναι αρχαιοτάτη και λόγω της στρατηγικής της θέσης καθώς είναι σταυροδρόμι ανάμεσα σε τρείς

ηπείρους της Αφρικής, της Ευρώπης και της Ασίας, έχει να επιδείξει πανάρχαιες καταβολές που εκτείνονται μέχρι και πριν 10 000 χρόνια. Στην ελληνιστική περίοδο άνθισαν οι τέχνες και έχουμε μαρτυρίες σε αμφορείς και πλάκες με γραφές. Ακολούθησε η Ρωμαϊκή περίοδος κατά την οποία συνεχίστηκαν οι τέχνες και τα γράμματα, αλλά κυρίως η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε με την κάθοδο των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα που επισκέφθηκαν την Πάφο όπου και διέδωσαν τον Χριστιανισμό. Ακολούθησε η Βυζαντινή περίοδος κατά την οποία άνθισε περισσότερο ο Χριστιανισμός, ενώ ύστερα ήρθαν τα μαύρα χρόνια της υποδούλωσης της νήσου σε ξένους κατακτητές. Περιήλθε κατά σειράν στους Ναϊτες, στους Γάλλους Λουζινιανούς, στους Φράγκους και στους Οθωμανούς. 

Λόγω της μακρόχρονης κατοίκησης της νήσου από ανθρώπους, είναι φυσικό η γη της να είναι κατάσπαρτη από αρχαιότητες. 

Παλιοί θρύλοι αναφέρονται σε αμέτρητους θησαυρούς πού  παραμένουν θαμμένοι από την αρχαιότητα, κυρίως αρχαιολογικοί θησαυροί όπως κτερίσματα, τα οποία προέρχονται από τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να θάβουν τους νεκρούς με τα προσωπικά τους αντικείμενα.  

Καθ όλη την περίοδο της Ενετοκρατίας, διάφοροι Σαρακηνοί καθώς και Οθωμανοί Τούρκοι εισέβαλλαν στη Κύπρο και με επιδρομές τους λεηλατούσαν και άρπαζαν αιχμαλώτους τους οποίους πουλούσαν ως σκλάβους.
Κάτω από το φόβο των επιδρομών, οι Κύπριοι Χριστιανοί που κατοικούσαν στα παράλια έκτιζαν τα σπίτια τους σε υψώματα ώστε να παρακολουθούν τον ορίζοντα της θάλασσας. Όταν έβλεπαν κουρσάρικα καράβια, μάζευαν τα υπάρχοντα τους και τα έκρυβαν μέσα σε κρυψώνες και αρχαίους ταφικούς σπήλιους τους λεγομενους Ελληνοσπηλιους, για να γλιτώσουν από το πλιάτσικο. Μέσα έκρυβαν επίσης τους νέους και τις νέες για να γλυτώνουν την αιχμαλωσία. 
Οι Ελληνιστικοί τάφοι ήταν σκαμμένοι  σε βράχους και χρονολογούνται από τα Ελληνιστικά και τα πρώτα Ρωμαϊκά χρόνια της Κύπρου. Στη Χλώρακα υπάρχουν δυο αρχαίοι Ελληνιστικοί τάφοι εκ των οποίων ο ένας είναι λαξευμένος μέσα σε θεόρατη σπηλιά καλά κρυμμένη από τη φύση, ώστε να είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί. Σήμερα αυτός ο αρχαίος τάφος ονομάζεται «η σπηλιά του Λεωνίδα», όνομα που προήλθε από τον τελευταίο ιδιοκτήτη της γης στην οποία ευρίσκεται η είσοδος του τάφου, καθώς υπόγεια επεκτείνεται σε πολύ μεγάλη απόσταση. 
Ιστορία 1η 

Τους καιρούς της Τουρκοκρατίας η σπηλιά του Λεωνίδα χρησίμευε ως κρύπτη για πολλούς κατατρεγμένους Χριστιανούς. Μια φορά κάποιοι κυνηγημένοι χωριανοί κρύφτηκαν μέσα για να γλυτώσουν, ενώ οι Τούρκοι στρατιώτες που εξαπλώθηκαν σε όλο το χωριό και τους έψαχναν, περνούσαν από τη στράτα που ήταν πάνω από τη σπηλιά, χωρίς να υποπτεύονται ότι οι καταζητούμενοι τους βρίσκονταν κάτω από τα πόδια τους.
Εκείνη η μέρα ήταν Κυριακή και την ίδια ώρα με τους Τούρκους από εκείνη τη στράτα, περνούσε μια πομπή γάμου που οι συγγενείς και οι χωριανοί υπό την συνοδεία οργανοπαιχτών, συνόδευαν την νύφη να την πάρουν στην εκκλησιά να την παραδώσουν στον γαμπρό. 
Ξαφνικά από τα βάθη της γης ακούστηκε κλάμα μωρού. 
Με τους κυνηγημένους μέσα στη σπηλιά, κρυμμένη ήταν και μια γυναίκα με μικρό παιδί που άρχισε να κλαίει δυνατά με κίνδυνο να προδωθούν.
Ο βιολάρης που ήξερε για το σπήλαιο, μονομιάς άλλαξε σκοπό στο τραγούδι του και αρχίνησε τραγουδιστά με δυνατή φωνή να λέει,
-Για βούλωστο για βύζαστο για βάρτο κάτσε πάνω. 
Τους άκουσαν από τη σπηλιά και έκαμαν το μωρό να σωπάσει, και δεν τους πήραν χαπάρι οι Τούρκοι. Από εκείνο το καιρό, η ιστορία του σπηλαίου της Χλώρακας, διαδόθηκε σε όλη την Κύπρο και την Ελλάδα, οπού την διηγούνται παραφράσσοντας της και προσαρμόζοντας την οι άνθρωποι ανάλογα με τον τόπο το δικό τους.
Ιστορία 2η 

Πάνω στα σκληρά πέτρινα τοιχώματα του υπάρχουν αρκετοί λαξεμένοι τάφοι. Οι είσοδοι ορισμένων παρέμειναν σφραγιστοί χωρίς να ανακαλυφτούν μέχρι τον 18ο  αιώνα, περίοδο κατά την οποία υπάρχουν μαρτυρίες ότι ανακαλύφτηκαν σπουδαία κτερίσματα, αλλά που δυστυχώς πουλήθηκαν σε αρχαιοκάπηλους. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι βρέθηκε μια λαμπιώνα ανεκτίμητης αξίας, μια ολόχρυση ζώνη Ομηρικού πολεμιστή και μια πέτρινη σκαλιστή σαρκοφάγος η οποία κατα πληροφορίες ευρίσκεται και φυλάσσεται στο μουσείο της Νέας Υόρκης. Ιστορήσεις μαρτυρούν ότι το ανάγλυφο του σκεπάσματος της σαρκοφάγου παρίστανε μια γυναικεία μορφή ωραιοτάτου κάλλους που όταν την ανακάλυψε ένας βοσκός την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, ένα παραφύσικο γεγονός που τον παίδεψε συναισθηματικά και ψυχολογικά για την υπόλοιπη του ζωή. Σημαδεύτηκε στην υπόλοιπη κοινωνία που δεν ήξερε τον λόγο για την παράλογη συμπεριφορά του, ως άνθρωπος μωρός, προβληματικός και αντικοινωνικός που στα καλά καθούμενα εγκατέλειψε την οικογένεια του, τα παιδιά του, την περιουσία του, την εργασία του και πήγε να ζήσει μέσα στη σπηλιά μοναχός ερημίτης, αρνούμενος τη φυσιολογική ζωή και καταντώντας τον εαυτό του απόκληρο της ζωής.
Κάποια μέρα που ο βοσκός έβοσκε τα πρόβατα του στη ρεματιά κάτω από τη σπηλιά, λένε κάποιοι, ένα πρόβατο του ξέφυγε και ανέβηκε πάνω στο ψήλωμα και εξαφανίστηκε. Ανέβηκε ο βοσκός να το γυρέψει, και ανακάλυψε την είσοδο της σπηλιάς. Μπαίνοντας μέσα, βρέθηκε σε ένα σπήλαιο. Μάζεψε ξύλα και άναψε φωτιά, ανακαλύπτοντας ένα πλατύ σπήλαιο που το βάθος του χανόταν μέσα στη σκοτεινή γη. Στην μια πλευρά πρόσεξε μια κλειστή κτισμένη είσοδο, που μόλις ξεχώριζε από το υπόλοιπο πέτρινο πλευρό. Χαλώντας την ανακάλυψε μια νεκρική θήκη που μέσα ήταν μια σαρκοφάγος.

Καθαρίζοντας την από τα χώματα και γεμάτος ελπίδα ότι θα ανακάλυπτε χρυσαφικά και θησαυρούς, αντίκρισε το ανάγλυφο άγαλμα που ήταν σκαλισμένο πάνω στην μονοκόμματη πέτρα που σκέπαζε την νεκρική λάρνακα. Ήταν λαξευμένο σε λαμπερό φίλντισι, ένα άγαλμα που παριστάνε μια εξαιρετικά ωραία κοπέλα. Μια γυναικεία μορφή που φαινόταν έτοιμη να ανασάνει, που φαινόταν να τον κοιτάζει κατάματα και να τον καλεί.

Έμεινε ώρες ολόκληρες να τη θαυμάζει, δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Την ερωτεύτηκε και δεν ήθελε να φύγει από κοντά της.

Κάθε μέρα επισκεπτόταν το σπήλαιο κρυφά να μην τον δουν άλλοι και κλέψουν το αγαπημένο του άγαλμα, και με τις ώρες καθόταν δίπλα στη σαρκοφάγο και μιλούσε της αγαπημένης του. Η παγωμένη της πέτρινη μορφή έδειχνε πανέμορφη και κάθε μέρα που περνούσε, ο βοσκός την αγαπούσε περισσότερο. Παράτησε το σπίτι του και την οικογένεια του και μετοίκισε στο σπήλαιο. Κάτω από τη σπηλιά είχε μια βρύση που έτρεχε ολόχρονα νερό που κυλούσε στη ρεματιά γεμίζοντας την πλάση με βλάστηση. Εκεί κατέβαινε ο βοσκός για να πιει νερό, να πλυθεί και να βρει ρίζες και αγριόχορτα για να τραφεί.

Στο χωριό άλλοι πίστεψαν ότι τρελάθηκε από τη μοναξιά του επαγγέλματος του βοσκού, άλλοι ότι θέλησε να Αγιάσει και να γίνει ασκητής.

Όταν πέρασαν πολλά χρόνια, ένας κυνηγός ανακάλυψε το κουφάρι του βοσκού μέσα στη σπηλιά. Άντεξε ο βοσκός και έζησε όλη του τη ζωή παρέα με την όμορφη γυναίκα που ήταν σμιλευμένη πάνω στη σαρκοφάγο. 

Όμως ο κυνηγός ισχυρίστηκε ότι βρήκε τον νεκρό χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σκαλιστή σαρκοφάγος, απλά ο βοσκός έζησε σαν ασκητής αφιερωμένος στο θεό και πέθανε από βαθιά γεράματα.

Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι ο κυνηγός βρήκε τη σαρκοφάγο την οποία πούλησε σε αρχαιοκαπήλους, και που τώρα ευρίσκεται στο Αρχαιολογικό μουσείο της Νέας Υόρκης.   

Ιστορία 3η 

Στα χρόνια που πέρασαν οι κάτοικοι εξερεύνησαν πλήρως το σπήλαιο ανακαλύπτοντας όλους τους τάφους που ήταν σκαμμένοι στα πλευρικά τοιχώματα. Ανακάλυψαν πολλά αρχαία κτερίσματα μεγάλης αρχαιολογικής αξίας, τα οποία όμως σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς που δεν υπήρχε γνώση για τη μεγάλη τους αξία, διασκορπίστηκαν και εξαφανίστηκαν χωρίς να ξέρει κανείς πλέον που ευρίσκονται καθώς αυτοί που τα ανακάλυψαν δεν ευρίσκονται εν ζωή.

Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του σπηλαίου ήταν ο Λεωνίδας Χ΄Αντώνης, εκ του οποίου έμεινε και η τωρινή του ονομασία. 

Ήταν ένας αγωνιστής της ΕΟΚΑ στην οποίαν προσέφερε πολλά αυτός και η οικογένεια του. 

Κατά τη διάρκεια του αγώνα, πολλοί αντάρτες κρύβονταν κατά καιρούς μέσα στο σπήλαιο για να αποφύγουν τη σύλληψη τους από τον στρατό των Άγγλων αποικιοκρατών.

Μέσα στο σπίτι του ήταν κτισμένο ένα αποχωρητήριο Τουρκικού τύπου, που από την τρύπα του στο δάπεδο συγκοινωνούσε με το σπήλαιο. Απ εκεί έδιναν το φαγητό στους αγωνιστές, και κάθε τόσο έριχναν και λίγες αφοδεύσεις για να μην υποψιάζεται τίποτα ο εχθρός. 

Όταν κάποια φορά μετά από πληροφορίες ήρθαν Άγγλοι στρατιώτες να βρουν τη σπηλιά, μια κόρη του Λεωνίδα βλέποντας τους Εγγλέζους να έρχονται με τα σκυλιά, σκόρπισε παντού σκόνη πιπέρι με αποτέλεσμα τα στρατιωτικά σκυλιά να χάσουν την οσμή τους και να μην μπορέσουν να μυρίσουν τους αντάρτες μέσα στο σπήλαιο.

 

ΕΠΑΦΕΣ ΤΡΙΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ

Ο Δημητρός ήταν ίσα σαράντα χρονών και λογαριαζόταν ο αλαφρός του χωριού. Δεν είχε γονιούς και κατοικούσε μοναχός σε μια κάμαρη δίπλα σε μια μάντρα με γουρούνια φιλοξενούμενος του μεγάλου του αδερφού. Του άρεσε να σεριανίζει στους αγρούς και στα χωράφια και να μαζεύει πλωταρκές και αγριόχορτα.

Εκείνη τη μέρα ο καιρός ήταν γεμάτος, ο ουρανός σκοτεινός, ήταν μια μουντή μέρα σαν και το μυαλό του. Αλλά τις ευχαριστιόταν τέτοιες μέρες, του άρεσε να τριγυρνά από πρωί ως δείλη και να μαζεύει αγριόχορτα. Ήταν μοναχικός, λιγομίλητος, σκυφτός, σκυθρωπός. 

Εκείνη τη μέρα μέσα στον άπλετο κάμπο που έβοσκε τα γουρούνια και μάζευε αγριόχορτα, άκουσε μια βουή ψηλά στον ουρανό που διασχίζοντας τον αέρα δυνάμωνε  και τον πλησίαζε ιλιγγιωδώς. 

Κοίταξε ψηλά, ίσα που πρόλαβε και παραμέρισε. Δίπλα που έστεκε ακριβώς, έπεσε πάνω στο χώμα ένα κορμί με βαρύ γδούπο κάνοντας το μαλακό οργωμένο χώμα στο χωράφι να ανοίξει από το βάρος του κορμιού του. 

Κανένα αεροπλάνο δεν περνούσε ήταν σίγουρο, ο Δημητρός έβγαλε το συμπέρασμα ότι έπεσε από τον  ουρανό. 

Έσκυψε σαστισμένος και είδε το πρόσωπο του να συσπάται πονεμένα και μια μικρή κηλίδα αίμα κυλούσε από το στόμα  του. Σήκωσε με κόπο το χέρι απλώνοντας το, όπως που να του ζητούσε βοήθεια. Ο τρελός το πήρε στο δικό του και αμέσως με το άγγιγμα του, ένιωσε μια ανατριχίλα και ένα ρεύμα-ηλεκτρισμό να τον διαπερνά. Έμεινε σαστισμένος και ανήμπορος να τραβηχτεί, ενώ για όλη τη διάρκεια της επαφής των χεριών τους ένιωθε κάτι να συμβαίνει στο μυαλό του, όπως να ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε άγνωστους χρόνους και χώρους. Ενιωθε ανήμπορος να αντιδράσει, όταν συνήλθε ο άνθρωπος που έπεσε απο τον ουρανό κειτόταν με τα μάτια ανοιχτά, νεκρός. Ο Δημητρός κατάλαβε ότι με το άγγιγμα τους συντελέστηκε μια επαφή τρίτου βαθμού, μια επαφή αλλόκοτη και απόκοσμη.

Έστεκε και τον κοίτταζε, ένιωθε τις σκέψεις του καθάριες και αισθανόταν διαφορετικός, ένας άλλος άνθρωπος. Ένιωθε  να αλλάζει μέσα του και να διαφοροποιείται, να μήν είναι πλέον ο παλιός του εαυτός, αισθανόταν μεγάλη εσωτερική πληρότητα και ένιωθε να κατέχει απόκοσμες δυνάμεις και γνώσεις. Κατάλαβε ότι το πνεύμα, οι εμπειρίες και ο ψυχισμός του άλλου, πέρασαν στον ίδιο με μαγικό τρόπο, με την επαφή και το άγγιγμα των χεριών τους.

Σηκώθηκε στα πόδια του, έσκυψε και έκλεισε τα πεθαμένα μάτια, ύστερα σκέπασε με χώμα το νεκρό κορμί. Έτσι έπρεπε να κάμει σκέφτηκε, να μην μάθει κανείς ότι εσυναίβει, να μην προκληθεί αναταραχή και αναστάτωση. Πήρε το καλάθι με τα χόρτα και οδήγησε τα γουρούνια στη μάντρα. 

Το σούρουπο είχε έρθει και ο κόσμος αρχίνησε να μαζεύεται  στο καφενείο στην πλατεία του χωριού. Ο Δημητρός νίφτηκε και καθαρίστηκε και επειδή δεν είχε καλά ρούχα δικά του, πήρε μια φορεσιά του αδερφού του και τη φόρεσε. Ύστερα πήρε το ανηφόρι και πήγε στο καφενείο.

Με φυσική σοβαρότητα όπως να την είχε πάντα και που δεν είχε σχέση με το προηγούμενο αγαθό ύφος του που όλοι γνώριζαν, χαιρέτησε τους θαμώνες και καθίζοντας σ ένα τραπέζι μοναχός του, παρήγγειλε καφέ και τσιγάρο. 

Όλοι έμειναν να τον κοιτάζουν, έβλεπαν έναν άλλο άνθρωπο με διαφορετικό ύφος, και μόνη ομοιότητα με τον παλιό Δημητρό, είχαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου και την όμοια κορμοστασιά. 

Γεμάτοι περιέργεια τον έπιασαν κουβέντα, και ο ίδιος με άνεση λόγου και συμπεριφοράς που δεν είχε σχέση με την προηγούμενη του που ούτε μιλούσε ούτε χαμογελούσε, φανέρωσε έναν άλλο διαφορετικό άνθρωπο γνωστικό, μορφωμένο και απόλυτα προσγειωμένο. 

Ήταν κάτι ανεξήγητο, είπαν όλοι ότι έγινε θαύμα. Έγινε αντικείμενο συζήτησης για αρκετές μέρες από όλους τους κατοίκους του χωριού και των περιχώρων. Ήταν μια μεταμόρφωση απίστευτη, αλλά το πιο περίεργο ήταν οι αμέτρητες γνώσεις που απέκτησε σε μια στιγμή, αφού πρίν δεν ήξερε ούτε να μετράως το δέκα.  

Πέρασε λίγος καιρός, ο Δημητρός αποφάσισε και ξενητεύτικε, πήγε σε μια μεγάλη πόλη στην Αγγλία για να βρεί το ριζικό του. 

Οι χωριανοί κατά καιρούς μάθαιναν τα νέα του από γράμματα που έστελλε στον αδερφό του. Πρόκοψε και προόδευσε, έγινε μεγάλος επιστήμονας και σπουδαίος άνθρωπος, κέρδισε πολλά χρήματα, φήμη και σπουδαία κοινωνική θέση.

Πέρασε κι άλλος καιρός, κάμποσα χρόνια, μια μέρα ήρθε στο χωριό μια ομάδα Εγγλέζων επιστημόνων που τους συνόδευε ένας εισαγγελέας της Κυβέρνησης, και επίσημα άρχισαν να κάνουν ανακρίσεις και να ρωτούν για τον Δημητρό. Ήθελαν να μάθουν για την απότομη μεταμόρφωση του, πως συνέβηκε, και αν προηγουμένως ήταν πραγματικά και όχι προσποιητά ένας αγαθός άνθρωπος. 

Έστησαν ένα καταυλισμό με τσαντίρια κάτω στον κάμπο και άρχισαν να σκάβουν σπιθαμή προς σπιθαμή όλα τα χωράφια. 

Ύστερα από μέρες αθόρυβα και ήσυχα, έφυγαν και δεν ξαναφάνηκαν. 

Κάποιος είπε ότι τους είδε να μαζεύουν από ένα ξέβαθο λάκκο  κόκαλα και να τα τοποθετούν σε νάιλον σακούλες. 

Κάποιος άλλος είπε ότι είδε ανάμεσα τους τον Δημητρό, και ήταν γερασμένος, καταπονημένος, καταβεβλημένος και άρρωστος, με βλέμμα απλανές και χασκιασμένο...

Τέλος κάποιος είπε ότι έπιασε φιλίες με έναν από την αποστολή, που του είπε  ότι ο Δημητρός αγάπησε μιαν Εγγλέζα και της εκμυστηρεύτηκε το μυστικό του για τον άνθρωπο που έπεσε από τον ουρανό. Για κακή του τύχη η κοπέλα εργαζόταν σε μια Κυβερνητική υπηρεσία που έκανε μυστικές έρευνες για εξωγήινους. Ερευνώντας και διαπιστώνοντας τις μοναδικές γνώσεις που είχε μόνο αυτός και κανένας άλλος, οι μυστικές υπηρεσίες τον απήγαγαν, οι επιστήμονες δούλεψαν πάνω του, έκαμαν έρευνες και πειράματα, του έδωσαν ψυχοφάρμακα και τον ανέκριναν εξαντλητικά. Κατάλαβαν ότι ο Δημητρός είχε έρθει σε επαφή τρίτου βαθμού με εξωγήινο πλάσμα.

 

ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ 1865

Μα τι είναι αυτός παπάς, τον ευρίσκεις όπου πάς 

Πότε γίνεται ψαράς, πότε αντάρτης μουλαράς.

Ο Παπασάββας έζησε τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Τουρκικής κατοχής και τα πρώτα της Αγγλικής, καθώς το 1871 η Κύπρος παρεδώθηκε στους Άγγλους μετά την συνθήκη που υπέγραψαν οι δύο χώρες για υπεράσπιση της πρώτης από τη δεύτερη σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας.

Εκείνους τους καιρούς οι κάτοικοι ζούσαν υπό την σκιά της καταπίεσης και του κατατρεγμού από τους βάρβαρους Μωαμεθανούς κατακτητές πρώτα, και στη συνέχεια των Άγγλων που ενώ οι Χριστιανοί Κύπριοι πανυγήρησαν και τους δέχτηκαν ως ελευθερωτές, αποδείχτηκαν και αυτοί στυγνοί καταπιεστές και εκμεταλλευτές.  

Στις εποχές εκείνες της σκλαβιάς έως και πρόσφατα στα πρώτα χρόνια της εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας, οι παπάδες δεν έπαιρναν μισθό. Η πληρωμή τους ήσαν όσα οι πιστοί έβαζαν στο παγκάρι της εκκλησιάς για να ανάψουν κερί του Αγίου, καθώς και όσα ελάχιστα κατά το δοκούν έδιναν οι φτωχοί χωρικοί, για την τέλεση των διαφόρων Χριστιανικών μυστηρίων. 

Γι αυτό το λόγο παπάδες γίνονταν όσοι αγαπούσαν την ψαλτική κυρίως, ή είχαν κλίση στο Θεό. Δεν ήταν επάγγελμα που μπορούσε να θεωρηθεί βιοποριστικό, αφού δεν άφηνε αρκετά χρήματα για να μπορέσει κάποιος να ζήσει την οικογένεια του.  Γι αυτό όλοι οι παπάδες είχαν άλλη κύρια ασχολία για να μπορούν να επιβιώνουν οικονομικά. Κυρίως ασχολούνταν με την τέχνη του σκαρπάρη για να μπορούν να είναι πάντα στη διάθεση των ενοριτών τους, αφού όλη τη μέρα την έβγαζαν στο εργαστήρι τους που συνήθως το είχαν στημένο στην κεντρική πλατεία του χωριού. 

 

Ο παπασάββας ήταν ένας λιγόκορμος γεμάτος νεύρο ανθρωπάκος, που πάντα με θυμώδη και αυστηρή συμπεριφορά, επέβαλλε τη γνώμη του χωρίς να δέχεται αντίρρηση. Καθώς ήταν παπάς, αλλά και δάσκαλος αφού ήξερε γράμματα, όλοι οι χωριανοί δεχόντουσαν τον λόγο του ως προσταγή. Για αυτή του τη συμπεριφορά, του κόλλησαν το παρατσούκλι του αντάρτη. Εκτός από την παπαδική, είχε για κύριο επάγγελμα την περβολαρική, αλλά ταυτόχρονα ήταν δάσκαλος, ψαράς, ήταν άνθρωπος για όλες τις δουλειές. 

Είχε δυνατή θέληση, ήταν πολυμήχανος και αεικίνητος, ήταν πάντα μπροστάρης και αρχηγός. Οι κάτοικοι για τα δύσκολα τους προσέτρεχαν σε αυτόν. Καβαλίκευε ένα ψηλό άλογο που το έλεγε άππαρο, ενώ οι χωριανοί λένε ότι ήταν μούλα, και φάνταζε μια λεπτή επιβλητική φιγούρα να ιππεύει καμαρωτός και κορτωτός. 

Αντάρτης είναι ο άνθρωπος ο μοναχός  πολεμιστής που πολεμά για ιδέες και ιδεώδη, είναι ατίθασος, ταραξίας, απείθαρχος και αδύνατον να του επιβληθεί κάποιος. Αυτή είναι η ετυμολογία του αντάρτη, τέτοιος ήταν ο Παπασάββας, το παρατσούκλι που του κόλλησαν του πήγαινε επ ακριβώς. 

Δεν ανεχόταν από κανέναν το άδικο, και επέβαλλε την τάξη στους ανθρώπους πολλές φορές με τον θυμό και τη βία.

Μια φορά που είχε συνοριακές διαφορές με έναν Τούρκο ο οποίος εκμεταλλευόμενος την Τουρκική κατοχή και το δίκιο του κατακτητή ήθελε να καταπατήσει την περιουσία του, έδρασε  χωρίς να σκεφτεί συνέπειες ως εκ του μικρού του αναστήματος, ή το φόβο του υπόδουλου και της τιμωρίας από τον κατακτητή. 

Στα «Πιρομάσια» μια παράλια περιοχή κοντά στη Τούρκικη συνοικία του Μουττάλλου, είχε ένα χωράφι που γειτόνευε με ένα άλλο Τούρκικο, που ο άπιστος ιδιοκτήτης του, ήθελε να ταράξει τα σύνορα και να του καταπατήσει την περιουσία. 

Ο σκληροτράχηλος παπάς προσπάθησε πρώτα με καλό τρόπο και καλοπιάσμα να τον αποτρέψει από τις παράνομες και παράλογες βλέψεις του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει ότι δεν θα το δεχόταν και θα γίνονταν από καλοί γείτονες κακοί εχθροί,  αλλά ο άπιστος δεν άκουγε.

Μια φορά που καβάλλα στο άλογο του τον έκοψε να ταράσσει τους στύλους του ττελιάσματος, φουρκίστηκε και θόλωσε το μυαλό του από οργή. Βίτσισε τον άππαρο, και διπλοκαλπάζοντας όρμηξε πάνω του και τον έριξε χάμω. Ξεκαβαλίκεψε, και σαν ήταν χαμαί πεσμένος και πληγωμένος, του έδωσε ένα μπερντάχι ξύλο τόσο, που ο άπιστος το θυμόταν μετά φόβου στην υπόλοιπη του ζωή.

 

Πέρασε λίγος καιρός, ο Τούρκος δεν ξαναφάνηκε στο χωράφι. Το είχε μέσα του όμως άχτι μεγάλο, σκέφτηκε και πλέρωσε τα Χασαμπουλιά να τιμωρήσουν τον παπά παραδειγματικά και με τρόπο που να το μάθει όλη η κοινωνία Τούρκοι και Ρωμιοί, έτσι που να αποκατασταθεί η τιμή του.

 

Τα Χασαμπουλιά ήταν Τούρκοι ληστές παράνομοι, που ζούσαν κλέβοντας και σκοτώνοντας τους αδύνατους χωρικούς και η δράση τους ήταν σε όλη την επαρχία της Πάφου και της Λεμεσού.

Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και τα πρώτα της Αγγλοκρατίας (1870-1945) το έγκλημα είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις και ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ήταν μια κατάσταση που συναίβενε διότι οι αστυνομικές Αρχές δεν μπορούσαν να επιβάλουν τον νόμο, ή να διαλύσουν τις διάφορες συμμορίες, γιατί οι εγκληματίες που συνήθως ήταν τα πρωτοπαλίκαρα της κάθε περιοχής, ετύγχαναν βοήθειας από τους απλοϊκούς χωρικούς που από φόβο δεν ήθελαν να τα βάλουν μαζί τους.

Η οικογένεια τους καταγόταν από την Επισκοπή Λεμεσού και με την αγγλική επικράτεια μετοίκησαν στο χωριό Μαμώνια της επαρχίας Πάφου. Η οικογένεια είχε τρία αγόρια και ένα κορίτσι. 

Το αμαρτωλό έργο ξεκίνησε το 1887, όταν ο μεγαλύτερος υιός, ο Χασάν Αχμέτ Πολίς γνωστός ως Γέρο-Χασαμπουλλής, έκλεψε ένα κοπάδι πρόβατα και καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκιση. Όταν οδηγώντας τον στη φυλακή οι αστυνομικοί, κατάφερε να δραπετεύσει και έγινε έτσι φυγάς και καταζητούμενος. Μαζί με τα δύο μικρότερα του αδέλφια, άρχισαν τις ληστείες,  διέπραξαν φόνους, έκαναν βιασμούς, ακόμα και απαγωγές.

Οι αστυνομικές αρχές κατάφεραν να συλλάβουν τον Χασάν όταν αρρώστησε από μαλάρια. Τα δυο του αδέρφια με την συμμορία τους, κατάφεραν να τους συλλάβουν ύστερα που τους πρόδωσε ένας φίλος τους. Ενώ διανυχτέρευαν σε ένα σπίτι στο Κιδάσι, αστυνομικοί τους περικύκλωσαν και τους ζήτησαν να παραδοθούν. Αυτοί αρνήθηκαν και αρχίνησαν να πυροβολούν με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο ένας αδερφός ο Καβούλης και να συλληφθεί ο άλλος ο Καϊμακάμ που καταδικάστηκε σε θάνατο. Μαθαίνοντας τα καθέκαστα ο Γέρο Χασαμπουλλής που ήταν φυλακισμένος, προσπάθησε να αποδράσει για να πάρει εκδίκηση, αλλά σκοτώθηκε από τους αστυνομικούς στην προσπάθεια του αυτή.

Τα Χασαμπουλιά έδρασαν σε σαράντα χωριά της Πάφου και της Λεμεσού, και σε όλα διέπραξαν εγκλήματα.

 

Σε λίγες μέρες, όταν ο παπάς συναπαντήθηκε με ένα Τούρκο φιλο του, εμαθε για τη επικυρηξη του και ότι ισως να τον έψαχναν τα Χασαμπουλιά.

Αγέρωχα και με στόμφο μεγάλο, γύρισε και του είπε ο παπάς,

-Εν το αγγούρι μου που ννα πκιάσουν,

μια έκφραση που δήλωνε με μιλλωμένο και απαξιωτικό τρόπο τι θα έπιαναν οι Τούρκοι. Ήταν μια φράση που σήμερα λέγεται τόσο συχνά από όλους και έχει καταντήσει αστεΐζουσα έκφραση και δεν παρεξηγείται πλέον, αλλά που έχει την ίδια σημασία. Ήταν μια περιώνυμος κουβέντα που πρωτοειπώθηκε από τα χείλη του Παπάσαββα και που έμεινε παρακαταθήκη να την χρησιμοποιούν σήμερα όλοι οι Κύπριοι.

Ευτυχώς για λόγου του, τα Χασαμπουλιά δεν θέλησαν να ασχοληθούν μαζί του, εκείνους τους καιρούς είχαν μεγάλα προβλήματα και κρύβονταν, γιατί είχε εξαπολυθεί από τις αστυνομικές αρχές άγριο κυνηγητό για να τους συλλάβουν

 

Εκείνους τους καιρούς, πριν της Αγγλικής επικυριαρχίας, υπήρχαν διάφορα έθιμα που κυρίως οι κάτοικοι τα τηρούσαν και τα εφάρμοζαν ώστε να κρατηθεί η Κυπριακή Χριστιανική παράδοση κάτω από τον αβάσταχτο ζυγό των κατακτητών. Ένα από τα έθιμα, ήταν η επιβολή του ανδρός συζύγου στην νύφη πριν το γάμο, με τρόπο που να επιβάλλει την αδιαμφισβήτητη  κυριαρχία του.

 

Ήταν μια φορά λοιπόν να κάμει ένα γάμο ο Παπάσαββας, όπου ο γαμπρός θα ερχόταν από το γειτονικό χωριό της Έμπας καβαλικεμένος σε άλογο, ως όριζε το έθιμο, που τα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας, ο ξενοχωρίτης γαμπρός ερχόταν καβάλα σε άλογο υπό συνοδεία συγγενών, κουμπάρων και φίλων. 

 

Ήταν ένα κακό έθιμο που συνήθως κατέληγε σε μακελειό, και που οι Τούρκοι κατακτητές το επέτρεπαν και έβλεπαν με ευχαρίστηση τους Χριστιανούς να συγκρούονται και να σκοτώνονται μεταξύ τους. 

Το έθιμο ήθελε τον ξενοχωρίτη γαμπρό να εισέρχεται στο χωριό της νύφης καβάλλα σε άλογο συνοδευόμενος  με ένα στρατό από κουμπάρους που τον συνόδευαν για να τον βοηθήσουν να πάρει με το ζόρι τη νύφη για την τελετή του γάμου στο δικό του χωριό.

Το ίδιο γινόταν και στο χωριό της νύφης,  όπου μαζεύονταν πολλοί συγγενείς της και ανέμεναν την είσοδο του γαμπρού στο χωριό ώστε να τον αναγκάσουν να ξεκαβαλικεύσει από το άλογο του και υποταγμένος στη δύναμη τους να πάει περπατητός στο σπίτι της νύφης και να δεχτεί να γίνει η τελετή στην εκκλησιά του χωριού της.

Η είσοδος του γαμπρού στο ξένο χωριό της νύφης και η άρνηση του να κατεβεί από το άλογο, εθεωρείτο σαν προσβολή. Πολλές φορές ο γαμπρός όταν ένιωθε ότι θα κέρδιζε τη μάχη, αρνιόταν να ξεκαβαλικεύσει, για να δείξει έτσι ότι μετά το γάμο, αυτός θα ήταν ο αφέντης του σπιτιού και διαχειριστής της προίκας, και όχι η νύφη με τα πεθερικά.
Αν δεν κατέβαινε με τη θέληση του  από το άλογο, έπρεπε να τον κατεβάσουν με το ζόρι.

Το αποτέλεσμα ήταν μια αιματηρή σύγκρουση και σφαγή με ρόπαλα και μαχαίρια που μετέφεραν μαζί τους γι αυτό το σκοπό. Πιάνονταν στα χέρια, μάλωναν, πάλιωναν και δέρνονταν. 

 

Πολλές φορές για να καταφέρουν τον γαμπρό να ξεπεζέψει με τη θέληση του και να αποφευχθεί η σύγκρουση, κάποιοι που είχαν μάλια και χρήματα, έτασσαν στον γαμπρό περισσότερη προίκα, έτσι λυνόταν το πρόβλημα.

Όταν η επιμονή των δυο πλευρών να εξέλθουν νικητές ήταν μεγάλη, κάποιες φορές κάποιος σκοτωνόταν και αντί για γάμους και χαρές, είχαν κηδείες και οδυρμούς  με επακόλουθο να ξεκινήσουν άλλες βεντέτες και σκοτωμοί μεταξύ των δύο χωριών.

Εάν εκέρδιζε η ομάδα από το ξένο χωριό, προχωρούσαν ως νικητές, έπαιρναν τη νύφη, την ανέβαζαν στο άλογο, και αφού έβαζαν τα χέρια της γύρω από το γαμπρό, τα έδεναν γύρω του με μεταξωτά μαντήλια, και αυτός την έπαιρνε και έφευγε για την εκκλησία του χωριού του. 

Αν κέρδιζαν οι χωριανοί, τότε ο γαμπρός κατέβαινε από το άλογο του δαρμένος, ματωμένος, κτυπημένος, και έπρεπε περπατητός να παει μέχρι την πόρτα του σπιτιού της νύφης, και χλευασμένος από τους νικητές, να ζητήσει την νύφη για να την πάρει στην εκκλησιά του δικού της χωριού, για το γάμο. 

Οι Τούρκοι διοικούντες δεν επενέβαιναν σε αυτές τις καταστάσεις, παρά μόνον άφηναν τους Χριστιανούς να εξοντώνονται αναμεταξύ τους, και αυτοί παρακολουθούσαν ως θεατές. 

Το εθιμο συνέχισε εις όλην την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και σταμάτησε τον καιρό της αγγλικής κατοχής, επειδή τα αγγλικά δικαστήρια τιμωρούσαν με μεγάλα πρόστιμα κάθε απόπειρα τέτοιας εμπλοκής. 

 

Ήταν ένα προξενιό που  κανονίστηκε να γινεί από δυο μεγάλες οικογένειες, να παντρέψουν τα παιδιά τους, έναν νέο από την Έμπα με μια νέα από τη Χλώρακα. Ήταν ο γαμπρός ο Σπύρος απόγονος της πιο παλιάς και μεγάλης οικογένειας που έφεραν το επίθετο Έλληνας, ήταν η νύφη η Ελεγγού, κόρη του Τσιυπρη Χ’ Τσιυρκακού Σιαμμά, επίσης μεγάλο και τρανό σόι.

Κανονιστηκαν και συμφωνηθηκαν όλα, και ορισαν την ημερομηνια του γαμου. 

Ο πονηρός παπάς για να τους παντρέψει, έβαλε όρο να μην τηρηθεί το έθιμο, γιατί δεν ήθελε ο γάμος να μετατραπεί σε καυγά και μακελειό.

Γι αυτό εκ των προτέρων συμφώνησε με τον γαμπρό και έλαβε διαβεβαιώσεις από το σόι του, ότι θα ξεκαβαλίκευε και θα ερχόταν εν ειρήνη στο σπίτι της νύφης, ώστε να γίνει μια ήσυχη και χαρούμενη τελετή γάμου.

 

Ήρθε η μέρα του γάμου, ο παπάς με το πετραχήλι στη μασχάλη και τον ασημένιο σταυρό στο χέρι, ερχόμενος από έναν αγιασμό, κάθισε στον καφενέ να πιει καφέ.

Έγειρε την καρέκλα πίσω στον τοίχο, έτσι που γερμένος και αναπαυμένος, απολάμβανε την ζεστασιά από τις ακτίνες του καυτερού ήλιου που τον χτυπούσαν κατακούτελα κάνοντας τον να νυστάζει και να λαγοκοιμάται. 

Ξάφνου, μια φωνή τον ξίππασε, αναστατωμένος άνοιξε τα μάτια του. Είδε μπροστά του ένα μικρό παιδί, να του λέει αλαφιασμένα να τρέξει γιατί ο γαμπρός δεν ξεπέζευε από το άλογο, και οι συγγενείς της νύφης δεν τον άφηναν να περάσει.

Σηκώθηκε ο παπάς, και χωρίς να πληρώσει τον καφέ από τη βιασύνη του, καβαλίκεψε τον άππαρο του, τον κέντησε δυνατά, τον διπλοκάλπασε, και ευρέθει ευτύς μπροστά στον νταή γαμπρό. Χωρίς να χάσει καιρό, τράβηξε τον σταυρό που είχε στην κόξα, και του τον έσυρε στο κεφάλι. Περασε ξυστα από το αυτι του, που τον εκαψε και του προκαλεσε μεγαλο πονο.

Ηταν ενας ασημένιος σταυρός που ακόμα υπάρχει και χρησιμοποιείται στην εκκλησιά μέχρι σήμερα. Είναι μεγάλος και βαρύς, που αν τον πετυχαινε, ίσως να γινόταν κηδεία αντί στεφάνωμα. Τον πήρε ξώφαλτσα, και πέφτοντας στο έδαφος έσπασε και στράβωσε. Μέχρι σήμερα φαίνονται τα καρφιά με τα οποία ύστερα εδιορθώθηκε. 

Τη φήμη του Παπασαββα άμα αγρίευε την ήξεραν όλοι, έτσι αφήνοντας το νταϊλικι κατά μέρος, ξεπέζεψαν και περπάτησαν ως το σπίτι της νύφης.

Τους πάντρεψαν με τάξη και ησυχία, ύστερα πήρε ο γαμπρός τη νύφη στο χωριό του όπου κατοίκησαν και έζησαν ευτυχισμένοι. Συνέχισαν και πλήθηναν την οικογένεια και κατά πολλούς καιρούς κατέλαβαν διοικητικές και εκκλησιαστικές θέσεις, πόστα και αξιώματα ως προεστοί μουχατάρηδες και παράγοντες της κοινότητας της Έμπας. Από εκείνους τον καιρούς, οι κοινοτάρχες που εκλέχτηκαν, σχεδόν όλοι είναι εκ της οικογενείας αυτής. Ο Γεώργιος Έλληνας υπηρέτησε ως κοινοτάρχης για πέντε συνεχόμενες θητείες, ο Αντώνης Έλληνας για δυο θητείες, ενώ ο σημερινός κοινοτάρχης ο Αντώνης Νικηφόρου (συγγενής εκ μητρογονίας), εκλέχτηκε για τρεις συνεχόμενες θητείες, και κατά τα φαινόμενα ίσως καταστεί ισόβιος κοινοτάρχης Έμπας. 

 

Ήταν η τελευταία φορά που επεχηρείθη από γαμπρό ξενομερίτη να τηρήσει αυτό το έθιμο. Δεν ξανασυνέβηκε, γιατί λίγο καιρό πρίν, το 1871, όταν στην Κύπρο ανέλαβαν την διοίκηση οι Άγγλοι αποικιοκράτες, είχαν απαγορεύσει αυτό το έθιμο, και με τις αυστηρές τιμωρίες που επέβαλλαν στους παραβάτες, σιγά σιγά σταμάτησαν να το εφαρμόζουν.

 

Υ.Γ. Ο Παπασάββας απεβίωσε σε νεαρά ηλικία. Απόγονος του ήταν ο Αλέξανδρος, πατέρας της παπαδιάς Ελένης Παπακώστα. Η γυναίκα του ξαναπαντρεύτηκε και έκαμε απογόνους τον Λεωνή τον Λιόνταρο το γνωστό γεροντοπαλίκαρο της Χλώρακας, και την Ελεγγού του Ρωτόκλειτου.

Κατά πολύ αργοτερα, ενας  δισεγγονος του αντρογυνου, παντρευτηκε μια δισεγγονη του ιερεως.

 

Ο ΟΘΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΓΓΟΥΣ

Ο Οθωνής της Ελεγγούς είχε γυρισμένα τα ποϊνάρκα ως τα γόνατα και με τα πόδια ξυπόλυτα πατημένα μέσα στις λάσπες και κρατώντας σφικτά τη τσάπα, γύριζε τις δισιές. Το νερό κυλούσε στα αυλάκια και πότιζε τα κατεβατά με παντζάρια που ήταν φυτεμένα. Στο κεφάλι φορούσε ένα παλιό ψάθινο καπέλο που του έκοβε τον ήλιο και τον προστάτευε από τις κοφτερές αχτίνες, ενώ στο λαιμό είχε δεμένο ένα μαντήλι που κάθε λίγο το βουτούσε και το έβρεχε για να τον δροσίζει. 

Η κάψα του καλοκαιριού έσμιγε με την νοτιά της αλμύρας που έβγαινε από τη θάλασσα δημιουργώντας μια αφόρητη υγρασία που θόλωνε την ατμόσφαιρα και δημιουργούσε ένα αραιό πούσι. 

Ετυχώς, σκέφτηκε, ο ήλιος που έγερνε να δύσει κάνοντας τη θάλασσα να λαμπιρίζει και να γυαλίζει, θα επαιρνε μαζι του όλη την αφόρητη κάψα εκείνης της μέρας, αφήνοντας τόπο στη νυχτερινή δροσιά να την αντικαταστήσει… 

 

Τέλειωσε το πότισμα της ρέντας και ξέζεψε το γαϊδούρι που ήταν ζεμένο στο αλακάτι. Του έβαλε την μουτταρκά και το σειήνιασε στον όχτο του χωραφιού που ήταν βλαστημένος με τον κιτρινισμένο φαρρά από κουτσούλλες κριθαριού. Αποφάσισε να αφήσει το ζώο να βοσκήσει ως το άλλο πρωί, αυτός θα επέστρεφε πάνω στο χωριό περπατητός. Τέτοιες ώρες τις απολάμβανε και τις ευχαριστιόταν, αυτός να πηγαίνει στο σπίτι του και ο ήλιος να γέρνει στη δύση του. 

Πήρε το παραλιακό μονοπάτι που οδηγούσε στο Κοτσιά, ένα μικρό κόλπο που εκεί ξέβραζε η θάλασσα ότι είχε μέσα της που έπεφτε από χέρια ανθρώπων ή και από τη φύση. Το συνήθιζε αυτό το δρομολόγιο, κάποτε έβρισκε και μάζευε κάποιο λαττά (ξύλο) που όλο και κάτι χρησίμευε εκείνους τους δύσκολους φτωχικούς καιρούς. 

Αφού δεν βρήκε τίποτα και ο ήλιος ήταν έτοιμος να γύρει πίσω από τον ορίζοντα της θάλασσας, σκέφτηκε να κόψει δρόμο για το χωριό, να μην τον προλάβει το σκοτάδι. 

Ανηφόρησε μέσα από τα σπαρμένα χωράφια και έβαλε σημάδι να βγεί ακριβώς στους Κλούνους,  μια καταπράσινη από άγρια βλάστηση  περιοχή γεμάτη δρύες, μυρσινιές, βάτα και καλαμιές. 

Ήταν στο έμπα του χωριού, στα σύνορα με το Τούρκικο χωριό της Λέμπας. 

Τα θάμνα και τα βάτα βλάσταιναν τόσο πυκνά, που άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει ανάμεσα τους. Έγιναν φωλιές φιδιών και αλεπούδων, ήταν μια περιοχή περίσσιας ομορφιάς γεμάτη απο φυσική άγρια βλάστηση. 

Από μακρύτερα ο Οθωνής είδε να βγαίνει ανάμεσα τους ένα εκτυφλωτικό φεγγοβόλημα, μια μεγάλη αναλαμπή από την αντανάκλαση του ήλιου που του στράβωνε τα μάτια.

Γεμάτος περιέργεια προχώρησε και με κόπο κατάφερε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στα θάμνα και να φτάσει κοντά.

Μέσα από το αδιαχώρητο που σχημάτιζαν τα κλωνιά από τα βάτα, αντίκρυσε την τρύπα μιας σπηλιάς που από μέσα έβγαινε ένα απέραντο φως στο χρώμα του χρυσαφιού. 

Μέσα σε όλο αυτό το φως έκθαμβος και έκπληκτος, αντίκρισε αμύθητα πλούτη από ατόφιο χρυσάφι να κείτονται σε γουνάρι μέσα στη σπηλιά. 

Προχώρησε και μπήκε μέσα χωρίς να μπορεί να σκεφτεί τίποτα, αφού το μυαλό του έμεινε επικεντρωμένο τι να πιστέψει, αν ότι έβλεπε ήταν αληθινό ή φαντασιακό.

Προτού συνειδητοποιήσει την αλήθεια, ένιωσε να γυρίζει ο νους του, μια ζάλη να τον κυριεύει, και μια αποχαύνωση να παραλύει τα μέλη τού κορμιού του. Ένιωθε αδύνατος να αντιδράσει, και στο υποσυνείδητο του ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, καταλάβαινε ότι τον έζωνε μια θανατερή αύρα που ήταν διάχυτη στον εσωτερικό χώρο της σπηλιάς δημιουργημένη από την κλεισούρα των εκατοντάδων ή και χιλιάδων χρόνων καθώς παρέμεινε επτασφράγιστη από την ατμόσφαιρα και το οξυγόνο. 

Ένιωσε να αναρριγά και να αρρωσταίνει, και μια ναυτία να του ανακατώνει το στομάχι. Ταυτόχρονα μια αδυναμία τον κατέβαλε και δεν έσωνε τα πόδια του. 

Ήταν έξυπνος άνθρωπος, κατάλαβε ότι τον περιέλουσε η θανατική αύρα του σπηλαίου, κατάλαβε ότι ανάπνευσε τον πεθαμένο και δηλητηριασμένο αέρα. Έπρεπε με το ζόρι να σύρει τα βήματα του και να φύγει μακριά, να αναπνεύσει καθαρό αέρα, να φύγει να γλυτώσει.

Με κόπο και δυσκολία κατάφερε να συρθεί έξω και να απομακρυνθεί. Νιώθοντας λίγο καλύτερα, με συγκεχυμένες σκέψεις σκεφτόταν τι να κάμει. Η απληστία τον τραβούσε να στραφεί πίσω, και η λογική να φύγει μακριά, να προλάβει να γλυτώσει.

Με τη λογική να πρυτανεύει αποφάσισε ότι η ζωή είναι γλυκύτερη από όλο το χρυσάφι του κόσμου, έτσι ζαλισμένος και καταπονημένος, σιγά σιγά στράφηκε στο σπίτι του. 

Έπεσε στο κρεβάτι βαριά άρρωστος χλωμός σαν τους πεθαμένους, και το δέρμα του έσκασε και του παραμόρφωσε το κορμί και το έκαμε ολόκληρο μια ανοιχτή πληγή. Φαινόταν ότι πέθαινε, η γυναίκα του η Ελεγγου έστεκε στο προσκέφαλο του  γεμάτη απελπισία με μόνη ελπίδα να της απομένει ο Θεός, που κλαίγοντας τον παρακαλούσε. Έβλεπε τον άντρα της να αργοπεθαίνει μέσα σε ένα επιθανάτιο παραλήρημα από παραμιλητά με ακαταλαβίστικες κουβέντες και συναφορές για σωρούς από χρυσάφια και χρυσές άμαξες. Μέρα νύχτα τον ξενυχτούσε και τον πρόσεχε και ήταν απαρηγόρητη που τον πρακολουθούσε να σβήνει και να φεύγει. Ο γιατρός Χρίστος Κουφός που τον επισκέφθηκε αποφάνθηκε ότι δεν του έμεινε αίμα στο κορμί, και ως την άλλη μέρα θα πέθαινε.

Άντεξε τρεις μέρες. Το κορμί του κιτρίνισε, έλιωσε και πέθανε. 

Τι είδε ακριβώς, δεν κατάλαβε κανένας, παρά μόνον έβγαλαν συμπέρασμα ότι ίσως να βρήκε την χρυσή σπηλιά της Αγίας Μαρινούδας, μια σπηλιά γεμάτη χρυσάφι κατά πως έλεγε ένας μύθος που μέσα φυλάσσονταν καλά κρυμμένα αμύθητα πλούτη. Ήταν ένας μύθος που έλεγε ότι όποιος τα πρωταντίκρυζε θα πέθαινε, και ήταν ταγμένα να βρεθούν τον κατάλληλο καιρό και να χρησιμοποιηθούν για το λευτέρωμα της Αγίας πόλης.

Κάποιοι άλλοι σκέφτηκαν ότι ίσως βρήκε τη χρυσή άμαξα της Αφροδίτης. 

 

Κύρια  βασίστηκαν σε μύθο που διασώζεται και λέει ότι όταν τα παλαιότερα χρόνια που η θάλασσα είχε πειρατές και κατέπλεαν κάθε λίγο καιρό κατά τα μέρη της Πάφου για πλιάτσικο, οι κάτοικοι για να γλυτώνουν έκτιζαν τα σπίτια τους σε υψώματα αντίκρυ της θάλασσας. Την επόπτευαν από τα ψηλώματα και σαν έβλεπαν στα βάθη της να πλέουν οι Σαρακηνοί, έκρυβαν τα υπάρχοντα τους σε κρυψώνες και σπηλιές που είχαν έτοιμες γι αυτές τις περιπτώσεις. 

Πιο κάτω από τις σπηλιές στην άκρη του χωριού κοντά στη θάλασσα, ήταν μια στράτα που την έπαιρνε η Ρήγαινα της Πάφου -άλλοι λένε η Θεά Αφροδίτη- με την χρυσή άμαξα της, και πήγαινε στην Πόλη της Χρυσοχούς όπου λουζόταν στα ξακουστά ιαματικά νερά που βρίσκονται εκεί.

Όταν μια μέρα η άμαξα περνούσε στα ίσα της Χλώρακας, φάνηκαν βαθιά στη θάλασσα οι Σαρακηνοί. Η υψηλή ταξιδιώτισσα με τη συνοδεία της, ζήτησαν τη βοήθεια των χωριανών της Χλώρακας, οι οποίοι ανταποκρινόμενοι έκρυψαν την άμαξα μέσα σε μια σπηλιά στην περιοχή των Κλούνων. 

Η άμαξα γλύτωσε και από τότες έμεινε καλά κρυμμένη και ανεύρετη.

Από εκεί και ύστερα, κανείς δεν ξέρει ακριβώς την αλήθεια, γιατί η σπηλιά  δεν ξαναβρέθηκε.

Η φήμη όμως ότι την βρηκε ο Οθωνής, διαδώθηκε γρήγορα σε όλη την Κυπρο και όλο τον κόσμο, που εξ αφορμής της πολλοι Αρχαιολόγοι από άλλες χώρες ήρθαν στα μέρη της Χλώρακας και αρχίνησαν ανασκαφές. Όμως δεν ξαναβρέθηκε και απο τότε πολλοί πολ΄λοί την ψάχνουν, μα κανένας δεν την βρήκε ακόμα.

Υ.Γ. Η ιστορία συνέβηκε το 1945

 

ΤΟ ΖΩΘΚΙΟΝ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ

Ζώθκια ονοματίζονται στην Κυπριακή λαλιά τα στοιχειά και τα ξωτικά που κυκλοφορούν στον κόσμο τις νύχτες και μέσα στα σκοτεινά ερημικά μέρη και λιβάδια, όταν οι άνθρωποι κοιμούνται και δεν μπορούν να τα δουν.
Στη λαϊκή παράδοση τα Ζώθκια είναι στοιχειακά πνεύματα που τριγυρίζουν τις νύχτες και όπου βρουν άνθρωπο να κοιμάται στο ύπαιθρο, κάθονται πάνω στο στήθος του και τον πλακώνουν. Είναι στοιχειά πηγαδιών, γιοφυριών, λιμνών, ρεματιών, και θαλασσών.  Είναι φίδια θανατερά,  θηρία που βγαίνουν από τη θάλασσα και δράκοι που κατοικούν σε λάκκους και φωτιστικά. Τα σώματα τους είναι άϋλα ή σκιές, αλλά κάποτε έχουν σάρκα και οστά.

Στον επερχόμενο θάνατο ένα στοιχειό του νερού είναι προάγγελος θανάτου και προειδοποιεί τους ανθρώπους με το μοιρολόι του μέσα στη νύχτα. Άλλες φορές, από πριν, πλένει τα ρούχα εκείνων που πρόκειται να πεθάνουν σε απόμερα σημεία ποταμών. Σε τόπους που δεν υπάρχουν λίμνες και ποταμοί, τα Ζώθκια κατοικούν μέσα σε πηγάδια και βγαίνουν τις νύχτες και παίρνουν τα ρούχα των ανθρώπων από τις κρεμάλες και τα κουβαλούν μέσα στους λάκκους που κατοικούν για να τα πλύνουν, προαναγγέλλοντας έτσι τον επερχόμενο θάνατο τους.
Λέγεται ότι είναι κάτοχοι μιας γνώσης σύμφωνα με την οποία τίποτα στον κόσμο δεν πεθαίνει, αλλά όλα εξελίσσονται και ανανεώνονται για πάντα. Λέγεται ακόμα ότι ζουν μια παράλληλη ζωή σε σχέση με τους ανθρώπους. Γενιούνται, μεγαλώνουν, γερνούν, ασχολούνται με διάφορες εργασίες, συνήθως έχουν καλοσύνη, αλλά κάποτε έχουν κακία.

Συχνά συνδέονται με φώτα και λάμψεις, φωτιές και φλόγες μυστηριακές, που περαστικοί τις βλέπουν τη νύχτα, κυρίως στην ύπαιθρο. Στη Χλώρακα λέγεται, πως τα παλιά χρόνια ένα κακό Ζώθκιο στοίχειωνε τα χωράφια, κυρίως όσα ποτίζονταν και ήταν βρεγμένα και λασπωμένα από νερό. Ήταν άνα κακό στοιχειό που πείραζε και έκλεβε τους αφελείς γεωργούς όταν ξενυχτούσαν τις νύχτες και πότιζαν τα χωράφια τους.

Το νερό που πότιζαν τα χωράφια στη Χλώρακα ήταν πάντα λιγοστό. Έσκαυαν σε όλα τα χωράφια λάκκους, αλλά το νερό μέσα δεν ήταν αρκετό, έτσι όσο τρεξιμιό νερό υπήρχε που πήγαζε από πηγές, το εκμεταλλεύονταν με ευλάβεια ώστε να μην χάνεται στάξη. Ήταν καιροί που όλοι οι χωριανοί ασχολούνταν με τη γεωργία, γι αυτό το λόγο μοίραζαν το τρεξιμιό νερό με την ώρα. Όλη μέρα και όλη νύχτα το μάζευαν σε λίμνες που κάθε δυο τρεις ώρες ανάλογα πόσο ήθελε να γεμίσει, το διαμοιράζονταν και πότιζαν τις ρέντες που φύτευαν στα χωράφια τους.

Εκείνους τους καιρούς επειδή οι κάτοικοι ήταν λιγοστοί και συγγενείς αναμεταξύ τους, τα προξενιά γίνονταν με νέους και νέες από άλλα γειτονικά χωριά. 

Ο Γιώρκος Όψιμος ήταν κάτοικος Χλώρακας και παντρεύτηκε μια νέα που του την έφεραν από την Πέγεια. Μαζί της έκαμε πολυμελή οικογένεια που για να την ζει, έκανε τη δουλειά του βοσκού και του γεωργού ταυτόχρονα, ώστε λίγο από το ένα επάγγελμα και λίγο από το άλλο, είχε περισσότερες δυνατότητες να τους συντηρά. 

Το σπίτι του ήταν πάνω στο χωριό, ενώ το χωράφι του ήταν κάτω από το χωριό, προς την παραλία που το καλλιεργούσε και το πότιζε από το τρεξιμιό νερό που πήγαζε από την περιοχή «Κλούνοι». 

Μια μέρα ξημέρωμα κατά τις τέσσερις είχε σειρά να ποτίσει, έτσι σηκώθηκε, καβαλίκεψε το γαϊδούρι του και ξεκίνησε να πάει στο χωράφι. Έπιασε τη στενή στράτα του Πύρκου, εκεί που ήταν το Αγίασμα του Αρχέγγελου και η βρύση του Πύρκου, τόποι που λέγανε ότι κατοικούσαν ζώθκια και Λάμιες της Νύχτας

Τα φαντάσματα, τα στοιχειά, οι Λάμιες, τα Ζώθκια και όλα τα άλλα ξωτικά, είναι παράξενες μορφές ύπαρξης που οι μύθοι και οι παραδόσεις μιλούν ότι έρχονται στον πάνω κόσμο από υπόγειες πύλες και περάσματα και ότι αποτελούν ένα κόσμο με όντα μιας άλλης πραγματικότητας. Γι αυτό τις νύχτες οι άνθρωποι απέφευγαν να περνούν από τόπους καταραμένους στους οποίους έλεγαν ότι κατοικούν Ζώθκια.

Ο Γιώρκος ο Όψιμος έλεγε ότι δεν φοβόταν τα ξωτικά, και κορόιδευε τους άλλους που πίστευαν σε δοξασίες και παραμύθια. Έτσι πολλές φορές μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα περπατούσε το μονοπάτι του Πύρκου χωρίς να φοβάται.

Εκείνη τη μέρα κατά το ξημέρωμα που πήγαινε να ποτίσει, ενώ προχωρούσε καβαλικεμένος στο γαϊδούρι του, άκουσε περπατησιές να τον ακολουθούν. Σκέφτηκε ποιός νάταν τέτοια ώρα, και ο νους του ασυνήδειτα, πήγε στα Ζώθκια που κατοικούσαν στην περιοχή κατά πως έλεγαν όλοι. Γέλασε με τη σκέψη του και το φόβο του, σκέφτηκε ότι τον γελούσε η ιδέα του. 

Σταμάτησε να περπατά, σταμάτησαν και οι περπατησιές. Έστησε αφτί να αφουγκραστεί, κοίταξε πίσω, αλλά ούτε άκουγε, ούτε έβλεπε τίποτα. Σίγουρα ήταν της φαντασίας του, είπε στον εαυτό του, και σκούντησε το γάιδαρο να ξεκινήσει. 

Όμως, πάλι άκουγε πατημασιές, σταματούσε αυτός, σταματούσαν κι αυτές. Ξεκινούσε αυτός, ξεκινούσαν κι αυτές.

Κοιτούσε πίσω, δεν έβλεπε τίποτα, ήταν σκοτεινά. Συνέχισε να πηγαίνει, μα πάλι το ίδιο. Τον έπιασε φόβος, το νου του κυρίευσαν οι δεισιδαιμονικές ιστορίες που άκουγε από μικρός. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν τον ακολουθούσαν ξωτικά, αλλά ήταν τόσο φανερό ότι κάποιο απόκοσμο όν, ίσως το Ζώθκιο της Χλώρακας, τον ακολουθούσε.

Αποδέχτηκε την αλήθεια, και θύμωσε με τον εαυτό του γιατί τόσα χρόνια ζούσε σε μια πλάνη και δεν πίστευε ώστε να είναι έτοιμος και οπλισμένος όταν περνούσε από στοιχειωμένα μέρη. 

Όμως ήταν γενναίος, έτσι μετά την αρχική του τρομάρα, με ψυχραιμία συνέχισε το δρόμο του με τις περπατησιές να τον ακολουθούν, με σκέψεις και σχέδια να περιεργάζεται στο νου, πώς να σκοτώσει το θεριό με τα γυμνά του χέρια. Αποφάσισε να το σκοτώσει, δεν ήθελε όμως να παλέψει μαζί του γιατί ήξερε ότι τα στοισειά κανένας δεν τα νικούσε. Έτσι όταν κόντεψε στο τέλος ενός ψηλού πετρότοιχου, άνοιξε το βήμα του, προχώρησε και κρύφτηκε πίσω από το καντούνι του. Άρπαξε μια μεγάλη πέτρα, την σήκωσε ψηλά και περίμενε έτοιμος να φανεί το θηρίο. Μόλις είδε τη σκιά του να ξεχωρίζει μέσα στη νύχτα, την κατέβασε με δύναμη. Έπεσε η σκιά με ένα μουγκρητό, και ο Γιώκος ο Όψιμος συνέχισε να  χτυπά αλύπητα και με δύναμη. Σε κάποια στιγμή κατάλαβε ότι όλα τέλειωσαν, το Ζώθκιο σκοτώθηκε. 

Ένιωσε ανακούφιση και ευχαρίστηση που δεν κινδύνευε πλέον, και που κατάφερε  ένα μεγάλο άθλο, που άλλος κανένας δεν πέτυχε. Μια αγαλλίαση τον κυρίευσε, θα ήταν το κατόρθωμα του απόδειξη σε όλους τους χωριανούς για την αντρειοσύνη και την παλικαριά του. Μπορεί στο σώμα να ήταν μικρόσωμος, αλλά στην καρδιά ήταν μεγάλος. Τα έβαλε με ένα θεριό, δεν το φοβήθηκε, παρά με την γενναιότητα του και την εξυπνάδα του, το σκότωσε και απάλλαξε το νερό από τον κακό δράκο ώστε όλοι οι χωριανοί να ποτίζουν άφοβα χωρίς να κινδυνεύουν…

Πήγε βιαστικά στο χωράφι, άνοιξε το νερό και πολύ γρήγορα πότισε, και με πολλή βιάση πήρε το ανηφόρι να πάει στον καφενέ για να εξιστορήσει τα γεγονότα στους άλλους χωριανούς.

Καμαρωτός κάθισε σε ένα τραπέζι και παράγγειλε τον καφέ του. Είχε σκοπό να περιμένει να μαζευτούν όλοι οι θαμώνες, και ύστερα να αρχινήσει την διήγηση του. Καθώς όμως ήταν ακόμα πρωί και οι θαμώνες λίγοι, και είχε μεγάλη αδημονία να πει για το κατόρθωμα του και να δεχτεί επαίνους και συχαρίκια, αρχίνησε να εξιστορεί το μεγάλο ανδραγάθημα του. Ξέροντας ότι ήταν δύσκολο να τους πείσει αφού οι περισσότεροι πίστευαν ότι ήταν ιστορίες για να φοβούνται τα παιδιά, διάνθισε την ιστορία του με μαεστρία και πολλή επιδεξιότητα, έτσι που όλοι έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό, χωρίς νάναι σίγουροι τι να πιστέψουν. Μα τους τα έλεγε τόσο καλά, και επέμενε ότι θα τους πάρει να το  ειδούν.

Από τα πολλά και τόσο παραστατικά που τους είπε, τους έπεισε και όλοι τον κοίταζαν με θαυμασμό, ώσπου ξαφνικά μπήκε μες τον καφενέ η γριά Ερωφίλλη αλαφιασμένη αναστατωμένη τρομαγμένη να φωνάζει και να ρωτά, ποιος πελλός σκότωσε το μικρό πουλάρι της χτυπώντας το με μια μεγάλη πέτρα.

Βαριά βουβαμάρα έπεσε στη στιγμή. Όλοι έμειναν άναυδοι καταλαβαίνοντας τη μεγάλη γκάφα του Γιώρκου του Όψιμου, ενώ ο ίδιος ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Έφυγε από το καφενείο σκυθρωπός και ντροπιασμένος, και από το ρεζιλίκι του, δεν ξαναπήγε στο καφενείο για όλη την υπόλοιπη του ζωή.

 

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΥΟΥ

12. Και άγρίωσεν ή θάλασσα με κακαίς βοαίς, 

ο ουρανός σκοτίστην άπό ταίς βρονταίς.

13. Κατάρτια τσακκιστήκαν απου ταίς αστραπαίς, 

τότες είνε φόβοι, τρομάρες φοβεραίς,         

14. τρομάρες ασυνήθισταις εις ταίς άμαρτωλαίς, 

που πάσιν κολασμέναις και άξωμολόγηταις

15. Πως ετσι τουν το πάχτιν στήν Πάφουν να πνιγούν, 

ανάμεσα στον κόλπον της Καραμανιάς

16. καράβιν κινδυνεύει μέσ' τα  βαθιά νερά, 

κλαίσιν και αναστενάζουν γυναίκες, πάς παιδιά, 

το πώς θέν να γλυτώσουν έκείνην την βραδιά.

Τα άγρια κύματα της θάλασσας της Χλώρακας που για χιλιάδες χρόνια προσπαθούν να κατατρώουν τις πέτρινες ακτές της,

εκείνη τη μέρα του 1805 θυμωμένα για την ανημποριά τους αυτή, έριξαν με βία το σιδερένιο πλοίο της γραμμής Κύπρου Ιεροσολύμων, πάνω στις ξέρες του Φερφουρή και το έκαμαν κομμάτια.

Ήταν γεμάτο πλούσιους επιβάτες φορτωμένους με χρυσές λίρες, γι αυτό το είπαν χρυσοκάραβο.

 

Από τον κόλπο της Μόρφου ένα πλοίο φορτωμένο με πλούσιους επιβάτες ερχόταν προς την Πάφο με ρότα τους Αγίους Τόπους. Ήταν μια εποχή που ο κόσμος ζούσε μια εξαθλιωμένη ζωή από τη φτώχεια και την καταπίεση από τους Οθωμανούς κατακτητές, που σίγουρα κανένας δεν είχε την πολυτέλεια για ταξίδια έστω προσκηνιματικά. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα, ανάμεσα στην εξαθλίωση των φτωχών και δύσμοιρων χωρικών, υπήρχαν και εκείνοι που για διάφορους λόγους είχαν χρήματα και αποτελούσαν τις Ελίτ των Κοινωνιών.

Εκείνους τους καιρούς που η μετάβαση των ανθρώπων με πλοία στο εξωτερικό ήταν δύσκολη, τα ταξίδια από την Κύπρο γίνονταν συνήθως σε κοντινούς προορισμούς. Ένα πλοίο που έκανε το δρομολόγιο από την Κύπρο στους Αγίους τόπους, ήταν του εφοπλιστή Χακή Αλεξανδρή, και οι ντόπιοι κάτοικοι το είπαν χρυσοκάραβο γιατί μετέφερε συνήθως πλούσιους επιβάτες.

Το 1805 φόρτωσε εχούμενους επιβάτες φορτωμένους με λίρες και χρυσαφικά, για να κάμει ένα 

ταξίδι στους Αγίους τόπους. Ανάμεσα τους ήταν και η Μαρουθκιά με το μικρό παιδί της τον Νικολάκη, σύζυγος του Χατζή Γεωργάκη Κορνέσιου του δραγουμάνου της Κύπρου ο οποίος δέσποζε στη ζωή του νησιού στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου. 

Ο Δραγουμάνος ηταν ενας αξιωματούχος Χριστιανός που είχε εξουσία και δύναμη, καθως οι Τουρκοι συνηθηζαν να ορίζουν αντιπροσώπους  εκ των κατακτηθέντων λαών. Εκλεγόταν από τους επισκόπους και ήταν επίτροπος του λαού με διοικητική και οικονομική εξουσία. 

Σημαντικότερος των Κυπρίων δραγουμάνων ανεδείχθη ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος.  

Ηταν μια εξέχουσα προσωπικότητα με επιρροή, και πολλά μέσα μέσω ισχυρών αξιοματούχων στην Κ/Πόλη. Έζησε κατά τας αρχάς του 18ου αιώνα και ως κύριο έργο είχε την εκμίσθωση όλων των φόρων της Κύπρου.

Ο Χατζηγεωργακης υπηρέτησε στο αξίωμα του Δραγουμάνου από το 1779 έως το 1809 που αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους. Το 1790, ο Σουλτάνος Σελίμ Γ΄ αναγνώρισε το Χατζηγεωργάκη ως ισόβιο δραγομάνο με χάττι (διάταγμα).

Εκτός από δραγομάνος, υπήρξε πλοιοκτήτης και μεγάλος γαιοκτήμονας, καθώς από τη θέση του απέκτησε πολλά χρήματα εκμεταλλευόμενος τους Χριστιανούς φορολογούμενους. 

 

Σύμφωνα με άλλη συνήθεια που ειχαν και εφάρμοζαν σ’  ολόκληρη την αυτοκρατορία τους οι Τούρκοι, ενίσχυσαν την Κυπριακή εκκλησία και της παραχώρησαν προνόμια. Σαν αποτελεσμα του ρόλου αυτού, η Εκκλησία απέκτησε αρκετή δύναμη και διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο σαν θρησκευτικός, πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός παράγοντας. 

Μετά την κατάκτηση της Κύπρου απο τους Οθωμανούς, Τούρκοι έποικοι  εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο, καταλαμβάνοντας το 18% του πληθυσμού, αλλάζοντας έτσι την δημογραφία του νησιου, και οι οποιοι το 1804 εξεγέρθησαν  κατά του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου (1767-1810) και του Δραγουμάνου Χ΄Γεωργάκη Κορνέσιου ο οποίος ήταν νυμφευμένος με την ανιψιά του αρχιεπισκόπου, την Μαρουθκιά Παυλίδη.

Αρχισε ενας φοβερός διωγμός από τους Τούρκους εναντίον του Χ΄Γεωργάκη. Τον εξύβριζαν και τον ελιθοβολούσαν, υπέφερε τα πάνδεινα, και τα παράπονα του δεν εισακούοντω. Έπαυσε να έχει ισχύ. Αναγκάστηκε να κλειστεί στην οικία του, αλλά και πάλι εδέχετω ενοχλήσεις. 

 

Η εξέγερση του 1804 δεν κλόνισε την ισχύ του Αρχιεπισκοπου, η πτώση όμως του Κορνέσιου το 1809  επέτρεψε στους πολιτικούς του αντιπάλους να τον κατηγορήσουν ότι δημιούργησε μεγάλα χρέη στην εκκλησία, ότι προωθούσε τους συγγενείς του στα διάφορα εκκλησιαστικά αξιώματα, και ότι συνεργαζόταν με άλλους για επανάσταση. Έτσι πέτυχαν να εκδοθεί σουλτανικό διάταγμα εξορίας του αρχιεπισκόπου στην Εύβοια…

 

Ανάμεσα σ αυτές τις συγκυρίες, η Μαρουθκιά Παυλίδη, μαζί με άλλους πλούσιους επιβάτες, επιβιβάσθηκε στο πλοίο του Χακή Αλεξανδρή, για προσκύνημα στους Αγίους τόπους και για να παρακαλέσει τον Χριστό να γλυτώσει από τον κίνδυνο των Τούρκων τον της σύζυγο Δραγουμάνο Χατζή Γεωργακη Κορνέσιο και τον θείο της Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο.

Ο καιρός έδειχνε ότι πήγαινε να χαλάσει, όμως ο καπετάνιος δεν σκέφτηκε να αναβάλει τον πλούν του πλοίου, έτσι ξεκίνησαν ελπίζοντας να μην τους πιάσει μεγάλη τρικυμία και να τους δυσκολέψει.

Όταν όμως το πλοίο περνούσε από τον Ακάμα, ξέσπασε θαλασσοταραχή που συνέχεια δυνάμωνε, ενώ δυνατοί άνεμοι τους χτυπούσαν κάνοντας την πορεία του πλοίου πολύ δύσκολη και επικίνδυνη. 

Φόβος άρχισε να ζώνει τους επιβάτες, που όσο δυνάμωνε η τρικυμία, ο φόβος γινόταν τρόμος που φώλιαζε στην καρδιά τους και τους γέμιζε αγωνία. Όλοι μαζί οι επιβάτες και το πλήρωμα, κατατρομαγμένοι πλέον παρακαλούσαν τον Χριστόν και την Παναγία να τους γλυτώσει. 

Κατάφερε να προχωρήσει λίγα μίλια και να παρακάμψει τη χερσόνησο του Ακάμα.

Περνώντας στα ανοιχτά της Χλώρακας όμως, τα κύματα τους παρέσυραν έξω προς τη στερια και τους έριξαν πάνω στις ξέρες του Φερφουρή, ένα νησί ίσα με την επιφάνεια της θάλασσας στην περιοχή Δήμμα. Το πλοίο τσακίστηκε πάνω τους και βούλιαξε. Πολλοί επιβάτες πνίγηκαν μέσα στις καμπίνες τους, ενώ άλλους τους άρπαξαν τα δυνατά ρεύματα και τα άγρια κύματα και τους βούλιαξαν στα βαθιά νερά και τους επνιξαν, ή με ορμή άλλους τους τσάκισε τα κορμιά πάνω στις ξέρες και τους σκότωσε.

Δεν έμεινε κανένας ζωντανός, ούτε κανενας μπορεσε να κολυμπήσει να βγει στην στεριά που ήταν πολύ κοντά από το ναυάγιο.

Οι ξέρες του Φερφουρη έχουν απόσταση από τη στεριά λίγες εκατοντάδες μέτρα, και η αμέσως κοντινότερη ακτή, είναι ο  κόλπος της Βρεξης, ένας μικρός όρμος στρωμένος με άμμο και περικλυσμένος από μεγάλους βράχους. Μετά από μεγάλες τρικυμίες όταν η θάλασσα ξεβράζει διάφορα αντικείμενα και ξύλα από ναυάγια, τα ρεύματα και οι άνεμοι, συνήθως τα σπρώχνουν και τα βγάζουν στην αμμουδιά του κόλπου αυτού.

Οι κάτοικοι της Χλώρακας μετά από κάθε τρικυμία επισκέπτονταν και έψαχναν τις παραλίες και τις χάστρες ανάμεσα στους βράχους, και ότι τα ρεύματα και οι άνεμοι ξέβραζαν, τα μάζευαν και τα μετέφερναν στα σπίτια τους. 

Μόλις μαθεύτηκαν τα κακά μαντάτα για το ναυάγιο του Χρυσοκαραβου, οι κάτοικοι κυρίως της Χλωρακας καθώς και των γειτονικών περιοχών, έτρεξαν με αγωνία κάτω στην παραλία.

Σε όλη την ακτή υπήρχαν πτώματα πνιγμένων και άλλα αντικείμενα του βουλιαγμένου πλοίου, αλλά κυρίως στον ορμίσκο της Βρεξης, είχαν ξεβραστεί τα περισσότερα πτώματα δημιουργώντας ένα απερίγραπτο θέαμα που συγκλόνισε όσους το αντίκρισαν.

Οι Τούρκικες διοικητικές αρχές απεμάκρυναν τον κόσμο και απέκλεισαν την περιοχή. Περιμάζεψαν τα πτώματα και μάζεψαν ότι άλλο πολύτιμο ξεβράστηκε. 

Ύστερα που τελείωσαν την μακάβρια αποστολή τους και αποχώρησαν, οι κάτοικοι ως ήταν φυσικό, έψαξαν και αυτοί με τη σειρά τους και μάζεψαν ότι απέμεινε, ξύλα, βαρέλια, σχοινιά ή ότι άλλο βρήκαν. 

 

Αφού παρήλθαν λιγες μέρες, η ζωή επανήρθε στον καθημερινό της ρυθμό. Δυο αδέρφια από τη Χλώρακα πρόγονοι της οικογένειας Πενταρά πριν αποκτήσει το επώνυμο αυτό, σε μια συνηθισμένη επίσκεψη τους στη θάλασσα ψάχνοντας να βρουν σανίδες, βρήκαν ένα πτώμα κάποιου πνιγμένου που δεν είχε περιμαζευτεί. Ήταν σε μια βαθιά χάστρα σφηνωμένος, μισοσκεπασμένος από το νερό, ίσα που φαινόταν. Ήταν γυμνός,  πρησμένος και τουμπανιασμένος, ενώ στη μέση είχε ζωσμένη μια ζώνη. Πριν σκεφτούν να ειδοποιήσουν τις επίσημες αρχές για να μαζέψουν τον πεθαμένο, σκέφτηκαν ότι η ζώνη ίσως να περιείχε νομίσματα, αφού ήταν γνωστό το πλοίο ως το χρυσοκάραβο των πλουσίων.

Ο ένας από τους δυο με δυσκολία και πολλή προσπάθεια κατεβηκε στη βαθιά σχισμή των βράχων. Έσκυψε να λύσει και να πάρει την ζώνη, αλλά μετακινώντας το πεθαμένο κορμί, ακούστηκε ένας απαίσιος ρόγχος να βγαίνει από τον πνιγμένο και η βρώμικη μυρωδιά της σήψης του πτώματος που βγήκε από το στόμα του και τον έλουσε, τον έκανε να αναριγίσει και να φοβηθεί. Κυριεύτηκε από μεγάλο τρόμο, νόμισε ότι αναστήθηκε ο νεκρός, και από το φόβο του σάλεψε το λογικό. Νόμιζε ότι συνέχεια του μιλούσε ο πεθαμένος, αρρώστησε και έπεσε στο κρεβάτι. Κανένας γιατρός δεν μπόρεσε να τον γιατρέψει, ούτε ξορκιστής να τον ξεματιάσει για να του φύγει ο φόβος που φώλιασε και ρίζωσε στην καρδιά και στο μυαλό του. 

Στις τρεις μέρες πέθανε. Ο αδελφός του πήρε τις λίρες, τις έκρυψε, και δεν τις ξόδεψε, γιατί τις θεώρησε καταραμένες. Λέγεται ότι έβγαλε μια τρύπα στον τοίχο του σπιτιού και τις έκτισε μέσα. Από τότες έμειναν κρυμμένες και άφαντες για πολύ καιρό, ώσπου μετά πάροδο πολλών δεκαετιών, κάποιος που αγόρασε το σπίτι, ξαφνικά εγινε πλούσιος στα καλά καθούμενα. Λέγεται ότι ίσως βρήκε την κρυψώνα.

 

ΜΕΡΟΣ Γ΄

ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Περιέχει 26 διηγήσεις θαυμάτων και ιστοριών που αφορούσιν τις εκκλησίες της Χλώρακας

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

22. ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ 

23. ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΑ 

24. Γιάτρισσα Ελεούσα 

25. ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΟΑΙΜΑΤΟΥΣΑ

26. Ένας νέος και μια νέα 

27. ΑΪ ΝΙΚΟΛΟΥΙΝ 

28. Η γιορτή του Άη Νικόλα 

29. Η προειδοποίηση 

30. Το σταμνί με το νερό 

31. ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ 

32. Ύστερα από 37 χρόνια 

33. ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ 

34. Όλη η ιστορία 

35. Ένας πατέρας διηγείται 

36. Ένα άλλο θαύμα

37. ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ

38. ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ 

39. ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ

40. Αρχάγγελος ο αντιφωνητής 

41. Το νυστέρι του Αρχάγγελου 

42. Διήγηση απο έναν περιηγητή 

43. Το αγίασμα του Αρχάγγελου 

44. Μια λυπητερή ιστορία 

45. Η νεκρανάσταση 

46. Ο Αρχάγγελος έκαμε το θάυμα 

47. Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΝΗ

 

ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ 

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πιστεύουν ότι υπάρχει θεός και ζητούν αποδείξεις για την ύπαρξη του. Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που με συλλογιστικές αποδείξεις προσπαθούν να περιγράψουν και να αποδείξουν την ύπαρξη του. Η μεγαλύτερη απόδειξη είναι η παρουσία των απεσταλμένων του σε εμάς με τρόπο που δεν χωρεί αμφισβήτηση, που όσοι είναι τυχεροί ήρθαν σε άμεση επαφή και ένιωσαν την παρουσία του και τη χάρη του στην προσωπική τους ζωή και χαράχτηκαν πανω τους ανεξίτηλα τα αποτυπώματα του. Η απόδειξη της ύπαρξης του Θεού ήρθε σε μένα με τη μορφή ανθρώπων, ίσως Αγγέλων, με τρόπο εμπειρικό και αδιαφιλονίκητο τέτοιο, ώστε να μαρτυρώ θριαμβευτικά, όχι θεωρητικά και συλλογιστικά, αλλά μαρτυρώντας γεγονότα που συνέβησαν σε μένα τον ίδιο.

Ήταν χρόνια δύσκολα πριν τον πόλεμο του΄74, ήταν αναδουλειές, έτσι έφυγα και ξενιτεύτηκα, πήγα στα καράβια. Κάθε που πιάναμε Ελληνικό λιμάνι, ή κάθε που ξεμπαρκάριζα επισκεπτόμουν έναν κουμπάρο μου που σπούδαζε στον Πειραιά. Ήταν το σπίτι που νοίκιαζε στα Πετράλωνα σε μια πάροδο δίπλα από μια εκκλησία και απέναντι από ένα γραφείο κηδειών. Το μπαλκόνι του υπνοδωματίου χωριζόταν από τους πεθαμένους μόνο λίγα μέτρα, τόσο όσο το πλάτος που είχε το στενό δρομάκι. Ήταν ένα γραφείο πολυάσχολο και μέρα νύχτα βλέπαμε τους ψυχρούς ανθρώπους χωρίς να νοιάζονται που ήσαν θέαμα στους άλλους ανθρώπους να ασχολούνται με το φτιασίδωμα των πεθαμένων, τους έφτιαχναν και τους στόλιζαν για το στερνό τους ταξίδι. Είδα πολλά, είδα νιούς και γέρους, είδα συγγενείς πλούσιους και  φτωχούς να κάνουν κηδείες ταπεινές ή λαμπερές. Είδα στο θάνατο να υπάρχουν διακρίσεις. Ένιωσα να είναι άδικο, ήξερα ότι οι άνθρωποι στο θάνατο είναι ιδιοι, έτσι μας έλεγαν στα σχολεία και έλεγα, 

-μα δεν υπάρχει Θεός να δει τις παραξενιές των ανθρώπων; 

Είδα και άλλα πολλά στις μεγάλες πόλεις του κόσμου, είδα πολλές κακές συμπεριφορές ανθρώπων. Ήμουν νέος και είδα πολλά άδικα να συμβαίνουν, η αντίδραση μου ήταν να καταλήξω να μην πιστεύω ότι υπάρχει θεός, πίστεψα ότι Παράδεισος και Κόλαση ήταν πανω στη γη. Έτσι για όλα αυτά κατεληξα ενας άσωτος, προσπαθούσα εις βάρος άλλων να κερδίζω χρήματα, και ήμουν πολύ καλός σε αυτό. Δεν πήγαινα στις εκκλησιές. Από μέσα μου έλεγα σ αυτές πάνε οι αργόσχολοι και οι συγγενείς των πεθαμένων όταν υπάρχουν μνημόσυνα. Πήγαινα μόνο κάποτε για το θεαθήναι όταν ήταν μεγάλες γιορτές, αφού έτσι θέλουν τα έθιμα και η κοινωνία μας. 

Περνούσε ο καιρός, οι επιχειρήσεις μου πήγαιναν καλά και η ζωή μου καλύτερα. Ήμουν ένα επιτυχημένος έμπορος, είχα πολλά χρήματα, αλλά μάζευα και άλλα, πολλές φορές εις βάρος των άλλων ανθρώπων.  

Μια μέρα πέθανε ένας στενός μου συγγενής στη Λεμεσό, το πολυτελές αυτοκίνητο μου ήταν στο μηχανικό, έτσι δανείστηκα ένα άλλο και από την Πάφο ξεκίνησα να πάω στην κηδεία. Ήταν το αυτοκίνητο λίγο στενάχωρο και χαμηλής ιπποδύναμης, είπα από μέσα μου, τυχερός εγώ που είχα πολλά χρήματα και είχα σπουδαίο αμάξι. Στο δρόμο έξω από την Επισκοπή συνάντησα ένα ατύχημα με αυτοκίνητα, έτσι λοξοδρόμησα και πήρα το δρόμο του Τραχωνίου σκεφτόμενος ότι αν τα αυτοκίνητα ήταν Ευρωπαϊκής κατασκευής, σίγουρα δεν θα υπήρχαν σκοτωμένοι, αλλά ίσως οι άνθρωποι δεν ήσαν πλούσιοι σαν εμένα, έτσι αγόρασαν Γιαπωνέζικα φτηνά αυτοκίνητα. Και ήμουν ευχαριστημένος γιατί είχα πολλά χρήματα και είχα σπουδαίο αυτοκίνητο που αντέχει στα τρακαρίσματα. 

Σαν έφτασα λίγο πριν τη πόλη, σε ένα γεφύρι συνάντησα δυο ανθρώπους που έκαναν ωτοστόπ. Σταμάτησα και τους πήρα μαζί μου. Ήσαν ντυμένοι με απλά ρούχα, και είχαν μορφές συμπαθητικές και ευγενικές. Στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού υπήρχαν διάφορα πραγματα, έτσι κάθισαν στο πίσω κάθισμα και οι δύο. Γυρίζει ο ένας και αποκαλώντας με με το όνομα μου, με ρώτησε πως είναι στην Πάφο. Σκέφτηκα μήπως γνωριζόμασταν και δεν τον θυμόμουν. Μου λέει ο άλλος, -μην στενοχωριέσαι, ο ξάδερφος σου πήγε σε έναν άλλο κοσμο καλύτερο. Υπολόγισα μήπως κατάλαβαν από το στενάχωρο πρόσωπο μου ότι πήγαινα σε κηδεία. Συνεχίζει ο άλλος να μου, λέει -δεν κατάφεραν να ζήσουν, πέθαναν και οι δυο στο δυστύχημα. Σκέφτηκα μήπως το πληροφορήθηκαν τηλεφωνικώς. Ενώ συνέχιζαν να μου μιλούν, εγώ διερωτόμουν μήπως υπηρχε κάτι παράλογο και τα ήξεραν όλα, αφου δεν θυμόμουν να τους γνωρίζω. Στη συνέχεια μου λέει ο ένας να μην ανησυχώ για το αυτοκίνητο μου, διότι η ζημιά που είχε ήταν μικρη. Σκέφτηκα δεν έπρεπε να γνωρίζουν για το χαλασμένο αυτοκίνητο μου, και απορημένος τους κοίταξα μέσα από τον καθρέπτη του οδηγού για να τους ρωτήσω ποιοι είναι και πως τα ξέρουν. Και τι βλέπω, δύο φωτοστέφανα υπήρχαν πάνω από τα κεφάλια τους που με θάμπωναν. Σαστισμένος ακούω τον άλλο να μου λέει, εσύ νομίζεις πως δεν πιστεύεις στο Θεό, όμως κατά βάθος μέσα σου, έχεις πίστη σε αυτόν. Κατάλαβα ότι δεν είχα να κάνω με συνηθισμένους ανθρώπους… Συνέχισαν μιλώντας μου για την ζωή μου ολόκληρη, για τον άσωτο μου βίο, και για άλλα πολλά. Τους άκουγα συγκινημένος, σίγουρος ότι ήσαν Άγγελοι του ουρανού, απεσταλμένοι του Θεού, που με προειδοποιούσε. Σε κάποιο σημείο μου είπαν να σταματήσω για να κατεβούν. Σταμάτησα και κατέβηκα βιαστικά να τους ανοίξω τις πόρτες, άνοιξα την πρώτη πόρτα και έσκυψα μέσα… Τα καθίσματα, ήσαν άδεια.

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΑ

Ο ναος της «Παναγίας της Χρυσελεούσας» ευρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Χλώρακας, είναι Βυζαντινού ρυθμού, και κτίστηκε τον 13ο αιώνα. Σ αυτήν  υπάρχει  η μοναδική ίσως εικονογραφία στον κόσμο που κατά τα παλαιά πρότυπα ο Χριστός βρίσκεται στον Ιορδάνη ποταμό  εντελώς γυμνός,  έχοντας λίγο διασταυρωμένα τα πόδια του  με σκοπό να καλύψει το φύλο με ελαφριά στροφή.

Στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης υπήρχε πάνω στο αρχαίο τέμπλο του εικονοστασίου η εικόνα της Παναγίας που είναι θαυματουργή και εξέχουσα απ όλες τις άλλες ως προς την τεχνοτροπία της και την καλλιτεχνική της αξία και που όταν κτίστηκε η μεγάλη εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοαιματούσης, μεταφερτηκε εκεί. Πριν πάρα πολύ καιρό κατά τον ενδέκατο αιώνα περίπου, μια ίδια εικόνα ακριβώς, ανήκε σε μια ευσεβή οικογένεια που την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν. Ύστερα από κάμποσο καιρό, μια μέρα που ήταν γιορτή της Παναγίας, η νοικοκυρά ιδιοκτήτρια πήγε ν ανάψει τα καντήλια και βλέπει με έκπληξη η εικόνα έλειπε, και εξεπλάγη πολύ, διότι ήξερε πως κανείς κλέφτης δεν μπορούσε να μπει στο κτήμα της, αφού εφυλάσσετουν καλά. Ήταν σίγουρη ότι δεν εκλάπη, ήταν σίγουρη ότι κάτι άλλο είχε συμβεί. Ξεσήκωσε όλη την οικογένεια της και βάλθηκαν όλοι  να ψάχνουν να την βρουν σε όλη την γυρω περιφέρεια.  Ύστερα από κάμποσα μίλια παρακάτω την βρήκαν ακουμπισμένη σ ένα βράχο να κοιτάζει προς την δύση. Με πολλή ανακούφιση την πήραν πίσω και την έβαλαν στη θέση της πανω στο εικονοστάσι. Ήταν ο μήνας Αύγουστος, ήταν η μεγαλη γιορτή της Παναγίας, ήταν γι αυτό που η καλή Χριστιανή κυρά του σπιτιού σκέφτηκε ότι δεν ήταν τυχαίο το γεγονός που εσυνέβη.  Με πολλη ευλάβεια προσευχήθηκε και παρακαλεσεε την Παναγία να της φανερώσει τι να κάμει. Πέρασαν οι μέρες, ήρθε η 8η Σεπτεμβρίου μέρα γέννησης της Θεοτόκου, εσυνέβη πάλι το ίδιο πράγμα.  Όλοι σίγουροι ότι ήταν θαύμα,  όλοι σίγουροι που θα εύρουν το εικόνισμα, κίνησαν στο ίδιο μέρος όπου  βρήκαν την εικόνα στο ίδιο σημείο. Σίγουροι για την επιθυμία της Παναγίας απεφάσισαν ότι εκεί ήθελε να είναι, απεφάσισαν και έκτισαν εκκλησία σε εκείνο το μέρος, και την τοποθέτησαν στο εικονοστάσι βασιλεύουσα, ονόμασαν δε την εκκλησία Παναγία Χρυσελεούσα, λενε κάποιοι ‘ότι είναι αυτή που υπάρχει σήμερα στην κεντρική πλατεία της Χλώρακας. 

Έμεινε η ιστορία να λέγεται για πολλούς αιώνες υστερότερα, και να τονίζεται ότι από κανέναν δεν έπρεπε να μετακινηθεί σε άλλο μέρος, αφου η Παναγία είχε επιθυμία να μένει εκεί. Είναι το εικόνισμα που υπάρχει σήμερα ιερό και θαυματουργό, είναι πιστό αντίγραφο της πρωτότυπης, αυτής του ενδέκατου αιώνα που έχει εξαφανιστεί, η ακόμη καταστραφεί. 

Όλες οι επερχόμενες γενιές έως το 1928 σεβάστηκαν αυτόν το θρύλο, καμία φορά δεν μετακινήθηκε παρά έμενε εκεί στο ίδιο παλιό σαρακοφαγωμένο ξύλινο τέμπλο.   

      

 Το 1928 τέλειωσε το κτίσιμο της μεγάλης εκκλησίας, ήταν μεγαλόπρεπη και θεόρατη κτισμένη με πελετική πέτρα άριστης ποιότητος από τους καλύτερους πρωτομάστορους εκείνης της εποχής. Ήταν ο καθεδρικός ναός της Χλώρακας, και σκέφτηκαν οι χωριανοί με πρωτεργάτες τους δυο παπάδες της Κοινότητας τους Παπάγιωρκη και Παπάκλεοβουλο, να τοποθετήσουν σε αυτήν την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που ήταν στη μικρη παλιά εκκλησία της Χρυσελεούσης. Ήξεραν τον παλιό θρύλο, γι αυτό κανείς δεν τολμούσε να μεταφέρει την εικόνα, αλλά οι ιερείς του χωριού είπαν ότι η πράξη αυτή της μετακίνησης της εικόνος, θα την ευχαριστιόταν η Παναγία, αφου θα εμεταφέρετο και θα ετοποθετείτο σε μεγαλοπρεπέστερο ναό παρά πριν. Έτσι οργάνωσαν πομπή, παρευρέθη μαζί τους και ο άλλος ιερέας από την Χλώρακα που εκτελούσε χρέη οικονόμου στην Μητρόπολη Πάφου ο Παπαχαρίδημος, ακόμη ήταν και ο μητροπολίτης Πάφου ο Ιάκωβος, ώστε με τις ευλογίες του, ετοιμάστηκαν να μεταφέρουν το εικόνισμα με τιμές και προσευχές. Πήγαν στη μικρη εκκλησία της Χρυσελεούσας, έκαναν τρισάγιο, ύστερα πήγαν να πάρουν το εικόνισμα από το Ξυλόγλυπτο τέμπλο. Με έκπληξη και φόβο, είδαν ότι δεν μετακινιόταν, ήταν σαν κολλημένη, χωρίς να είναι καρφωμένη ή σφηνωμένη. Δημιουργήθηκε ταραχή, οι πιστοί μουρμούριζαν, και οι ιερείς έμειναν να σκέφτονται. Έλεγε ο καθένας τη γνώμη του, τελικά με τις ευλογίες του Μητροπολίτου Ιακώβου, επεκράτησε η γνώμη του Παπάγιωρκη, ότι ήταν τυχαίο γεγονός, έπρεπε την εργασία που ξεκίνησαν να την τελειώσουν. Ανελαβε ο ίδιος, και με ένα σκεπάρνι που το χρησιμοποίησε ως μοχλό, αφαίρεσε το εικόνισμα της Παναγίας. Έως σήμερα στο τέμπλο πανω αριστερά εκεί που ήταν η εικόνα, λείπει ένα κομμάτι λουλουδιού στόλισμα του τέμπλου που έσπασε από το σκεπάρνι που χρησιμοποίησε ο Παπάγιωτκης.

 Ετσι μετεφέρθη η Παναγία η Χρυσελεούσα στον Ναό της Χρυσοαιματούσας, πέρασε ο καιρός κάπου δέκα χρόνια, ξεχάστηκε ο θρύλος και ο φόβος, ώσπου ξάφνου στα καλά καθούμενα αρρώστησε ο γιος του ΠαπάΓιωρκη, έπαθε επιληψία, πνίγηκε και πέθανε. Άλλοι είπαν ήταν η κατάρα της Παναγίας, άλλοι είπαν ότι ως Αγία η Μητέρα του Θεού, δεν μετέρχεται σε πράξεις εκδικητικές.

Οι τοίχοι της εκκλησίας της Παναγίας της Χρυσελεούσης ήταν ολόκληροι τοιχογραφημένοι, εκ των οποίων εικονογραφήσεων σώζονται οι πλείστες. Η παράδοση θέλει την εικονογράφηση της εκκλησίας να γίνηκε από κάποιον σταυροφόρο:

 

Οι Ναΐτες το1192 πωλούν την Κυπρο  στο Φράγκο Γκι ντε Λουζινιάν, πρώην βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Αυτός εγκατέστησε την ομώνυμη δυναστεία στο νησί ενισχύοντας την εξουσία του με την παραχώρηση κτημάτων σε ευγενείς Σταυροφόρους και άλλους ιππότες. Ο ελληνικός πληθυσμός, παραγκωνίστηκε εντελώς και αποτέλεσε τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις που μόνο υποχρεώσεις είχαν απέναντι στους αφέντες τους και κανένα σχεδόν δικαίωμα. Η δυναστεια του Γκι ντε Λουζινιάν μαζί με το Φράγκικο βασίλειο εγκαθίδρυσε και τη Λατινική εκκλησία. Η περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαρπάγηκε και άρχισαν προσπάθειες υποταγής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου στην Λατινική. Το 1260μ.Χ ο πάπας Αλέξανδρος ο Δ΄ κατάργησε τον Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο και περιόρισε τον αριθμό των Ορθοδόξων Επισκόπων σε 4, της Λευκωσίας, της Αμμοχώστου, της Λεμεσού και της Πάφου. Παράλληλα εκδιώχθηκαν από τις επισκοπικές τους έδρες, τις οποίες κατέλαβε η Λατινική Ιεραρχία. ΄Εδρα του Επισκόπου Λευκωσίας ορίστηκε η Σολέα, της Αμμοχώστου η Καρπασία, της Λεμεσού τα Λεύκαρα και της Πάφου η Αρσινόη, η σημερινή Πόλη της Χρυσοχούς. Η Αρσινόη ήταν μέχρι τότε χωριστή έδρα επισκόπου, αλλά καταργήθηκε το 1260 και ενσωματώθηκε στην Επισκοπή Πάφου. Από τότε διατηρήθηκαν αναλλοίωτα τα όρια της Επισκοπής Πάφου. Ο πάπας διόρισε σαν πρώτο επίσκοπο Αρσινόης το Νείλο. Τα χρόνια αυτά δεν γνωρίζομε σχεδόν τίποτε για την εσωτερική ζωή της Εκκλησίας της Πάφου. Οι επίσκοποι Πάφου μετείχαν ακούσια στις συνόδους που καλούσαν οι Λατίνοι Αρχιεπίσκοποι, ενώ κατά την εκλογή τους υποχρεώνονταν να δίδουν όρκο υποταγής στο Λατίνο επίσκοπο της Πάφου. 

Κατά τα κατωπινά χρονια μέχρι και το 1300, οι επομενοι βασιλιάδες της Κύπρου αντιμετώπιζαν την απειλή των Ισλαμικών κρατών της Ανατολής, ενώ ταυτοχρονα, στα χρόνια του Ερρίκου Β΄ (1285 - 1324) οι Σταυροφόροι εκδιώχτηκαν από την Ανατολή και πολλοί χριστιανοί κατέφυγαν στην Κύπρο…

 

Εκείνον τον καιρό ήταν ένας σταυροφόρος τυχοδιώκτης που στο δρόμο του για τους Αγίους τόπους, μπήκε σε ένα μεγαλόπρεπο ναό που ήταν αφιερωμένος στην Παναγία τη Χρυσελεούσα και τον λεηλάτησε. Μάζεψε ότι πολύτιμο υπήρχε, τα εκποίησε σε χρυσάφι, και το πήρε μαζί του στους Αγίους τόπους όπου πήγε να πολεμήσει ώστε να επιβάλει τον Χριστιανισμό κατά πως είχε διαταχτεί. 

Ακολούθως, μετά την ήττα των Σταυροφόρων από τους Άραβες και τους Σαρακηνούς, κατέφυγε στην Κύπρο, και συγκεκριμένα στην Πάφο. 

Χρησιμοποιώντας το χρυσάφι που έκλεψε από την Αγία πόλη, ησχολήθει με το εμπόριο του μεταξιού, και κατάφερε να γίνει πολύ πλούσιος. Απέκτησε μεγάλη περιουσία, είχε στη δούλεψη του αμέτρητους εργάτες και δούλους, έκτισε ένα σπίτι στη δυτική μεριά της Πάφου στο οποίο εγκαταστάθηκε, και απολάμβανε τα καλά του κόσμου. 

Ύστερα που πέρασαν κάμποσα χρόνια και γέρασε, αισθάνθηκε μεγάλη αρρώστια να τον κυριεύει, πονούσε το κορμί του, ήταν ένα αφόρητο βάσανο που δεν άντεχε. Φώναξε όλους τους γιατρούς, κανείς δεν μπορούσε να τον γιάνει. Τη ζωή όμως την αγαπούσε, ήταν γλυκιά, έτσι στράφηκε στο Θεό και άρχισε να τον παρακαλά, μετανόησε για τις αμαρτίες του, και έλπιζε να τον βοηθήσει αυτός ο φιλεύσπλαχνος και πανάγαθος που γι αυτόν είχε διακινδυνεύσει πολεμώντας στους Άγιους τόπους. Έκανε καλές πράξεις, ελεούσε τους φτωχούς, αλλά τίποτα δεν γινόταν. Τις νύχτες τον κυρίευαν δαιμόνια και ειρηνίες, δεν μπορούσε να κοιμηθεί εύκολα, και όταν αυτό εσύμβαινε, εφιάλτες τον έζωναν τρομεροί, αλλά ένας ήταν κυρίως που ερχόταν πιο ταχτικά και τον βασάνιζε, έβλεπε τον εαυτό του μέσα στην εκκλησία της Παναγίας της Χυσελεούσης, να αρπάζει και να λεηλατεί τα ιερά και τα όσια. Τότες σαν τα έπαιρνε, δεν φοβόταν ούτε Παναγία ούτε Θεό, τώρα στον ύπνο και στον ξύπνιο του σαν τα σκεφτόταν, μια βουή του τρυπούσε το κεφάλι θέλοντας να του σπάσει το καύκαλο.

Έτσι γινόταν κάθε μέρα, σκέφτηκε ήταν η Παναγία που δεν την σεβάστηκε, και τώρα τον τιμωρούσε. Αποφάσισε να δοκιμάσει άλλους τρόπους, μήπως και την μερέψει, μήπως και τον ποσπάσει από τα βάσανα, μήπως και εύρη γαλήνη. 

Διέταξε τους υποτακτικούς του και κίνησαν εκστρατεία ώστε να ανακαλύψουν όλες τες εκκλησιές που ήταν αφιερωμένες στην Παναγία την Χρυσελεούσα. Αποφάσισε όσα πήρε απ αυτήν, να τα δώσει πίσω εις δεκαπλούν και εκατονταπλούν, ή και παραπάνω, ώστε να εύρη συγχώρεση, να παύσει να πονεί και να βασανιέται. Πρόσλαβε Αγιογράφους, τους έταξε καλή πλερωμή, και τους ζήτησε με μαεστρία και πίστη να εικονογραφήσουν όλες τες εκκλησιές της Παναγίας… Έτσι γίνηκε, ξεκίνησαν αυτές οι εργασίες, -μια από τις εκκλησίες ηταν της Παναγιας της Χρυσελεούσας στη Χώρακα- που όμως δεν κράτησαν πολύ καιρό, γιατί ένα πρωί βρήκαν τον γέρο σταυροφόρο πεθαμένο ησυχασμένο και ειρηνεμένο … 

Ως φαίνετε τον λυπήθηκε η Παναγία και τον πόσπασε από τα βάσανα του.

 

Γιάτρισσα Ελεούσα 

(διηγειται η Ανθούλα Λεωνίδα Χ' Άντώνη) 

Η οικογένεια του πατέρα μου αποτελείτο από 10 παιδιά, 7 γιους και τρεις κόρες. 

Όταν ήταν δέκα χρονών αρρώστησε βαριά μία από τις αδερφές του η Παναγιώτα, όλοι έκλαιγαν και παρακαλούσαν να γίνει καλά η Παναγιώτα. 

Ένα πρωινό πήραν το γαϊδούρι και πήγαν στο Κτήμα να φέρουν τον γιατρό τον Όμηρο, τότε δεν είχε αυτοκίνητα. 

Τον εκάθησαν πάνω στο γαϊδούρι και τον έφεραν στο χωριό. Την εξέτασε καλά καλά και τους λέγει, 

-αν βγάλει την νύκτα ναι για όχι. 

Εν' τω μεταξύ ο γιατρός αντί να πληρωθεί για τον κόπο του, έβγαλε και δύο λίρες και τις έβαλε κάτω από το μαξιλάρι της Παναγιώτας. Μετά τον εκάθησαν πάλι πάνω στο γαϊδούρι και τον πήραν στο Κτήμα. 

Κατά τα δειλινά ο παππούς και η γιαγιά πήγαν στο αλώνι να ανεμίσουν το σιτάρι, δίπλα είχε δρόμο, και νάσου να περνά μία γύφτησα τσιγγάνα και τους λέγει,

-για πολύ στενοχωρημένους σας βλέπω τι έχετε; 

-η κόρη μας είναι πολύ άρρωστη και μας είπε ο γιατρός ναι για όχι αν θα ζήσει μέχρι το πρωί, και εκείνη τους λέγει 

-αν γιάνω την κόρη σας μου δίνετε ένα τενεκέ σιτάρι; 

-μπορείς να μας την γιάνεις; 

-εγώ τους λέγει, μπορώ να κάνω και παπούτσια χρυσά να φορώ. 

-Αν μου την γιάνεις λέγει ο παππούς, να σου δώσω δυο τενεκές σιτάρι. 

-Φέρτε μου ένα πιάτο με νερό, τους λέγει.

Της φερνουν ενα πιάτο με το νερο και βγαζει ένα σταυρουδάκι από τον κόρφο της και λέγει,

-ενώ θα διαβαζω, αν το σταυρουδακι πεταχτει εξω απο το νερο, η κορη σας θα γιάνει, αν μείνει μέσα στο νερό, η κόρη σας θα πεθάνει. 

Και άρχισε να διαβάζει, σε λίγο το σταυρουδάκι πετάχτηκε έξω από το νερό, επαναλαμβάνει το ίδιο, ξανασυμβαίνει το ίδιο…

Ταυτόχρονα, φωνές ακούγονται να βγαίνουν απο το σπίτι, γυναίκες βγαίνουν έξω φωνάζοντας χαρούμενα, 

-έγιανε η Παναγιώτα, έγιανε η Παναγιώτα…

Έγιανε η Παναγιώτα, έζησε μέχρι τα ενενήντα της και δεν ξαναρώτησε σε όλη της τη ζωή. Η Γύφτισσα πήρε για κανίσι δυο τενεκέδες σιτάρι και μια όρνιθα, σαν έφυγε και ύστερα, όλοι κατάλαβαν ότι ήταν η Παναγία. 

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΟΑΙΜΑΤΟΥΣΑ

Επειδή η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης ήταν μικρή και δεν χωρούσε τον κόσμο κατά τις μεγάλες εορτές όπου όλοι οι πιστοί πήγαιναν να λειτουργηθούν, απεφάσισαν οι κάτοικοι της Χλώρακας να κτίσουν μια μεγαλύτερη παραδίπλα στην μεγάλη πλατεία. Έτσι το 1924 ξεκίνησε το κτίσιμο, και κράτησε έως το 1928. Εγκαινιάστηκε απο τον Μητροπολίτη Πάφου Ιάκωβο.

Υπήρχαν δύο χωριανοί ιερείς που συλλειτουργούσαν, ο Παπάγιωρκης και ο Παπάκλεοβουλος, και επειδή το εικόνισμα της Παναγίας στην μικρή εκκλησία ήταν θαυματουργό κατά πως ελέγασιν οι παλιοί, απεφάσισαν και το μετέφεραν στην πάνω νεόκτιστη εκκλησία όπου και ευρίσκεται μέχρι σήμερα. Την ονόμασαν Παναγία Χρυσοαιματούσα, είναι δηλαδή η Αγία που βοηθεί τις γυναίκες όταν αυτές εχουν πρόβλημα και δεν σταματά το αίμα τους. Ως προς τούτο υπάρχει μέσα στο ιερό μια κόκκινη κορδέλα κρεμασμένη πίσω απο την εικόνα της Παναγίας, και οι πάσχουσες την παίρνουν ανταλλάσσοντας την με μια άλλη. Την ζώνονται για τρεις μέρες, και γίνονται καλά. Εξ ου και το όνομα της Παναγίας, Χρυσο αιμα τουσα.

Η εικόνα της Παναγίας που είναι στον ναό της εκκλησίας της Χρυσοαιματούσης είναι θαυματουργή και είναι εξέχουσα απ όλες τις άλλες ως προς την τεχνοτροπία της και την καλλιτεχνική της αξία. 

 Το 1928 τέλειωσε το κτίσιμο της μεγάλης εκκλησίας, ήταν μεγαλόπρεπη και θεόρατη κτισμένη με πελεκιτή πέτρα άριστης ποιότητος από τους καλύτερους πρωτομάστορους εκείνης της εποχής. 

Ήταν ο καθεδρικός ναός της Χλώρακας, και σκέφτηκαν οι χωριανοί με πρωτεργάτες τους δυο παπάδες της Κοινότητας τους Παπάγιωρκη και Παπάκλεοβουλο, να τοποθετήσουν σε αυτήν την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που ήταν στη μικρη παλιά εκκλησία της Χρυσελεούσης. Ήξεραν τον παλιό θρύλο, γι αυτό κανείς δεν τολμούσε να μεταφέρει την εικόνα, αλλά οι ιερείς του χωριού είπαν ότι η πράξη αυτή της μετακίνησης της εικόνος, θα την ευχαριστιόταν η Παναγία, αφου θα εμεταφέρετο και θα ετοποθετείτο σε μεγαλοπρεπέστερο εικονοστάσι και ναό παρά πριν. Έτσι οργάνωσαν πομπή, παρευρέθη μαζί τους και ο άλλος ιερέας από την Χλώρακα που εκτελούσε χρέη οικονόμου στην Μητρόπολη Πάφου ο Παπαχαρίδημος, ακόμη ήταν και ο μητροπολίτης Πάφου Ιάκωβος, ώστε με τις ευλογίες του, ετοιμάστηκαν να μεταφέρουν το εικόνισμα με τιμές και προσευχές. Πήγαν στη μικρη εκκλησία της Χυσελεούσας, έκαναν τρισάγιο, ύστερα πήγαν να πάρουν το εικόνισμα από το Ξυλόγλυπτο τέμπλο. Με έκπληξη και φόβο, είδαν ότι δεν μετακινιόταν, ήταν σαν κολλημένο, χωρίς να είναι καρφωμένο ή σφηνωμένο. Δημιουργήθηκε ταραχή, οι πιστοί μουρμούριζαν, και οι ιερείς έμειναν να σκέφτονται. Έλεγε ο καθένας τη γνώμη του, τελικά με τις ευλογίες του Μητροπολίτου Ιακώβου, επεκράτησε η γνώμη του Παπάγιωρκη, ότι ήταν τυχαίο γεγονός, έπρεπε την εργασία που ξεκίνησαν να την τελειώσουν. Ανελαβε ο ίδιος, και με ένα σκεπάρνι που το χρησιμοποίησε ως μοχλό, αφαίρεσε το εικόνισμα της Παναγίας. Έως σήμερα στο τέμπλο πανω αριστερά εκεί που ήταν η εικόνα, λείπει ένα κομμάτι λουλουδιού στόλισμα του τέμπλου, που έσπασε από την προσπάθεια με το σκεπάρνι που κατέβαλε ο Παπάγιωρκης.

 Έτσι μετεφέρθη η Παναγία η Χρυσελεούσα στον Ναό της Χρυσοαιματούσας, πέρασε ο καιρός κάπου δέκα χρόνια, ξεχάστηκε ο θρύλος και ο φόβος, ώσπου ξάφνου στα καλά καθούμενα αρρώστησε ο γιος του Παπά, έπαθε επιληψία, πνίγηκε και πέθανε. Πολύ σύντομα πέθανε και ο Παπάγιωρκης από το μαράζι του, σε λίγους μήνες πέθανε και ο Παπάκλεοβουλος. Άλλοι είπαν ήταν η κατάρα της Παναγίας, άλλοι είπαν ότι ως Αγία η Μητέρα του Θεού, δεν μετέρχεται σε πράξεις εκδικητικές.

 Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια, ήταν ακόμα οι ίδιοι παπάδες, εγινε ο μεγάλος σεισμός το 1953, και ο μεγαλόπρεπος ναός της Παναγίας της Χρυσοαιματουσης χάλασε ένεκεν αυτού, κάποιοι είπαν ήταν η συνέχεια του θυμού της Παναγίας.

  Ισως να θυμώνει η Παναγία κάποτε και να τιμωρεί τον κοσμο, στην περίπτωση την προκείμενη, εάν ότι εσυνέβη ήταν θυμός, μαζί με αυτόν έδειξε και την αγάπη της, εσυνέβηκαν εκείνη την περίοδο πραγματα που λενε ότι ήταν θαύματα. 

 Ηταν περίπτωση κοντά στο ’55 την περίοδο του ένοπλου αγώνος ενάντια στους Εγγλέζους, πήρε ο Αντρέας Π/Αντωνίου με άλλους φίλους του μπαρούτι και σκάγια, έφτιαξαν πιστόλι με δικήν τους επινόηση, βγήκαν να κυνηγήσουν. Στον πυροβολισμό επάνω, η κάννη του όπλου έσπασε και τινάχτηκε. Έμειναν όλοι να κοιτάζουν, έψαχναν στο χώμα να την βρουν. Δεν την βρήκαν, κίνησαν να γυρίσουν πίσω, ένας από την παρέα βλέπει να τρέχει αίμα στο μέτωπο του Ανδρέα, του το λέει, αυτός κάμνει κίνηση με το μανίκι, το σκουπίζει. Προχώρησαν ως τα καφενεια, δεν πονούσε, αλλά το αίμα έτρεχε, κατάλαβαν ότι κάποιο θραύσμα είχε σφηνώσει στο μέτωπο του. Τον πήραν εσπευσμένως στον γιατρό τον Ηρόδοτο, εκεί διεπιστώθει ότι ένα μεγάλο μέρος της κάννης του όπλου σαν σπόντα ακριβώς, είχε καρφωθεί κάθετα στο κρανίο του Ανδρέα. Ύστερα από πολλές δυσκολίες με τη συμμετοχή και άλλων σπουδαίων ιατρών απο άλλα μερη της Κύπρου αυτό αφαιρέθει, ο Αντρέας εγινε καλά, ζει και βασιλεύει. Ανά τον κοσμο, πολλά ιατρικά έντυπα έγραψαν ότι αυτό που συνέβη ήταν ανεξήγητο, κανείς δεν θα μπορούσε να ζήσει ύστερα από τέτοια πληγή, ήταν πρωτοφανές και χωρίς εξήγηση. Στην Χλώρακα και στην υπόλοιπη περιφέρεια ο κόσμος είπε ότι ήταν θαύμα της Παναγίας.

Σε άλλη περίπτωση, ήταν ύστερα από λίγα χρόνια, ο Μηχαλάκης Π/Αντωνίου μαζί με την παρέα του έπαιζαν κουλλέ στην αυλή της μεγάλης πλατείας έξω από την μισοχαλασμένη από τον σεισμό μεγαλη εκκλησία. Ο κουλλές ήταν μια σιδερένια μικρή μπάλα μεγάλου βάρους που με τη σειρά όλοι την έριχναν με το ένα χέρι, νικητής ήταν όποιος την έριχνε πιο μακριά. Ήταν σειρά του Μηχαλάκη, την έριξε αλλά ήταν δυνατός, πήγε μακρύτερα, κατά λάθος βρήκε τον Τάκη Αρέστη στο κεφάλι, ακριβώς πανω στο μέτωπο. Κανείς δεν θα γλίτωνε με τέτοιο χτύπημα, θα έπεφτε κάτω νεκρός, ήταν σίγουρο. Η μεγαλη και φιλεύσπλαχνη όμως Παναγία, δεν θα μπορούσε να επιτρέψει έξω στην αυλή της να γίνει τέτοιο κακό, έκαμε το θάμα της, έτσι είπαν όλοι οι χωριανοί. Ο Τάκης δεν έπαθε τίποτα, έζησε πάρα πολλά χρόνια ακόμα, με το σημάδι από το χτύπημα πανω στο μέτωπο του εμφανές να του θυμίζει την Παναγλια που τον προστάτευσε. 

Πριν ξεκινήσουν να ξανακτίζουν τη μεγαλη εκκλησιά ύστερα από το σεισμό, οι χωριανοί έστησαν μια μεγαλη στρογγυλή τσίγγενη παράγκα για να λειτουργούνται. Δεν ήταν βολετή, δεν είχε ιερό, δεν ήταν κανονική εκκλησία. Άλλοι λέγαν πως έπρεπε να χρησιμοποιούν την κάτω εκκλησιά, άλλοι λέγαν την παράγκα γιατί η κάτω εκκλησιά ηταν μικρή και δεν τους χωρούσε..  Ολημερίς οι μαστόροι έκτιζαν, το απόγιομα κάθονταν απέναντι από την παράγκα στο καφενείο του ΑΚΕΛ να ξαποστάσουν, και να πιούν κανένα ποτηράκι κρασί και ζιβανία.

Μια νύχτα μία ομάδα έμεινε στη μικρη πλατεία ως αργά πίνοντας πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, κι εκείνο τους έκανε να ξεχαστούν, πέρασε η ωρα, κόντευε να ξημερώσει. Ήταν μια νύχτα ήσυχη και γλυκεία, όμως ξάφνου  ο ουρανός βάρυνε, ο αέρας άρχισε να βουίζει δυνατά, και βαριά βροχή άρχισε να πέφτει με το τουλούμι. Κράτησε η κακοκαιρία ως το πρωί, ήταν ένα πρωινό μιας Κυριακής, ξημέρωσε και όλα γυρω στην πλατεία ήταν συντρίμμια. 

-Πώς εγινε αυτό; Ρώτησε ένας,

 ήταν θαύμα της Παναγίας, εξήγησε ένας άλλος. 

Αρχίνισαν οι πιστοί να έρχονται στην εκκλησία, σκέφτηκε ο παπάς να τελέσει τη λειτουργία στην μικρη εκκλησία από το φόβο επανάληψης της κακοκαιρίας. Μπαίνοντας μεσα, αντίκρισε ο παπάς την εικόνα της Παναγίας να ευρίσκεται πανω στο τέμπλο. Έκθαμβος έμεινε να κοιτάζει, και να φωνάζει εκστασιασμένος πως εγινε θαύμα.  Διαδόθηκε το νέο, όλο το χωριό μαζεύτηκε μες τηυ ακκλησιά, και απο εκείνη την ημέρα και ως την περάτωση της μεγάλης, όλοι εκκλησιάζονταν εκεί, και όχι στην παράγκα. Πολλοι πίστεψαν πως εγινε θαύμα, άλλοι είπαν πως κάποιος την μετέφερε θέλοντας να παραπλανήσει τους παπάδες ώστε να γίνεται η λειτουργία στην παλιά εκκλησία και όχι στην άβολη παράγκα. 

Με εθελοντές εργάτες και μαστόρους συνεχιστηκε η ανοικοδόμηση, το 1959 τελείωσε, η εικόνα της Παναγίας μεταφέρθηκε ξανά στην πανω εκκλησιά και από τότες λειτουργεί ως Καθεδρικός ναός της Κοινότητας. Τα γεγονότα που συνέβησαν κατά καιρούς άλλοι τα είπαν θαύματα, άλλοι τυχαία γεγονότα, η γνώμη μου είναι ότι ήσαν πολλά τα συμβάντα για να είναι τυχαία. Πολλοι πιστοί χωριανοί που πιστεύουν πως πράγματι η Παναγία επιθυμεί για κατοικία της την Κάτω εκκλησιά, αναμένουν με προσμονή το επόμενο θαύμα. 

 

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΕΑ

Κατά καιρούς έχουν υπάρξει ισχυρισμοί ότι υπάρχουν στοιχεία και αποδείξεις που συνηγορούν πως η ικανότητα ενός ατόμου να βλέπει φαντάσματα ή να αισθάνεται ανεξήγητες παρουσίες,  εξαρτάται από την παρατεταμένη επαφή ή την σύνδεση που είχε ή έχει με το άτομο που βλέπει ή νιώθει.

Ήταν μια φορά ένα ταιριαστό ζευγάρι πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους και όλα ήταν ωραία, και ήταν καλά. Από μικρά παιδιά κάθε Κυριακή που πήγαιναν στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας της Χλώρακας, οι ματιές τους συναντιόνταν, είχαν νιώσει μέσα τους το σκίρτημα της αγάπης.

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και μ’ολις μεγάλωσαν ολίγον, από ενωρίς, σχεδόν μικροί, έδωσαν λόγο να παντρευτούν. Είχαν και οι δύο στις καρδιές τους πολλή καλοσύνη, ήσαν ενάρετοι και πιστοί Χριστιανοί. Όλοι στο χωριό τους αγαπούσαν, τους παίνευαν και τους καμάρωναν. Αγαπήθηκαν πολύ, δεν έκανε ο ένας χώρια του άλλου. Πάντα πιασμένοι από το χέρι, μόνο στην εκκλησιά χώριζαν για να πάει ο καθένας στη θέση του, χώρια οι άνδρες από τις γυναίκες ως όρίζαν τα έθιμα. 

Αλλά όπως πολλές φορές συμβαίνει τα ωραία να μην διαρκούν, έτσι και στο ζευγάρι τούτο, στα ξαφνικά ήρθε το κακό, έφερε τα πανω κάτω, κουρέλιασε τα όνειρα, σκότωσε τις καρδιές, έφερε την καταστροφή. Άρχισε η κοπέλα να νιώθει αδυναμία και ζαλάδα, αρρώστησε βαριά, απότομα, μέσα σε λίγο καιρό, έσβησε και πέθανε. 

Όλο το χωριό την έκλαψε, για ημέρες πολλές όλοι ήσαν στενοχωρημένοι, αλλά πιο πολύ μαράζωναν για τον ζωντανό, τον νέο που απαρηγόρητος δεν άντεχε τον πόνο. Τόση ήταν η ερημιά γύρω του που ένιωθε, που έκλαιγε μοναχός μέσα στις νύχτες και ακουγόταν το γοερό του κλάμα που ράϊζε τις καρδιές των άλλων ανθρώπων. Ίσως επειδή ο πόνος ήταν πολύ μεγάλος, ίσως γιατί η πεθαμένη κοπέλα όσο ζούσε του είχε υπερβολική αγάπη, ίσως γιατί ήσαν ενάρετοι ή έτσι ήθελε ο θεός, κάθε βράδυ στο όνειρο του μόλις λαγοκοιμόταν, η οπτασία της τον επισκεπτόταν. Καθόταν στο προσκέφαλο και του χάιδευε τα μαλλιά και το μέτωπο, τούλεγε τραγούδια και λόγια  παρηγοριτικά, καθώς και ψαλμούς της εκκλησιάς. Και κάθε που έρχονταν τα μεσάνυχτα έσκυβε και τον φιλούσε, εκείνη ήταν η ώρα που πέθανε. Ο νέος πεταγόταν από το κρεβάτι και την αναζητούσε, αλλά ξυπνητός πλέον, έβλεπε την οπτασία της να φεύγει από την χαραμάδα του παραθύρου.

Καθόταν στο κρεβάτι και έκλαιγε απαρηγόρητα, το μυαλό του ήταν να το χάσει, δεν ήξερε τι να κάμει. Και οι μέρες περνούσαν. Σταμάτησε να πηγαίνει εκκλησιά, κλείστηκε στον εαυτό του, έγινε απόμακρος, όλοι στο χωριό πίστευαν ότι του σάλεψε το μυαλό. 

Πέρασαν 40 μέρες, ήρθε η μέρα του μνημοσύνου. Εκείνη την ημέρα ξύπνησε νιώθοντας μια περίεργη ανήσυχη ηρεμία. Μια αδιόρατη προσμονή ήταν φωλιασμένη μες στην καρδιά του και προαισθανόταν ότι κάτι θα άλλαζε. Πήγε στην εκκλησιά, λειτουργήθηκε και προσευχήθηκε, και ο παπάς έκαμε το μνημόσυνο. Εκείνη ακριβώς την ωρα του μνημοσύνου αισθάνθηκε να συμβαίνει ένα θαύμα, ένιωσε μέσα του να δέχεται τη χάρη και τη φώτιση του Θεού, ένιωσε να βλέπει την οπτασία της καλής του αγαπημένης πιασμένη χέρι με τους αγγέλους να φεύγει χαμογελώντας του προς τον ουρανό. Κατάλαβε ότι τον επισκέφθηκε ο Θεός, τον αισθάνθηκε μέσα του και ένιωσε την γαλήνη να τον κυριεύει. Ήξερε, κατάλαβε. Πέρασαν 40 ημέρες, τόσες όσες κατά την ορθόδοξη θρησκεία χρειάζεται η ψυχή όταν αποχωριστεί από το σώμα να παραμένει στη γη γυροφέρνοντας στους τόπους που αγάπησε, και ύστερα να φεύγει για τους ουρανούς. Αισθάνθηκε ότι ήρθε η ώρα που η καλή του θα όδευε στον τόπο της ανάπαυσης, δίπλα στο θεό, εκεί που έπρεπε να είναι, μέσα στον παράδεισο. 

Από εκείνη την ημέρα ο νέος, ηρέμησε, γαλήνεψε και ησύχασε. Δεν γύρισε να δεί άλλη κοπέλα, αφιερώθηκε απόλυτα στο Θεό, τα βρήκε με τον εαυτό του και είναι ως σήμερ απόλυτα ευχαριστημένος για τις επιλογές του. 

 

ΑΪ ΝΙΚΟΛΟΥΪΝ

Η παραγωγή ζάχαρης άρχισε στην Κύπρο πριν αρχίσουν οι Πορτογάλοι να εξερευνούν την Αφρικανική ακτή. Η καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου είχε τη προέλευση της από τους Άραβες κατακτητές το 12ο  αιώνα. Αργότερα οι Ιταλοί έμποροι και οι τοπικοί κυβερνήτες χρησιμοποίησαν σκλάβους και ελεύθερους εργάτες για να παραγάγουν τη ζάχαρη. Οι φυτείες βρίσκονταν συνήθως στις αγροτικές περιοχές της Επισκοπής Λεμεσού, των Κουκλιών, της Αχέλλειας, μέχρι την Χλώρακα, Έμπα και Λέμπα. 

Χρησιμοποιούσαν σκλάβους, κυρίως Αφρικανούς τους οποίους έφερναν από την Κεντρική Αφρική μέσω του λιμανιού της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου και ύστερα στο λιμάνι της Λάρνακας κάποτε και της Πάφου. Τις νεαρές όμορφες γυναίκες τις χρησιμοποιούσαν στα σπίτια τους οι πλούσιοι τσιφλιτσικάδες Ενετοί και Κύπριοι ως δούλες, στην πραγματικότητα ως μετρέσες. Έτσι είχαν ξεκινήσει τα χαρέμια οι Τούρκοι όταν αργότερα κατέλαβαν την Κύπρο, αντιγράφοντας τις συνήθειες των πλούσιων Κυπρίων. Στα Παλιόκαστρα ανάμεσα της Πάφου και της Χλώρακας, όλη η παραλιακή εύφορη πεδιάδα ήταν ιδιοκτησία της Ρήγαινας. 

Μια φορά που ήρθε στην Κύπρο ο Διγενής Ακρίτας κυνηγώντας ένα Σαρακηνό εχθρό, είδε την Ρήγαινα και την αγαπησε. Της ζήτησε να τον παντρευτεί, και κατά πως λέει ο μύθος, η Ρήγαινα θέλοντας να αποφύγει την παντρειά μαζί του, του έβαλε όρο να έκτιζε ένα μεγάλο αυλάκι που θα έφερνε νερό από τα λουτρά του Άδωνη στα Παλιόκαστρα, πιστεύοντας πως δεν θα τα κατάφερνε. 

Ο Διγενής δέχτηκε, και ζήτησε από τη Ρήγαινα να του δώσει εργάτες για να κτίσει το αυλάκι.

Στο λιμάνι της Πάφου ήταν αγκυροβολημένο ένα πλοίο γεμάτο σκλάβους, ιδιοκτησία ενός Αιγύπτιου Άραβα που τους έφερε να τους πουλήσει στους τσιφλικάδες της Γεροσκήπου. Η Ρήγαινα του έστειλε μαντατοφόρο και τον κάλεσε. Του πρόσφερε όλη την παραλιακή γη στην περιοχή των Ροαφινών της Χλώρακας που έφτανε ως το σημερινό εκκλησάκι του Αϊ Νικόλα και ανήρχετο σε έκταση 500 σκαλών, αν δεχόταν να δώσει τους σκλάβους στο Διγενή. 

Ο Άραβας δέχτηκε να τους δώσει να δουλέψουν ώσπου να τελειώσει το αυλάκι και ύστερα σάλπαρε για την Αίγυπτο όπου φόρτωσε τα υπάρχοντα του στο πλοίο και με την οικογένεια επέστρεψε πίσω και εγκαταστάθηκε στην Χλώρακα. 

Έστησε το σπιτικό του σ ένα ψήλωμα για να μπορεί να επιβλέπει την περιουσία του, έβαλε σκλάβους και έσκαψαν τεράστια λαγούμια στην περιοχή του Αϊ Νικόλα και δεν τους άφησε να σταματήσουν, παρά μόνο όταν έσκαψαν πολλά μίλια μέσα στη γη, ώσπου βρήκαν νερό αστείρευτο. 

Εγινε ένας πλούσιος τσιφλικάς, καλλιεργούσε ζαχαροκάλαμο, κάνναβη, είχε στρατιές προβάτων και σκλάβων βοσκών που τα πρόσεχαν, είχε και μικρές νέγρες υπηρέτριες να τον περιποιούνται και να τον ευχαριστούν. 

Πέρασαν πολλά χρόνια, κάπου στα μέσα του 12ου αιώνα, ένας από τους απογόνους του, ο νέος αφέντης, είχε στο υπηρετικό του προσωπικό μια νέγρα παιδούλα δούλα, που της είχε μεγάλη αδυναμία, πολλή αγάπη, και δίχα της δεν μπόραγε. Της μικρής δούλας της άρεσε να πηγαίνει σεργιάνι στις ακτές της θάλασσας να μαζεύει κρίνα του γιαλού και αγριοματσικόριδα. Ήταν οι ακρογιαλιές έρημες, δεν είχε κόσμο, έτσι τα καλοκαίρια μες την πολλή τη ζέστη, καμιά φορά η παιδούλα έβγαζε τα ρούχα της και βουτούσε στα καταγάλανα νερά της θάλασσας στον κόλπο των Ροαφινιών. Μια μέρα που κολυμπούσε γυμνή, είδε τα κάλλη της ένας έμπορος σκλάβων που είχε αράξει το μικρό του καΐκι στον διπλανό κολπίσκο, στο Δήμμα, και σκέφτηκε ότι ήταν πολύ όμορφη, και θα μπορούσε να την πουλήσει πολύ ακριβά. Την έκλεψε, την αλυσόδεσε, και την έριξε στο αμπάρι, και σάλπαρε για το νότο, και χάθηκε μεσα στο πούσι και τη νοτιά… 

Όταν η ώρα πέρασε χωρίς η δούλα να επιστρέψει στο κονάκι της, ο αφέντης της γεμάτος ανυσηχία μήπως έπαθε κάτι, έστειλε τους μισταρκούς με δάδες μέσα στην νύχτα να την βρούν. Τους διέταξε να μην επιστρέψουν αν δεν την βρούν, και αυτός περίμενε γεμάτος αγωνία, όλο το βράδυ, ως το πρωί. 

Η ωρα πέρναγε, είδηση δεν έφτανε καμία, φόβοι τον έζωναν για το χειρότερο. Με το ξημέρωμα έβγαλε φιρμάνι που ο τελάλης το φώναξε σε όλα τα γυρω χωριά και έδιδε μεγάλη αμοιβή σε όποιον έφερνε μαντάτα. 

Κατά το μεσημέρι άρχισαν να καταφθάνουν σκόρπιες πληροφορίες, έμαθαν από βοσκούς της περιοχής ότι ένας έμπορος σκλάβων πέρασε από τα μέρη. 

Ο πλούσιος αφέντης ήταν σίγουρος πλέον ότι έχασε την αγαπημένη του δούλα, μαράζωσε πολύ, και όλοι δεν πίστευαν την τόση αγάπη του για μια σκλάβα. Είναι όμως ο έρωτας μεγάλο πράγμα, και όποιος πέσει σ αυτόν, γνωρίζει βάσανα πολλά. Έτσι και ο ερωτευμένος νέος αφέντης έπεσε σε μεγάλο μαράζι, δεν έτρωγε, οι μέρες περνούσαν, είχε σαλέψει το λογικό του, και κάθε μέρα, όλη μέρα, στεκόταν στην άκρη του γκρεμού, και αγνάντευε τα βάθη του ορίζοντα της θάλασσας μήπως δει την καλή του να επιστρέφει, και έκλαιε μέσα του απαρηγόρητα και ήταν ο πόνος του τόσο μεγάλος, που οι κάτοικοι στην γύρω περιοχή, πίστεψαν ότι τρελάθηκε, και όλοι τον συνερίστηκαν γιατι ήταν ενας ευσπλαχνικός, δίκαιος και καλός άνθρωπος…

Ήταν ένας καλόγερος Χριστιανός που ασκήτευε σε μια σπηλιά μέσα σ ένα βουνό λίγο πιο πάνω από την Χλώρακα προς τη μεριά της Τάλας,  μια νύχτα ήρθε στον ύπνο του ο Άγιος Νικόλαος ο προστάτης της θάλασσας, και του φανέρωσε ότι άν ο πλούσιος μικρός αφέντης που ήταν Μουσουλμάνος έκανε γιορτή και δέηση στο Χριστό, η θάλασσα θα του έφερνε πίσω τη δούλα. Έτσι πρωί με το πουρνό, κατηφ’οτησε και πήγε ο καλόγερος στον μικρό αφέντη και του ορμήνεψε τι να κάμει. Δεν δέχτηκε ο αφέντης, αρνήθηκε να κάνει δέηση Χριστιανική αφού ήταν πιστός θρησκευόμενος Μουσουλμάνος. 

Την επόμενη ο καλόγερος ξανα είδε το ίδιο όνειρο, και ξανά την μεθεπόμενη. Ξανακατέβηκε τη ράχη του βουνού, πάει τον ξανα βρίσκει, και του εξηγά ότι είναι το θέλημα του Θεού, έπρεπε να υπακούσει… 

Υπάκουσε το λοιπόν ο αφέντης, έκαμε δέηση και γιορτή, και ύστερα έκατσε αντάμα με τον ερημίτη στην άκρια του γκρεμού και έβλεπαν κατά τον νότο, εκεί που τέλειωνε η θάλασσα , ελπίζοντας να γίνει το θαύμα. 

Πέρασε κάμποση ώρα, ήρθε το απόγιομα, πρόσεξαν τον ουρανό στο νότο να νοτιάζει, να μαζεύει πούσι και να σκοτεινιάζει. Είδαν τη θάλασσα να φουσκώνει και να τρικυμίζει, και εκστασιασμένοι κοίταζαν και ανέμεναν το θαύμα του Θεού. 

Όταν ο ορίζοντας καθάρισε, είδαν μέσα στους αφρούς των φοβερών κυμάτων που έσκαγαν πάνω στις ξέρες του Φερφουρή λίγο πιο πέρα από τον κόλπο των Ροαφινιών, το καΐκι του Άραβα πειρατή σφηνωμένο πάνω στις ξέρες. Η μεγάλη τρικυμία το έστρεψε πισω, και τα μεγάλα κύματα το παρέσυραν και το έριξαν στις ξέρες του Φερφουρή. 

Είχε κάμει το θαύμα του ο Άγιος Νικόλαος, έριξε το σκάφος του εμπόρου των σκλάβων έξω στη στεριά. 

Μονομιάς πήγαν οι άνθρωποι του αφέντη, ανέβηκαν στο καΐκι και συνέλαβαν τους πειρατές και ελευθέρωσαν την κόρη.

Ευχαριστημένος ο μικρός αφέντης, ασπάστηκε το δικό μας Θεό, βαφτίστηκε Χριστιανός, και έκτισε ένα μικρό ξωκλήσι προς τιμήν του Αϊ Νικόλα πανω στο ύψωμα, εκεί που στάθηκαν και αγνάντεψαν τον ορίζοντα της θάλασσας ώσπου εγινε το θαύμα.

 

 

Η γιορτή του Άη Νικόλα

Κάθε  6 Δεκεμβρίου γιορτάζουμε τον  Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο της γης και του πελάγου, που φέρνει βροχές στα βουνά και φουρτούνες στα πελάγη, διότι ο Άγιος Νικόλας πέρα από άρχοντας της θάλασσας, είναι και του χειμώνα. Γι αυτό, συνήθως  τη μέρα της μεγάλης γιορτής του, φέρνει βροχές στη Χλώρακα, φέρνει το Χειμωνα.

Ο Άγιος Νικόλαος είναι κύριος των ανέμων και της τρικυμίας. Γι' αυτό πολλές είναι οι προσφορές, οι λιτανείες, και οι παρακλήσεις των ναυτικών μας σ' αυτόν. Η εικόνα του δε λείπει από κανένα ελληνικό πλοίο, μεγάλο ή μικρό. Από τα κόλλυβα που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα του αγίου Νικολάου, παίρνουν μαζι τους πολλοί  θαλασσινοί όταν ταξιδεύουν. Αν τους πιάσει τρικυμία τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: Άι-Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου! Και αμέσως παύει η τρικυμία.

Πιστεύουν και ότι άμα ρίξουν στη θάλασσα από τα κόλλυβα του αγίου Νικολάου και βυθίσουν στη θάλασσα και την εικόνα του, αμέσως θα πνεύσει ο άνεμος, που έχουν κατά νου. 

Για τους Έλληνες ο Άγιος Νικόλας δεν είναι μόνο ο ονομαστός μητροπολίτης των Μύρων της Μ. Ασίας, αλλά και κάποιος που ασκούσε το επάγγελμα του θαλασσινού. Ως καραβοκύρη παριστάνουν τον άγιο και οι αγιογράφοι. Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα απ' την άρμη, τα γένεια του στάζουν θάλασσα, το μέτωπό του είναι ιδρωμένο απ'την προσπάθεια να προφτάσει παντού, να βοηθήσει τα καράβια που θαλασσοπνίγονται. Πάρα πολλές είναι οι διηγήσεις για τα θαύματά του. 

Σώζονται ορισμένες παραδώσεις που δεικνύουν την ξεχωριστή θέση που κατείχε ο άγιος τούτος στην ψυχή του λαού μας. 

 

Μια ιστορία λέει ότι στο αρχαίο παρεκκλήσι του Αϊ Νικόλα στη Χλώρακα που στέκει στην άκρη ενός γκρεμμού, οι κάτοικοι έκτιζαν τοίχο για να προστατεύονται τα παιδιά τους όταν πήγαιναν να λειτουργηθούν. Αλλά όπως το γιοφύρι της Άρτας, έτσι και τούτο, το βράδυ χαλούσε. Οι κάτοικοι σε μια πεισματική συμπεριφορά τους, ολημερίς το έκτιζαν, αλλά το βράδυ γκρεμιζόταν. Ώσπου στο τέλος κατάλαβαν ότι το χαλούσε ο Άγιος γιατί ήθελε να έχει θέα ολόκληρη τη θάλασσα. Από εκείνο τον καιρό, αντί για τοίχο, τοποθέτησαν κάγκελα, και τώρα ο Άγιος έχει απρόσκοπτη θέα, ταυτόχρονα τα παιδιά οταν παίζουν στην αυλή του προστατεύονται να μην πέφτουν στο γκρεμμό. 

 

Ο Κυριάκος Μαυρονικόλας είναι 84 χρονών και ισχυρίζεται ότι θυμάται από μικρό παιδί πάνω στη στέγη του Αϊ Νικόλα είναι βλαστημένο ένα άγριο σκόρδο που συνεχίζει να βλαστά κάθε χρόνο αυτό μόνο του στην άκρια μέσα σε μια σχισμή πέτρας, λέγοντας ότι χαρίζει στους προσκηνιτές του ξωκκλησιού υγεία, ευτυχία, ειρήνη, καλή τύχη, και πλούσια ελέη.

Ο Κυριάκος Μαυρονικόλας λεει ότι τον καιρό του αγώνα με τους Εγγλέζους, πριν συλληυθεί από τους αποικιοκράτες το πλοίο που έφερνε τα όπλα στη Χλώρακα για την προετοιμασία του αγώνος της ΕΟΚΑ, ρώτησε τον καπετάνιο Ευάγγελο Κουταλιανό πως εύρισκε με τόση μεγάλη ευκολία κάθε φορά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι τον όρμο οπού ξεφόρτωνε τα όπλα. Και αυτός του απάντησε ότι 

-εκεί ψηλά πάνω στο γκρεμμό της Χλώρακας έχει ένα εκκλησάκι που ανάβει ολονυχτίς ένα καντήλι. Με οδηγό τούτο το φως, βάζω ρότα και βρίσκω τον όρμο ανάμεσα στα επικίνδυνα βράχια. 

Περίεργος ο Κυριάκος Μαυρονικόλας, την επόμενη νύχτα, πήγε στον Άϊ Νικόλα να δει από πού έβγαινε το φως αφού οι πόρτες του ναού τις νύχτες ήταν κλειστές. Και πράγματι είδε το φως του καντηλιού να βγαίνει από την τρύπα που σχηματιζόταν από ένα ζάρι σε ένα βολίκι του ταβανιού που προεξείχε από τον τοίχο. 


Η επόμενη ιστορία λέει ότι πάνω στη ράχη της βουνοπλαγιάς στη νότια μεριά του χωριού, ήταν μια σπηλιά που ονομάζετουν η Σπηλιά του λεονταριού, γιατί σε αυτή κατοικούσε τον παλαιόν καιρό ένα φοβερό λεοντάρι που έφερνε μεγάλη καταστροφή γύρω. Απ'αυτό εμποδίζονταν οι χριστιανοί να πηγαίνουν στην εκκλησιά του αγίου Νικολάου, που ήταν εκεί κοντά. Και η εκκλησιά έμενε έρημη και αλειτούργητη πολλά χρόνια.

Όταν μια φορά, την παραμονή του αγιού Νικολάου, εφάνη ο άγιος σε πολλούς χωριάτες στον ύπνο τους και τους είπε να πάνε το πρωί άφοβα στην εκκλησιά. Και πραγματικώς επήγαν. Το λεοντάρι, όταν μαζεύτηκαν στην εκκλησιά, όρμησε κατά πάνω τους να τους φάγει. Αλλά μόλις έφτασε μπροστά στην εκκλησιά, βγήκε από μέσα ο άγιος και το χτύπησε δυνατά και το μαρμάρωσε.

 

Η προειδοποίηση

Ήταν περίπου λίγο ύστερα από τα μεσάνυχτα και οδηγούσε το αυτοκίνητο του επιστρέφοντας από τη δουλειά. Έξω από την πόλη του Κτημάτου βλέπει κάποιον να του κάνει οτοστόπ, σταματά, ανοίγει την πόρτα ένας γέρος και μπαίνει μέσα. 

Του ζήτησε να τον πάρει ως παρακάτω, και του είπε ότι είναι καλός άνθρωπος, γιατί ήταν ο μόνος που σταμάτησε να τον μεταφέρει. Για να τον ευχαριστήσει του έδωσε δυό μικρές μαύρες πέτρες και του είπε να τις κλείσει στο χέρι και ύστερα να το ανοίξει. Όταν ο οδηγός άνοιξε το χέρι, οι μαύρες πέτρες είχαν γίνει άσπρες, και ο γέρος του είπε να προσέχει από δυο κακά που θα τον βρουν. Σκέφτηκε ότι θα ήταν κάποιο τρικ, δεν έδωσε σημασία.  

Κοντά στο ξωκκλήσι του Άη Νικόλα ο άγνωστος του έγνεψε να σταματήσει, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και περπατητός χάθηκε στο σκοτάδι.

Προχωρώντας προς το σπίτι του ο οδηγός, σκέφτηκε ότι η κατεύθυνση που πήρε ο άγνωστος γέρος ήταν προς τη μεριά του νεκροταφείου, και από εκείνη τη μεριά δεν υπήρχαν σπίτια, αλλά ήταν μια άγρια και δύσβατη περιοχή. Σκέφτηκε μήπως είχε αρτηριοσκλήρωση και στενοχωρήθηκε μήπως χαθεί. Ένιωθε ανήσυχος όλη νύχτα, δεν μπόρεσε  να κλείσει μάτι, μόλις χάραξε το φως μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε να ψάξει να τον βρει. Έψαξε κάμποσο, χωρίς αποτέλεσμα. Κατέβητε στο νεκροταφείο να κοιτάξει και εκεί, οπότε σε έναν τάφο πάνω σε ένα σταυρό, βλέπει την φωτογραφία του γέρου που συνάντησε τα μεσάνυχτα. Ήταν σίγουρα ο ίδιος, διότι είχε σχήμα και χαρακτηριστικά το πρόσωπο του που ξεχώριζαν.

Σκέφτηκε ότι ήταν προειδοποίηση από τον Άη Νικόλα που ήταν εκεί το ξωκλήσι του, οπότε αποφάσισε να προσέχει για τα δυο κακά που  του είπε ο γέρος. 

Την επόμενη μέρα έκανε ασφάλεια για το σπίτι του και ακόμα άρχισε να κάνει προληπτικούς ελέγχους για την υγεία, ενώ ήταν προσεκτικός με τη δουλειά του.

Ύστερα από λίγο καιρό, πυρκαγιά ξέσπασε σε γειτονικό οικόπεδο, επεκτάθηκε και το σπίτι του κάηκε ολοσχερώς. Φάνηκε τυχερός, αποζημιώθηκε από την ασφάλεια. 

Ύστερα από κάμποσο καιρό, σε ένα προληπτικό έλεγχο υγείας ο γιατρός βρήκε πανω του κακοήθη καρκίνο, ήταν όμως στα πρώτα στάδια, με εγχείρηση έγινε καλά. 

 

Το σταμνί με το νερό 

Ύστερα από το πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών στη Κύπρο, ακολούθησε  στις 20 Ιουλίου 1974 η τουρκική εισβολή η οποία προκάλεσε μεγάλες καταστροφές. Ήταν χιλιάδες οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και δεκάδες χιλιάδες οι Έλληνες Κύπριοι που έγιναν πρόσφυγες στον ίδιο τον τόπο τους. Η Πάφος βομβαρδίστηκε κατά τη διάρκεια της εισβολής από τα τουρκικά αεροπλάνα αδιακρίτως. Έγιναν μάχες σε πολλές περιοχές της Πάφου ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους. Οι κάτοικοι έντρομοι από τους φοβερούς βομβαρδισμούς των αεροπλάνων κλείδωναν τα σπίτια τους και κατέφευγαν στις γυρω περιοχές σε φυσικές κρυψώνες για να προφυλαχτούν. Ο στρατός όρισε περιπολίες σε όλα τα χωριά ώστε να φυλάσσονται τα άδεια σπίτια από λεηλασίες.

Εκείνες τις μέρες ένας δάσκαλος έφεδρος στρατιώτης από τη Χλώρακα ο Κώστας, υπηρετούσε στο στρατό. Ένα σκοτεινό βράδυ είχε περιπολία με σύντροφο έναν άλλο χωριανό του τον Κακή, στο χωριό Κονιά. Ήταν μια μαύρη νύχτα με πηχτό σκοτάδι, στεγνό, θαρρείς ξεραμένο χωρίς αέρα. Ο στρατός κοιμόταν στα τσαντίρια κάτω στο κάμπο με το κόκκινο χώμα, στα χωράφια του κάνω Κτημάτου. Οι δυο σύντροφοι στην ολονύχτια βάρδια τους ήταν ποσταμένοι και αποκαμωμένοι απο το αδιάκοπο ξαγρύπνισμα. Από το πολύ περπάτημα και απο την κούραση εκείνο το βράδυ έσερναν τα πόδια τους και η δίψα τους στέγνωνε τα χείλη. Ο Κακής ήταν σκληρός, ήταν εργάτης στις οικοδομές, βάσταναν οι αντοχές του. Ο Κώστας ήταν δάσκαλος, ήταν καλομαθημένος, τα πόδια του δεν τον έσωναν και η μεγαλη δίψα τον σκότωνε, δεν άντεχε άλλο. Η μιλιά του δεν έβγαινε, είχε πισσώσει στο στόμα του. Ήταν ένα απάνθρωπο πράμα νάναι ολότελα διψασμένος και όμως να περπατά ολάκερες ώρες φορτωμένος με ντουφέκι και σφαίρες και ένα ασήκωτο γομάρι το γυλιό του  στην πονεμένη του ράχη. Και το παγούρι ήταν άδειο. Τα άρβυλλα τού έκοβαν τα πόδια που είχαν πρηστεί, δεν άντεχε άλλο. Όλη μέρα βάρδια στο στρατόπεδο να προσέχουν τους αιχμαλώτους, όλη νύχτα βάρδια να προσέχουν τα άδεια σπίτια στο χωριό. Και το νερό είχε τελειώσει. Έψαξαν σε όλο το χωριό, ήταν παντού κλειδωμένα, έψαξαν όλες τις βρύσες, ήταν όλες στερεμένες. Ο σύντροφος του τού έδινε θάρρος, αλλά αυτός δεν άντεχε. Ήθελε να ξαπλώσει στο χώμα και να παραδοθεί στη κούραση του και στη μεγαλη του δίψα. Να κλείσει τα μάτια κι ας πέθαινε, δεν τον ένοιαζε, ήθελε μόνο να γλυτώσει από το μαρτύριο της δίψας. 

Το μυαλό του πάγωσε, δεν βοηθούσε στη σκέψη, έτσι ευκολότερα πήρε την αποφαση του, ήταν μια σκέψη που του άρεσε, ήταν μια σκέψη να πέσει να ξαπλώσει, να γύρει και να κοιμηθεί, κι ας μην ξημέρωνε ποτέ, ας του φεύγε η ψυχή, δεν τον ένοιαζε, ήθελε μονο να ξεκουραστεί. Έπεσε στα γόνατα, ακούμπησε το χέρι στο χώμα και σιγομουρμουρίζοντας λόγια που δεν έβγαιναν από τα χείλη του, αποχαιρέτησε τον φίλο του. Έπεσε χάμω ξάπλωσε, θυμάται έγειρε το κεφάλι του σε μια πέτρα για μαξιλάρι. Έμεινε ακίνητος μη ακούοντας τις παραινέσεις του φίλου του να σηκωθεί να προχωρήσουν. Μισοαναίσθητος  και με τις αισθήσεις του να υπολειτουργούν, μόλις που πρόλαβε να κάμει μια προσευχή στον Άγιο Νικόλα τον γείτονα του που είχε το εκκλησάκι του κοντά στο σπίτι του, τον παρακάλεσε να κάμει ένα θαύμα, να του στείλει ένα σταμνί γεμάτο δροσερό νερό και αυτός θα του άναβε μια λαμπάδα ίσαμε το μπόι του..., και έχασε τις αισθήσεις του.

Ύστερα από λίγη ώρα ένιωσε να συνέρχεται, ήταν απο μια  δροσιά που ένιωθε στο σβέρκο του, νόμισε ήταν η δροσιά της πέτρας που είχε για μαξιλάρι. Άκουσε τον φίλο του δίπλα να ρωτά πως αισθάνεται, και του άπλωσε το χέρι. Ακούμπησε στην πέτρα που καθόταν και την ένιωσε ζεστή. Μέσα στην αποχαύνωση του κατάλαβε ότι δεν γίνεται η μια πέτρα να είναι ζεστή και η άλλη δροσερή. Έμεινε για λίγο σκεφτικός, και ύστερα πασπάτεψε την πέτρα. Την ακούμπησε και την ένιωσε να είναι στρογγυλεμένη και υγρή. Σε απειροελάχιστα του δευτερολέπτου ο νους του στράφηκε στην προσευχή που έκαμε στον Αι Νικόλα, και μια χαρά τον πλημμύρισε, ήξερε ότι εγινε το θαύμα. Πασπάτεψε ξαλά, δεν ήταν πέτρα, ήταν ένα σταμνί γεμάτο νερό. 

 

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Οι άνθρωποι εχουν την ανάγκη να διηγούνται περιστατικά της ζωής τους που  εχουν βιώσει, ειδικά όταν αυτά εμπεριέχουν ανεξήγητες καταστάσεις, και ακόμα πιο πολύ όταν μοιάζουν με θαύματα, πόσο μάλλον, όταν πιστεύουν ότι είναι πραγματικά θαύματα. 

Μια ιστορία θα σας διηγηθώ, που την άκουσα να την λέει πολλές φορές ο Νικόλας Τσαγγαρίδης, σημάδι ότι πιστεύει απολύτως ότι εσυνέβη πραγματικά, και δεν ήταν στο όνειρο ή στην φαντασία του. 

Ήταν μέσα στην κάμαρη μόνος και ξάπλωνε στο κρεβάτι. Ήταν νωρίς το απόγευμα γύρω στις 5, μέσα στο καταχείμωνο. Έξω ήταν κακοκαιρία και φυσούσε  δυνατός αέρας με αποτέλεσμα σε κάποια στιγμή να ανοίξουν τα ξώφυλλα του παραθυριού. Τα άκουσε να χτυπούν, και ως να ξύπνησε, δεν ήταν σίγουρος γι αυτό, είδε μια σκιά μέσα στην κάμαρη. Χωρίς να δώκει σημασία πιστεύοντας ότι ήταν η γυναίκα του που συνήθως ερχόταν να τον σκεπάσει, άλλαξε πλευρά, γύρισε ανάσκελα... Οπότε ύστερα απο λίγο, ένιωσε μια δυσφορία στην αναπνοή, και  ένα βάρος στο στήθος που όλο μεγάλωνε. Άνοιξε τα μάτια, και είδε μια σκιά πάνω στο στήθος του να του πιέζει τα στήθεια δυσκολεύοντας του την αναπνοή.

 Τρομοκρατημένος χωρίς να μπορεί να αντιδράσει από το σάστισμα του φόβου, το μόνο που έκαμε ασυνείδητα, άρχισε να λέει, 

–Θεέ μου, Θεέ μου. 

Οι άνθρωποι συνήθως το Θεό τον θυμούνται στα δύσκολα, έτσι και ο Νικόλας Τσαγγαρίδης στη μεγάλη του αγωνία προσευχήθηκε για βοήθεια. 

Και πράγματι ο Θεός άκουσε την παράκληση του, γιατί αμέσως είδε τη σκιά να παλεύει και να αντιστέκεται, σάν κάποιος να την τραβούσε να τη σηκώσει από πάνω του. Η πάλη κράτησε λιγες στιγμές που του φάνηκαν ατέλειωτες, ώσπου η σκιά νικημένη έφυγε από πανω του. 

Ξύπνησε και ήταν καλά, αλλά η αναστάτωση και ο φόβος που πήρε έκαναν την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, ενώ κρύος ιδρώτας είχε λούσει το κορμί του. 

Πέρασαν οι μέρες, το είχε συνήθειο, του άρεσε τα απογεύματα της κάθε μέρας να ησυχάζει στην κάμαρη του ξαπλούμενος στο κρεβάτι βλέποντας τηλεόραση ώσπου να αποκοιμηθεί. Ήταν ακριβώς ύστερα από ένα μήνα, ήταν Άνοιξη, συνέβη ακριβώς το ίδιο όπως και πριν, μόνο που αυτή τη φορά η σκιά έφυγε μέσα σε βουητό, που αργότερα κατάλαβε ότι ήταν βουητό στα αυτιά του από την προσπάθεια να αναπνεύσει, γιατί ένιωθε τα πνευμόνια του έτοιμα να σπάσουν δίχα αναπνοή και αέρα. Ανήσυχος και γεμάτος φόβο πλέον, άρχισε να πιστεύει ότι η σκιά ήταν ο χάροντας που τον επισκεπτόταν να τον πάρει, αλλά ίσως ο φύλακας Άγιος του τον φύλαγε. 

Τον κυρίευσε μεγάλος φόβος και άρχισε να βλέπει εφιάλτες. Πολλές φορές δυσκολευόταν στην αναπνοή, και όσο περνούσε ο καιρός, η κατάσταση χειροτέρευε. Τον πήγαν στους γιατρούς, δεν έβρισκαν τίποτα, του έλεγαν ήταν μια ιδέα του. Πέρασαν κάμποσες μέρες ακόμα, δεν ξαναείδε τη σκιά στον ύπνο του, όμως όλο και ταχτικότερα, στον ύπνο του και στον ξύπνιο του τώρα, δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Ένιωθε να ρουφά τον αέρα, χωρίς όμως να τον αρκεί, χωρίς τα πνευμόνια του να γεμίζουν οξυγόνο. 

Είχε κόρες νοσοκόμες, τον πήραν σε όλους τους γιατρούς, το πρόβλημα συνεχιζόταν και επιδεινωνόταν. Ο φόβος τον έζωσε για τα καλά, πίστεψε ότι του τέλειωσε η ζωή. Στράφηκε στο Θεό για να βρεί 

αντοχή, παρηγοριά κουράγιο και δύναμη. 

Ήταν μια μέρα στο νοσοκομείο της πόλης της Λάρνακας, εκεί υπηρετούσε η νοσοκόμα κόρη του, και ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι αποκαμωμένος από τις προσπάθειες για αναπνοή, ενώ τα οξυγόνα στη μύτη πολύ λίγο τον βοηθούσαν. 

Η γυναίκα του η Μαρούλλα καθόταν στην καρέκλα και του κρατούσε το χέρι, και του μιλούσε χαμηλόφωνα με ηρεμία στη φωνή και τούλεγε λόγια καθησυχαστικά,  ενθαρρυντικά προσπαθώντας να του δώσει ελπίδα. Είχε μια ευχέρεια στο λόγο και μια ευφράδεια στα λόγια που εύκολα έπειθε και καθησύχαζε. Εκείνη τη μέρα καθισμένη στο προσκεφάλι του άνδρα της, του τούλεγε για τον Αϊ Γιώργη τον Τροπαιοφόρο που ανήμερα γιόρταζε. Ο Νικόλας όπως που να άκουγε τον ίδιο τον Άγιο που είχε φήμη για την πειθώ των λόγων του να του μιλά. Και ανάμεσα στον ξύπνιο και στον ύπνο, τον είδε να έρχεται ντυμένος μέσα σε γαλάζια φορεσιά και να τον παίρνει από το χέρι. Τον οδήγησε από ένα δρόμο πλατύ και ίσιο σε μια μακρινή θεόρατη πύλη που από μέσα φαινόταν άπλετο γαλάζιο φως, και στην άκρια της μια ακαθόριστη ανθρώπινη φιγούρα ντυμένη στα γαλάζια να στέκει σαν φύλακας και να παρατηρεί. Όταν κόντεψαν, ήταν σίγουρος πλέον ότι πήγε στην άλλη τη ζωή. Φτάνοντας στην μεγάλη πύλη, ο γαλάζιος φύλακας τους σταμάτησε και τον άκουσε να του λέει να γυρίσει πίσω γιατί δεν ήρθε ακόμα η ώρα του... 

Αμέσως ένιωσε μέσα ανακούφιση και ευχαρίστηση, και ευτυχισμένος με τον Αϊ Γιώργη πήραν τον δρόμο για το γυρισμό. Ένιωθε τον καθαρό αέρα να μπαίνει ελεύθερα και άπλετα εντός του και τα στήθη του γεμάτα οξυγόνο, ένιωθε δυνατός, γεμάτος υγεία και πανάξιος δίπλα στον Άγιο, και φώναζε χαρούμενος στην Μαρούλα να γυρίσει να τον δεί που δίπλα με τον Άη Γιώργη. 

Πλημμυρισμένος από ευτυχία με τον Άη Γιώργη να τον οδηγεί, ένιωθε την αύρα και την δύναμη του να μεταδίδονται και σε αυτόν, είχε γίνει το θαύμα, κατάλαβε ότι ήταν καλά και το βάσανο του είχε τελειώσει. 

Και ξαφνικά ξύπνησε και άκουσε την Μαρούλα να τον ρωτά γιατί χαμογελά… 

Έγινε καλά, δεν ξαναρώστησε, από εκείνη την μέρα, κάθε 23 του Απρίλη πάνε με τη γυναίκα του στην εκκλησιά του Αϊ Γιώργη της Χλώρακας, πλερώνει τον παπά και κάνει γιορτή, προσεύχεται, και ύστερα με όποιον συνομιλά, του εξιστορεί το μέγα θαύμα που συνέβη σε αυτόν.

 

Ύστερα από 37 χρόνια 

Οι Τούρκοι από πολλά χρόνια ανέμεναν την ευκαιρία που τους δόθηκε από τους ίδιους του Ελληνοκύπριους και την άρπαξαν και υλοποίησαν τα σχέδια τους. Με βομβαρδισμούς σε ολόκληρη την Κύπρο αλλά κυρίως στη περιοχή της Κερύνειας στο σημείο "Πέντε Μίλι" κοντά στο χωριό Άγιος Γεώργιος, έγινε επίθεση και απόβαση του Τούρκικου στρατού και παρά την ηρωική αντίσταση ολίγων εθνοφρουρών οι ορδές του Αττίλα κατάφεραν να αποβιβάσουν αρκετά στρατεύματα στην παραλία. 

Ήταν ο πόλεμος άγριος, ο Τουρκικός στόλος επιτέθηκε στο λιμάνι της Κερύνειας και όπου βρίσκονταν ελληνοκυπριακές δυνάμεις. Αλεξιπτωτιστές ρίχτηκαν σε περιοχές τουρκοκυπριακές. Στις επιθέσεις αυτές, η αντίδραση των Κυπριακών και ελληνικών δυνάμεων ήταν χαλαρή και ανοργάνωτη. Ήταν τόση η προδοσία και η αποδιοργάνωση στις τάξεις των Ελληνικών Κυπριακών δυνάμεων λόγω του πραξικοπήματος, που το ΡΙΚ μετέδιδε πρωινή γυμναστική και εκκλησιαστικούς ύμνους αντί να καλεί σε επιστράτευση. 

Μέσα σ αυτή την αναμπουμπουλα έστω, οι Τούρκοι ήταν πολύ δειλοί και είχαν πολλούς νεκρούς. Εγώ με τέσσερις συντρόφους μου σκεφτήκαμε, μπήκαμε σε μια βάρκα να πάμε στο επόμενο πολυβολείο για να βάλουμε από κοντινότερη απόσταση ενάντια στον εχθρό που αποβιβαζόταν. Με την μηχανή στο φουλ για να φτάσουμε πριν μας εντοπίσει κάποιο αεροπλάνο, κοντέψαμε στο πολυβολείο και είδαμε στρατιώτες ντυμένους όπως εμείς να σηκώνουν τα χέρια και να μας χαιρετούν και να μας γνέφουν. Σίγουροι εμείς ότι ήσαν δικοί μας, συνεχίσαμε να πλέουμε για εκεί. Ήταν όμως δυστυχώς Τούρκοι που είχαν καταλάβει το πολυβολείο και που μας ξεγέλασαν. Όταν κοντέψαμε άρχισαν να μας πυροβολούν, εγώ ήμουν στο τιμόνι, έκλωσα τη βάρκα και την έριξα στην ακτή λίγο παραπέρα ανάμεσα σε μεγάλα βράχια. Έσπασε και βούλιαξε, όλοι οι σύντροφοι μου ήταν σκοτωμένοι. Τους είχαν κομματιάσει οι σφαίρες τα κεφάλια, ήταν ένα θέαμα φρικτό, θα το θυμάμαι όσο ζω. 

Καταπονημένος εγώ από τη σύγκρουση πετάχτηκα από τη βάρκα που βούλιαζε και έτρεξα να σωθώ από τους Τούρκους που με αλαλαγμούς έτρεχαν κατά πάνω μου. Δεν βρήκα όπλο να πάρω, είχαν όλα πέσει στη θάλασσα από τη σύγκρουση, έτσι άοπλος έτρεχα να φύγω, ενώ άκουγα πυροβολισμούς και ένιωθα το σφύριγμα από τις σφαίρες γύρω μου. Θυμάμαι έτρεχα για ώρα, είχα χάσει τον προσανατολισμό μου, ώσπου έφτασα σε ένα μέρος με ψηλές κολώνες και τοίχους, ίσως σκέφτηκα εκεί να έβρισκα κρυψώνα. 

Σταμάτησα να ανασάνω και από εκεί κατόπτευσα την περιοχή για να διαπιστώσω ότι δυστυχώς σε όλες τις μεριές υπήρχαν Τούρκοι στρατιώτες. Κατάλαβα ότι δεν είχα ελπίδα, θυμήθηκα τον Άγιο Γεώργιο και άρχισα να τον παρακαλώ να με γλιτώσει.

Πέρασε κάμποση ώρα, δεν είχα που να πάω, ήμουν σίγουρος ότι σε κάποια στιγμή θα εντοπιζόμουν. Οι κακές σκέψεις άρχισαν να φωλιάζουν στο μυαλό μου, η φαντασία μου με το φόβο μου κάλπαζε, τρόμος με κυρίευσε, ήμουν σίγουρος για την κακή τύχη που μου έμελλε. Για τελευταία παρηγοριά είχα τον Άγιο προστάτη μου, προσευχόμουν και μέσα μου έλπιζα σε αυτόν.

Ξάφνου ακούω πίσω μου θόρυβο, γυρίζω βλέπω έναν Τούρκο αξιωματικό να με σημαδεύει με ένα πιστόλι. 

-Ψηλά τα χέρια, μου λέει στα Ελληνικά. Είδα γύρω μου όλα να μοιάζουν σκοτεινά, έφτασε η ώρα μου σκέφτηκα, τελευταία σκέψη μου ήταν αν θα πήγαινα στον Παράδεισο ή στην Κόλαση.

-Μην φοβάσαι, δεν θα σε σκοτώσω, συνέχισε ο Τούρκος και γω ένιωσα ανακούφιση, προς το παρών έστω για λίγο, γλύτωσε η ζωή μου. 

-Προχώρα, μην κατεβάζεις τα χέρια, μου είπε, και μου έδειξε μια κατεύθυνση να προχωρήσω. Περπατούσαμε ώρα πολλή, περάσαμε ανάμεσα από πολλούς Τούρκους Στρατιώτες και ακόμα πηγαίναμε και όλο πηγαίναμε. Με φόβο σκεφτόμουν μήπως με παίρνει να με εκτελέσει σε κάποιο φαράγγι, αφού είχα ακούσει πολλά για την αγριότητα των Τούρκων. Δεν μιλούσε, παρά μόνο με σημάδευε και όλο μου έγνεφε να προχωρώ. Περπατήσαμε πολλή απόσταση, όταν φτάσαμε σε μια έρημη περιοχή που δεν είχε Τούρκους στρατιώτες, μου ξαναλέει στα Ελληνικά, 

-Ως εδώ φτάνει, μπορείς να φύγεις, είσαι ελεύθερος. 

Μου εξήγησε πώς να φύγω για τις ελεύθερες περιοχές χωρίς να ξανασυλληφτώ, και γύρισε φεύγοντας και μένοντας εγώ σαστισμένος για την καλή μου τύχη και για την καλή καρδιά του Τούρκου αξιωματικού. Ούτε που μπόρεσα τον ευχαριστήσω στη σύγχυση μου, το μόνο που αισθάνθηκα ήταν η μεγάλη ανακούφιση που ένιωσα, ίδια με αυτήν ενός που πνίγεται στη θάλασσα και δεν αναπνέει, που είναι σίγουρος για το τέλος της ζωής του, και ύστερα ξαφνικά επιπλέει του νερού και τα πνευμόνια του γεμίζουν αέρα και οξυγόνο.

Από τότε πέρασαν τριάντα εφτά χρόνια και το περιστατικό που μου σημάδεψε για πάντα τη σκέψη, έρχεται συνέχεια στο μυαλό μου. Και ξαφνικά, σήμερα 25 Απριλίου, του Αγίου Γεωργίου, ξύπνησα στις πέντε το πρωί από ένα δυνατό σοκ που ένιωσα. Ήρθε στη σκέψη μου ολοκάθαρη η μορφή ενός παιδικού μου φίλου, ενός Τούρκου νεαρού που μαζί σαν ήμασταν μικρά παιδιά βόσκαμε μαζί τα πρόβατα στα χωριά της Λέμπας και της Χλώρακας. Ήταν μια αποκάλυψη, ήταν ο Τούρκος αξιωματικός ήμουν σίγουρος, που μου χάρισε τη ζωή και με γλύτωσε από τους άλλους Τούρκους. Ήταν ο φίλος μου ο παιδικός, ήταν ο Γιουσούφ. Σοκαρισμένος από το όνειρο μου, ντύθηκα και κίνησα πριν ακόμη πάει ο ιερέας στο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου για να ευχαριστήσω τον Άγιο, εκεί που με τον φίλο μου παιδάκια τότες καθόμασταν στον ίσκιο του για να ξεκουραστούμε.

 

ΤΟ ΞΩΚΛΗΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Το μήνα Ιούνιο του 2011 περατώθηκε το κτίσιμο της ωραιότατης εκκλησίας του  Αγίου Στεφάνου σε αντικατάσταση της παλαιάς που ήταν μικρός και πρόχειρος ναός και ήταν αφιερωμένος στον Πρωτομάρτυρα  σε ένδειξη παραλιρισμού της μαρτυρίας του δια λιθοβολισμού, που πανόμοια δεινά και μαρτύρια υπέφεραν οι Έλληνες Χριστιανοί από τους Τούρκους τον 18ο αιώνα. 

Εκτός από ένα μικρό παρεκκλήσιο που ευρίσκεται στη περιοχή Πάχνας, η Ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Λέμπα που είναι αφιερωμένη στον Πρωτομάρτυρα, είναι  η μοναδική στην Κύπρο. 

Η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου λαμπρός ναός, πέρα από την λατρευτική του σημερινή λειτουργία  που ξανακτίστηκε μεγαλύτερη κατά το δυνατόν ώστε να χωρεί περισσότερους πιστούς, έχει να επιδείξει μια ενδιαφέρουσα ιστορία από την κατασκευή του ως πρόχειρου υποστέγου μέχρι την σημερινή μορφή την μεγαλόπρεπη και πανθαύμαστη. 

Μεταξύ 1850 και 1880, ο μεγάλος τσιφλικάς της περιοχής Σάββας  Νικολαϊδης είχε μεγαλη περιουσία στην περιοχή της Λέμπας και μέσα σ αυτήν υπήρχε ένα υπόστεγο που το χρησιμοποιούσε σαν αποθήκη. Αυτόν το χώρο διάφοροι περαστικοί και ντόπιοι πιστοί το χρησιμοποιούσαν ως λατρευτικό χώρο για να τιμούν τον Άγιο Στέφανο, οπότε αυτός σε μια κρίση πίστεως το έκτισε και το μετέτρεψε σε πρόχειρο εκκλησάκι και το δώρισε στην εκκλησία και στους πιστούς.

Με την πάροδο των χρόνων, ύστερα από την εγκατάλειψη του χωριού από τους Τούρκους και την εγκατάσταση σ αυτό Χριστιανών Ελλήνων, το εκκλησάκι λειτούργησε πλήρως ως εκκλησία των πιστών. Στους σημερινούς καιρούς που ο κόσμος στράφηκε ξανά προς τη θρησκεία θέλοντας ίσως αποκούμπι στους δύσκολους οικονομικούς και πολιτικούς καιρούς που διερχόμεθα, δεν χωρούσε το μικρό εκκλησάκι όλους τους πιστούς, οπότε μερικοί προοδευτικοί άνθρωποι κάτοικοι της Λέμπας πρόσφυγες που έτυχε να είναι επίτροποι τους καιρούς που χρειάστηκε να μεγαλώσει η εκκλησία, δεν δίστασαν να προβούν στο μεγάλο εγχείρημα, να ξανακτίσουν εκ βάθρων, και να θεμελιώσουν την μεγαλύτερη σε μέγεθος εκκλησία στην σημερινή της μορφή. Πρόκειται για τους Παπαχαράλαμπο Παπαντωνίου (Παπάχαμπης) από τη Χλώρακα, Ανδρέα Λ. Καμπανέλα, Λοϊζο Λοϊζου, Μωϋση Σεραφείμ αμφότεροι από το Πατρίκι Αμμοχώστου, Νεκτάριο Σιδηρόπουλο από την Ελλάδα και τον Βαρνάβα Α. Βαρνάβα από τα Κάτω Βαρώσια. Με πενιχρά οικονομικά μέσα σε δύσκολους οικονομικούς καιρούς, η σημερινή εκκλησιαστική επιτροπή με τους Παπασταύρο Λεωνίδα, Λοϊζο Λοϊζου, Μωυσή Σεραφείμ, Νίκο και Κούλλα Όψιμου και Νεόφυτο Χαραλάμπους, κατάφεραν να μαζέψουν μεγάλο μέρος από το ποσό των χρημάτων που χρειάστηκε, καθώς και δάνειο  που σύναψαν για την περάτωση ναού του θαυματουργού Αγίου.

 

Όλη η ιστορία για τον Άγιο Στέφανο της Λέμπας

Δεν ήταν ένας παράνομος ληστής, αλλά χειρότερος. Νευρικός, αιμοβόρος, έλεγαν ήταν τρελός και πολλοί τον φοβούνταν. 

Ήταν τοσο μπαμπέσης ψεύτης και πανούργος, που άλλος ληστής δεν τον εμπιστευόταν, ήταν ο λόγος που δεν ειχε φτιάξει συμμορία… 

Ήταν μέτριος στο ανάστημα, αλλά στα χαρακτηριστικά του φαινόταν η μεγάλη σκληράδα του. Γεννήθηκε στο χωριό της Λέμπας κατά το 1850 και ήταν στα άλμπουρα της νιότης του την εποχή που οι Μωαμεθανοί Τούρκοι παρέδωσαν την Κύπρο στους Άγγλους. Ισχυριζόταν ότι ο προπάππους του ήταν Καδής και έλεγε πολλές ιστορίες όταν οι πρόγονοι του ήταν αφέντες των Ελλήνων. Χαιρόταν που ήταν κατακτητής και ευχαριστιόταν να καταπιέζει τους αδύνατους και ανυπεράσπιστους Χριστιανούς χωρικούς που σαν υπόδουλοι δεν μπορούσαν να σηκώσουν το ανάστημα τους και να του αντισταθούν. 

Υπό την ανοχή των νέων κατακτητών συνέχισε να τους ενοχλεί και  προέβαινε σε κακές ενέργειες εναντίον τους, τους καταπίεζε και τους λήστευε. 

Αυτό συνέβαινε για χρόνια ώσπου γέρασε, δεν μπορούσε πλέον να κάμνει τον καμπόσο. Έκατσε στα βραστά του, αλλά όποτε περνούσε έξω από το εκκλησάκι έφτυνε περιφρονητικά. Οι διηγήσεις ανάμεσα των Ελλήνων για την κακία του, ήταν καθημερινές κουβέντες μέσα στα καφενεια. Ήταν ιστορίες που έδειχναν το μεγάλο μίσος που είχε ενάντια στους Χριστιανούς, και πόσο ήταν σκληρή η καρδιά του. Τις διηγιόντουσαν, και ήσαν σίγουροι ότι καποια φορά σε αυτή τη ζωή, ή την άλλη, θα τον εύρισκε τιμωρία από τον Θεό… 

 

Στα τέλη του αιώνα ορισμένοι Έλληνες Χριστιανοί μπόρεσαν και προόδευσαν, απέκτησαν πλούτη και περιουσίες, ένας από αυτους κατοίκησε στα ανατολικά της Λέμπας, είχε εκεί ένα τσιφλίκι και είχε κτισμένο σ αυτό το εξοχικό του καθώς και  αλλά υποστατικά, όπως αποθήκες και διάφορα κτίρια. Ήταν ένα αγρόκτημα που είχε εκταση 140 σκάλες, είχε 300 τερατσιές, αμέτρητες αθασιές και κάμποσες συκαμινιές. Ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Σάββα Νικολαίδη που κατοικούσαν στην πόλη της Πάφου. Ήσαν εύποροι, είχαν πολλά ιδιόκτητα καταστήματα  που  νοίκιαζαν σε άλλους έχοντας με αυτό τον τρόπο μεγάλο εισόδημα. Είχαν επίσης μεγάλο εισόδημα από το αγρόκτημα το οποιον εκμίσθωσαν σε μια φτωχή οικογένεια από την Εμπα, του Σπύρου Χριστόδουλου Φαρφαρά, που είχε σύζυγο την Πολυξένη, και έκαμαν παιδιά τους Γεώργιο Σπύρου Οξεία, τον Χριστόδουλο, την Σοφία (αργότερα Τριανταφίλλη), τον Σάββα Σπύρου, και την Βαρβαρού (αργότερα Χαραλάμπους Μαύρου). Η συμφωνία τους ηταν όλα τα έξοδα και κόπους να τα επιβαρύνεται αυτή η οικογένεια και τα έσοδα να τα μοιράζονται. Υπήρχαν στο αγρόκτημα δυο λάκκοι με ξύλινα αλακάτια, υπήρχε και ένας μεγάλος ανεμόμυλος έτσι  που το νερό ήταν μπόλικο ωστε να ποτίζονται όλα τα χωράφια στο αγρόκτημα .

Σε μια άκρια του τσιφλικιού που περνούσε ο αμαξητός δρόμος, ήταν μια αποθήκη με ξύλινη σκεπή, όπου καμιά φορά σταματούσαν οι περαστικοί να προφυλαχτούν σαν έβρεχε. Ένας διαβάτης κάποτε, είπε ότι είδε στο όραμα του τον Άγιο Στέφανο να του λέει ότι ήθελε την μικρη αποθήκη για εκκλησιά του, αυτό διεδώθη, έτσι αρχίνισαν και πήγαιναν πολλοι προσκυνητές Τούρκοι και Ρωμιοί, να προσευχηθούν και να ανάψουν και κανένα κερί. Κατά το 1900 περίπου, ο Σάββας Νικολαίδης ο ιδιοκτήτης, έκτισε ένα μικρό ιερό και μια αγία τράπεζα στην αποθήκη, κατασκεύασε έτσι το εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου.

Πάντα οι άνθρωποι εχουν την ανάγκη να εχουν ένα στήριγμα και πολύ περισσότερο όταν εχουν δυσκολίες, έτσι βρίσκουν πάντα αποκούμπι στο Θεό. Τες εποχές που οι Κύπριοι ήσαν υπόδουλοι στους Τούρκους και ύστερα των Άγγλων, η ζωή τους ήταν δύσκολη και ανυπόφορη, η καταπίεση μεγαλη, έβρισκαν μονο στήριγμα στο Θεό. Ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας Μάρτυρας που μαρτύρησε υπέρ του Θεού με τον χειρότερο θάνατο του λιθοβολισμού, ήταν γι αυτό που οι κάτοικοι της περιοχής της Χλώρακας, της Έμπας, και όλων των άλλων παρακείμενων χωριών, ένιωθαν τη πίστη τους να τους οδηγεί σ αυτόν, είχαν και αυτοί μια μαρτυρική και υστερημένη ζωή ένεκα της υποδούλωσης τους. Έτσι θεωρούσαν το εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου πιο δικό τους παρά άλλες εκκλησιές, ένιωθαν να υπάρχει μια σύνδεση αναμεταξύ τους και του Αγίου. Έλπιζαν σε αυτόν, εύρισκαν παρηγοριά σε αυτόν, ώστε να αντέχουν και να καρτερούν για καλύτερες ημέρες. Έλπιζαν ακόμα ο άπιστος Τούρκος που όποτε περνούσε έξω από το εκκλησάκι έφτυνε περιφρονητικά, να έβρισκε μεγαλη τιμωρία από τον ίδιο τον Άγιο Στέφανο.

Άγνωσται όμως αι βουλαί του Θεού, όταν τα χρόνια πέρασαν, ο άπιστος γέρασε και κανείς πλέον δεν έλπιζε να τιμωρηθεί, η μεγαλη κακία και το απύθμενο μίσος που είχε ενάντια στους Χριστιανούς τον οδήγησαν μια μέρα σε μια αποτρόπαιη πράξη, πήγε μες την εκκλησιά του Αγίου Στεφάνου και με ένα μυτερό μαχαίρι έβγαλε τα μάτια του Αγίου. Κανένας δεν τον είδε, πολλοί σκέφτηκαν ότι ήταν αυτός, αλλά δεν υπήρχαν μαρτυρίες για να τιμωρηθεί. Είναι όμως περιστατικά που συμβαίνουν κάποτε που οδηγούν τους πιστους να πιστεύουν περισσότερο στο Θεό,  είναι τα Θαύματα που γίνονται, κάποτε για επιβράβευση του δίκαιου, κάποτε για τιμωρία του άδικου… 

… Ύστερα από λίγες μέρες ο άπιστος χάθηκε από πρόσωπου γης, οι συγγενείς του κατήγγειλαν το γεγονός στην αστυνομία η οποία άρχισε ανακρίσεις μεταξύ των Ελλήνων για να βρουν τους ενόχους για την εξαφάνιση του. 

Ύστερα από κάμποσες μέρες βρέθηκε το πτώμα του από Τούρκο βοσκό στον Ακόμα, στην περιοχή που βρίσκεται το χωριό Ινια. Κανείς δεν ήξερε πως ευρέθη εκεί, τον έπιασε η καρδιά του είπαν μερικοί, άφησε την τελευταία του πνοή εκεί. Ήταν ένα κουφάρι πεθαμένου με φρικιαστικό πρόσωπο που φάνταζε ανατριχιαστικό, με δυο μεγάλες μαύρες τρύπες αντί για μάτια. Δεν είχε μάτια, τα είχαν φάει τα μυρμήγκια και οι σφήκες, ήταν σίγουρο ότι τον σημάδεψε ο Άγιος Στέφανος.

Υ.Γ. Πέρασαν κάμποσα χρόνια, το 1963 ήταν η χρονιά που αρχίνισαν οι φασαρίες μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, που είχαν τελική κατάληξη την κατάληψη της μισής μας πατρίδας από τους Τούρκους. Ήταν φασαρίες που τις δημιουργούσαν οι Τουρκοκύπριοι επί σκοπού θέλοντας να δημιουργήσουν αντιπαραθέσεις αναμεταξύ των δυο λαών, ώστε να έχει δικαιολογία η Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο. Δίπλα στον Άγιο Στέφανο ήταν κτισμένη μια παράγκα που κατοικούσε μια οικογένεια Τούρκων με τρία αρσενικά παιδιά. Συνήθιζαν τα Τουρκάκια αυτά πολύ συχνά να μπαίνουν στο μικρό εκκλησάκι και να κάνουν ασχημίες. Μια τέτοια φορά, αφου λέρωσαν την εκκλησία, ο ένας τους με το σουγιά του έγδαρε το μάτι του Αγίου. Εκείνη την ωρα μπήκαν από την πόρτα Έλληνες προσκυνητές και τους είδαν επ αυτοφώρω, αυτοί φοβήθηκαν και έτρεξαν έξω. Υπήρχε ένας πετρότοιχος που χώριζε την αυλή του Αγίου και τον αμαξητό δρόμο που ήταν στην νια μεριά του ξωκλησιού. Πετάχτηκαν τα Τουρκιά τον τοίχο, εκείνη την στιγμή περνούσε αυτοκίνητο, πάτησε τον έναν και τον άφησε νεκρό στον τόπο. Στες τέσσερις πέντε μέρες το άλλο Τουρκάκι βρέθηκε πυροβολημένος και πεθαμένος σε ένα χωράφι πιο πανω από το εκκλησάκι προς τη μεριά της Έμπας. Ύστερα από άλλες τόσες περίπου μέρες, το τρίτο Τουρκί, ένα πρωινό πήγε για μπάνιο στη θάλασσα σ ένα μέρος κάτω της Λέμπας, στην περιοχή Κοτσιάς. Ήρθε το Βράδυ, νύχτωσε καλά, δεν φάνηκε να γυρίζει πίσω. Ανήσυχοι οι γονιοί του, άρχισαν να τον ψάχνουν, ειδοποιήθηκε η αστυνομία, όλοι οι Τούρκοι κάτοικοι της Λέμπας και όλοι οι Χριστιανοί από την Χλώρακα, βγήκαν σε αναζήτηση του. Ύστερα από λίγες μέρες βρέθηκε το πτώμα του ξεβρασμένο στην θάλασσα του Ακάμα, ήταν πνιγμένος, και χωρίς το ένα του μάτι. Του το είχαν φάει οι φτίρες της θάλασσας και τα κοράκια. Ήταν το Τουρκάκι που είχε γδάρει το μάτι του Αγίου Στεφάνου.

Ένας πατέρας διηγήται 

Ήταν αργά βράδυ 26 Δεκεμβρίου 1998 όταν  η τότε οκτάχρονη κόρη μου καθόταν στον καναπέ και μου είπε «Παπά νομίζω ότι κατάπια  5 cent» . Αμέσως εμείς πήραμε την παιδίατρο μας  και μας είπε «Μην φοβάστε το μωρό μέχρι αύριο το πρωί  θα τα αποβάλει». Μετά πήγαμε για ύπνο αλλά χωρίς βέβαια να κοιμηθούμε από την ανησυχία μας και το πρωί  στις  27 Δεκεμβρίου ημέρα Κυριακή, ξεκινήσαμε από Λευκωσία για την Λάρνακα για να επισκεφτούμε  φίλο μας γιατρό  τον οποίο ενημερώσαμε για το πρόβλημα και ήθελε να την δει προσωπικά. Μέχρι να φτάσουμε στην λάρνακα ο γιατρός διευθέτησε  ραντεβού με ακτινολόγο  για  ακτινογραφίες. Οι ακτινογραφίες έδειξαν ότι το κέρμα βρισκόταν σε τρομερά επικίνδυνο σημείο  και μπορούσε να προκαλέσει απόφραξη. Αμέσως  άρχισε ο γιατρός  τα τηλεφωνήματα για να βρεθεί κατάλληλος γιατρός  γαστρεντερολόγος, πράγμα δύσκολο λόγο εορτών και αργιών.

Μετά από αρκετές προσπάθειες βρέθηκε γιατρός σε ιδιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας. Στο νοσοκομείο ο γιατρός μας εξήγησε ότι  θα κατέβαζε από το στόμα ιδικό σύρμα με δίκτυ με το οποίο θα έβγαζε  το κέρμα τραβώντας το  προς τα έξω. Μας ενημέρωσε ότι η διαδικασία αυτή κρατά απο 20 λεπτά μέχρι  το αργότερο μισή ώρα. ’Έτσι, περιμέναμε έξω από το χειρουργείο με αγωνία. Τα λεπτά περνούσαν, ξεπεράσαμε την μισή ώρα. Τα 45 λεπτά, την 1 ώρα, και η ανησυχία και η αγωνία μας ολοένα  και μεγάλωνε. Στην 1 ώρα και 10 λεπτά βγαίνει μια νοσοκόμα από το χειρουργείο κάνοντας το σταυρό της. Αμέσως πήγα προς το μέρος της και μου είπε ότι το κέρμα γλιστρά και δεν τραβιέται και ότι θα δοκιμάσει ακόμα μια φορά και αν δεν βγει θα προχωρήσουμε με μεγαλη εγχείρηση στο θώρακα για να βγει χειρουργικώς. Μου είπε σήμερα είναι του Αγίου Στεφάνου και βαλε και εσύ το σταυρό σου και παρακάλεσε τον Άγιο να βοηθήσει το γιατρό να το βγάλει χωρίς  να χρειαστεί εγχείρηση.  Έβαλα το σταυρό μου, παρακάλεσα το Άγιο και αμέσως μετά άκουσα το γιατρό να φωνάζει ότι το έβγαλε.  Τότε όλοι μας στην οικογένεια βάλαμε το σταυρό μας και ευχαριστήσαμε το Άγιο Στέφανο που βοήθησε το γιατρό και το μωρό μας.

Τις επόμενες μέρες ψάχναμε να βρούμε εκκλησία του Αγίου Στεφάνου για να πάμε για προσκύνημα. Μάθαμε ότι η μόνη εκκλησία που υπάρχει στην Κύπρο ήταν στο χωριό Λέμπα της Πάφου  για το οποίο χωριό πρώτη φορά ακούαμε. Είχαμε συμφωνήσει ότι θα πηγαίναμε αμέσως μετά την επιστροφή μου από ένα επαγγελματικό ταξίδι στη Βιέννη. Στη Βιέννη είχα κλείσει ξενοδοχείο με μονο κριτήριο να είναι κεντρικό.  Έφτασα στη Βιέννη αργά το βράδυ πήγα αμέσως στο ξενοδοχείο για ύπνο και το επόμενο πρωί ανακάλυψα με μεγάλη έκπληξη ότι  το ξενοδοχείο  βρισκόταν λιγότερο  από 100 μέτρα μακριά από μια μεγάλη και επιβλητική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου .

Επιστρέφοντας στην Κύπρο πήγα στην Πάφο για επαγγελματικούς  λόγους  και για να ψάξω να βρω την Λέμπα και την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Στο πρώτο μου επαγγελματικό ραντεβού σε  γνωστό ξενοδοχείο της πόλης ρώτησα τον διευθυντή αν ξέρει που είναι  η Λέμπα και η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Αυτός χαμογέλασε και πήρε τηλέφωνο να φωνάξουν στο γραφείο του τον Πάτερ Χαράλαμπο ο οποίος ήταν ο ιερέας της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου και ο οποίος βρισκόταν εκεί λόγο κάποιας συνεργασίας του με το ξενοδοχείο.

Ήταν η δεύτερη συγκυρία που με οδήγησε χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα να βρω εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Από τότε αρχές του 1999 και κάθε χρόνο στην ημέρα του Αγίου βρισκόμαστε στη Λέμπα για να δοξάσουμε τον Άγιο… (Χάρης)

 

Ένα άλλο θαύμα του Αγίου Στεφάνου της Λέμπας

Μια οικογένεια από τη Λάρνακα που είχαν ένα μικρό γιο με σοβαρό πρόβλημα υγείας από γεννησιμιού του, δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά αλλά μασσά, μη βρίσκοντας γιατρειά στους γιατρούς, στράφηκαν προς το Θεό και ζήτησαν τη βοήθεια του Αγίου Στεφάνου τον οποίο ονειρεύτηκε τη μορφή του στον ύπνο του ο μικρός ασθενής. Από την περιγραφή με νοήματα, τους έδειξε και κατάλαβαν ότι εννοούσε τον Άγιο Στέφανο, έτσι με μεγαλη πίστη οι γονείς ρώτησαν τους επιτρόπους της εκκλησιαστικής τους ενορίας πού υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Στέφανο. Κάποιος από τους επιτρόπους έτυχε να ξέρει, και τους εξήγησε ότι μονο στην Πάφο υπάρχει. 

Ξεκίνησαν για την Πάφο, και φτάνοντας πήραν  τον παραλιακό δρόμο προς στον Κόλπο των Κοραλλίων. Έτυχε και δεν συνάντησαν κάποιον να τους εξηγήσει, ίσως γιατί ήταν αργία, έτσι έτυχε, έτσι αυτοί τριγυρνώντας προσπάθησαν να το βρουν μόνοι τους. 

Ύστερα από κάμποση ωρα μη μπορώντας να το ανακαλύψουν, αποφάσισαν να επιστρέψουν στη Λάρνακα παίρνοντας ένα άλλο δρόμο. Αφου προχώρησαν, προσπέρασαν το ξωκλήσι χωρίς να το δουν, οπότε ο μικρός βρίσκοντας τη ξαφνικά τη μιλιά του, άρχισε να φωνάζει χαρούμενα και να τους λέει, 

-μπαμπά, μαμά, είδα την εκκλησία, είναι πιο πίσω μας. 

Ο πατέρας που οδηγούσε, ξαφνιασμένος και χαρούμενος παρ ολίγο να τρακάρει, πάτησε φρένα, σταμάτησε στη μεση του δρόμου, και κλαίγοντας αγκάλιασε το γιο του, αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί, και έκλαιγαν από χαρά. Αφου συνήρθαν, έβαλαν όπισθεν και στράφηκαν πίσω, βρήκαν το ξωκλήσι και προσκύνησαν εκστασιασμένοι από το μεγάλο θαύμα. Από εκείνον τον καιρό, έγιναν τακτικοί επισκέπτες προσκυνητές του Αγίου της Λέμπας. Το περιστατικό συνέβηκε αρχές της δεκαετίας του 1990. Τώρα το παιδί που γιατρεύτηκε είναι μεγάλος, και αυτός όπως και οι γονείς του, επισκέπτεται την εκκλησία του Αγίου Στεφάνου σε κάθε γιορτή του Αγίου.

 

 

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ

Αγιά Μαρίνα τσιαι τσιυρά που ποτσιοιμίζεις τα μωρά

ποτσιοίμιστο μωρούϊ μου τσιαι το μιτσικουρούϊ μου
επαρτο πέρα γύριστο τσιαι πάλε στράφου φέρμου το
τσιαι πάλε στράφου φέρμου το, γιατί εν μωρό τσιαι θέλω το
έπαρτο πέρα των περών, τσιει πόσιει καθαρό νερό
να πλύνει τα ρουχούθκια του τσιαι τα πουκαμισούθκια του
να κάμει νάννι, νάννι του τσιαι έσιει δουλειές η μάνα του
τσιαι έσιει δουλειές η μάνα του, να κάμει νάννι, νάννι του
να κάμει νάννι, νάννι του, να κάμει νάννι, νάννι του
Εκεί που τελειώνει η Χλώρακα και αρχίζει η Λέμπα το Τούρκικο ακατοίκητο χωριό από Τούκους τώρα, πριν πολλά χρόνια η στετέ μου η Δεσποινού μου έλεγε ιστορίες για πλούτη αμύθητα και θησαυρούς αμέτρητους που είναι ακόμα σκεπασμένοι μέσα στη γη και κανένας δεν μπορεί να τους βρει. Είναι μέσα σε μια σπηλιά–η σπηλιά της Αγίας Μαρίνας, έτσι λέγεται-, που είναι θαμμένη μέσα στη γη καλά κρυμμένη, και θα βρεθεί μόνο με το θέλημα του Θεού, όταν η ίδια η Αγία το θελήσει, γιατί έχει ταγμένο τον θησαυρο να χρησιμοποιηθεί για χρόνια και καιρούς όταν θα έρθει η ώρα και όταν χρειαστεί.

Εκεί περιπου που είναι σήμερα κτισμένο το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας ζούσε κάποτε ένας άρχοντας Σαρακηνός με την οικογένειά του και τους εργάτες του, που λέγεται ήταν πολύ πλούσιος, καλός και φιλόξενος.  Το τσιφλίκι του είχε σύνορα τα υψώματα της Λέμπας και όλη την ακτή της θάλασσας από τον Κοτσιά ως την Αλική. Τα κυρίως κτίρια ήταν κτισμένα πανω στα υψώματα και αγνάντευαν όλη τη θάλασσα, είχε ακόμα ξενώνες και μεγάλο μαγειρείο δίπλα στη παραθαλάσσια στράτα που οδηγούσε στην παλιά Πάφο, και εκεί φιλοξενούσε όλους τους περαστικούς. Ήταν πολλή η καλοσύνη του, αγαπούσε όλο τον κοσμο, ήταν Χριστιανός. Ασπάστηκε την Χριστιανοσύνη γιατί όταν γέννησε το μαναδικό του παιδί, αυτό έκλαιγε μέρα νύχτα χωρίς σταμάτημα για μέρες και μήνες. Μη ξέροντας τι να κάμει πήγε σε μάγους και Μουφτήδες, πήγε και σε παπάδες. Μια φορά, μια καλή γριά καλογριά, τον επεσκέφτει και του είπε ότι θα τον βοηθήσει. Έμεινε στο σπίτι του, και μαζί με την κυρά του την χανούμισσα κάθονταν με τις ώρες σιμά στην κούνια του μωρού και το νανούριζαν με το τραγούδι της Αγίας Μαρίνας. Το μωρό άκουε το τραγούδι, σταματούσε να κλαίει και αποκοιμιόταν. Πέρασε καιρός, η Καλόγρια είπε να φύγει. Ο άρχοντας την παρακάλεσε να μείνει μαζί τους, και της έταξε μια εκκλησιά να λειτουργείται. Για να την πείσει τελειωτικά, της έταξε ακόμα ότι αυτός και η οικογένεια του θα γίνονταν Χριστιανοί, έτσι και εγίνηκε.

Τα χρόνια πέρασαν, το εκκλησάκι εγινε ξακουστό και πλήθη πιστών έφταναν από όλη την Πάφο για να προσκυνήσουν. 

Από εκείνο τον καιρό και ύστερα, όλα πήγαιναν δεξιά για τον πλούσιο Τσιφλικά, τα πλούτη μαζεύονταν και δεν χωρούσαν οι τόποι να τα βάλει, σκέφτηκε και έσκαψε μέσα στη γη κάτω από την εκκλησιά της Αγίας Μαρίνας μια μεγαλη σπηλιά, όλα του τα πλούτη τα έβαζε μέσα σ αυτήν. Ήταν φύλακας και θησαυροφύλακας η καλή Καλογριά, που είχε επίσης άλλα καθήκοντα την φροντίδα και την μόρφωση του μονογενή του άρχοντα, είχε γίνει πιστό μέλος της οικογένειας. 

Τα χρόνια πέρασαν, ο άρχοντας πέθανε, ο μονογιός μεγάλωσε, πέρασε κι άλλος καιρός, πέθανε και αυτός. Να μην τα πολύ ιστορώ, έζησαν τρεις γενιές απόγονοι και βάλε, η Καλογριά ζούσε μαζί τους, φύλαγε τα υπάρχοντα τους μέσα στη σπηλιά που είχε ξεχαστεί απ όλους. Μια φορά ένα γιος από τους απογόνους αρρώστησε βαριά, και ο πατέρας του είδε στον ύπνο του την Αγία να τον προστάζει να σφραγίσει την σπηλιά που ήταν γεμάτη χρυσάφι και να την αφήσει τάμα σε αυτήν παντοτινά, έτσι και έκαμε. Το παιδί εγινε καλά. Από τότε η πίστη όλης της οικογένειας μεγάλωσε ακόμα παραπάνω, και έβαλαν ένα χρυσό καντήλι να καίει ολη μέρα και όλη νύχτα μπροστά στην εικόνα της μεγαλομάρτυρας Αγίας. Η εικόνα ήταν θαυματουργή και προφύλασσε την οικογένεια με τα θαύματα της. Μια φορά ένας περαστικός από το τσιφλίκι που πρώτα έτυχε της φιλοξενίας των οικοδεσποτών, και αφου αυτοί του έδωσαν να φάει και τον περιποιήθηκαν και του έστρωσαν κρεβάτι να κοιμηθεί, αυτός σηκώθηκε τα μεσάνυχτα, μπήκε στο εκκλησάκι και έκλεψε το χρυσό καντήλι. Ξεκίνησε και έφυγε, όλο το βράδυ ταξίδευε, αλλά το πρωί βρέθηκε πάλι στο ίδιο μέρος γιατί η Αγία Μαρίνα δεν τον άφησε να φύγει με το χρυσό καντήλι που έκλεψε.

Η ιστορία αυτή είναι πολύ παλιά, πριν το 1300 μ.Χ., αφου η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας και το μεγάλο τσιφλίκι χάθηκαν από προσώπου γης ύστερα από τον μεγάλο σεισμό και το φοβερό τσουνάμι που συνέβηκε το 1347. Ήταν τον αιώνα, που ο μαύρος θάνατος, έτσι ονόμασαν οι άνθρωποι την  πανούκλα η οποία ακλουθώντας μια θανατερή πορεία από την Κίνα στην Ασία και ακολούθως στην Ευρώπη, έφτασε και στην Κύπρο η οποία επλήγει με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Μόλις η επιδημία εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1347, ακόμα ένα κακό ήρθε να συμπληρώσει τη καταστροφή. Ένας ιδιαίτερα δυνατός σεισμός κατέστρεψε τα πάντα. Το σεισμό ακολούθησε ένα παλιρροιακό κύμα που σάρωσε μεγάλες περιοχές του νησιού, και κατέστρεψε ολοσχερώς όλες τις φυτείες και τα κτίρια που υπήρχαν στα παράλια. Το μεγάλο κύμα έφτασε μέχρι τα υψώματα, και υποχωρώντας δεν άφησε τίποτα, τα σάρωσε όλα από προσώπου γής. Από τότε έμεινε μονο η διήγηση από στόμα σε στόμα για το μεγάλο σπήλαιο που είναι γεμάτο χρυσάφι, και ευρίσκεται μέσα στη γη. Λέγεται ότι όποιος το βρει και το αντικρύσει πρώτος, θα μείνει στον τόπο, θα πεθάνει στη στιγμή. Λέγεται ακόμη ότι το σπήλαιο βρέθηκε από τον Χαράλαμπο Λεωνίδα Χριστοδούλου άλλως Μαύρο, και ήταν γεμάτο περίκαλλα βάζα ανεκτίμητες αρχαιότητες, που μη ξέροντας την μεγαλη τους αξία τα έσπασε ελπίζοντας κατά πως έλεγε η παράδωση, να βρει μέσα τους τον κρυμμένο θησαυρό... 

 

ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ

Πάντα ο Άγιος Εφραιμ βοηθά, πολλοι το γνωρίζουν, έχει ένα εκκλησάκι στη Χλώρακα και πολλοι πιστοί πηγαίνουν να προσευχηθούν και πολλοι πιστοί μιλούν για τη μεγάλη του χάρη. 

"Δυστυχώς οι εξετάσεις έδειξαν αυτό που φοβόμασταν, ο καρκίνος έχει κάνει μετάσταση, η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή, θα κάνουμε όμως ότι μπορούμε. Αλλά σ αυτές τις περιπτώσεις η επιστήμη δεν κάνει θαύματα, μόνο ο Θεός μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα.

Πρόκειται περί καρκίνου σε προχωρημένο στάδιο, χρήζει άμεσης επέμβασης. Τα πραγματα δεν είναι καλά, αλλά θα κάνουμε ότι μπορούμε". 
Από την ωρα που το έμαθα κλείστηκα στο δωμάτιό μου και κοιτώντας την εικόνα του Αγίου στη κορνίζα  πάνω στον τοίχο, με κλάμα και παράπονο άρχισα να προσεύχομαι και να του ζητώ να με γλυτώσει.

Στην αμέτρητη ωρα που πέρασε, εκεί που απόκαμα και ήμουν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μου φάνηκε ότι ήμουν στο εκκλησάκι του Άγιου Εφραίμ, ήταν έξω σκοτάδι πυκνό, αλλά μέσα έλαμπε όλη η εκκλησιά από φως που έβγαινε από το ιερό, ένα φως χαρούμενο κίτρινο σαν το χρυσάφι και είχε σχήμα και έμοιαζε με ανθρώπινη φωτινή φιγούρα. Το πρόσωπο του μόλις ξεχώριζε, μου φάνηκε ίδιο με την εικόνα στο εικονοστάσι, μου φάνηκε ήταν ο Άγιος Εφραίμ. Αμέσως μια γαλήνη πλημμύρισε την ψυχή μου, ηρεμία κυρίευσε το νου μου, και δεν στενοχωριόμουν για την αγιάτρευτη αρρώστια μου, ήμουν σίγουρος ότι θα γινόμουν καλά.  

Την άλλη μέρα πρωί, πήγα να προσκυνήσω τον Άγιο στο μικρό ξωκλήσι, και είδα κόσμο μέσα και έξω να λειτουργείται. Αμέσως κατάλαβα ότι μου φανερώθηκε την ημέρα που γιόρταζε, ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν όνειρο αλλά πραγματικότης η εμφάνιση του σε μένα, ήμουν σίγουρος ότι θα με έκανε καλά. 

Από εκείνη την ωρα ένιωσα μέσα μου πνευματική ανάσταση, σκέφτηκα ότι είμαστε όλοι τόσο μικροί στη μεγαλοσύνη του σύμπαντος, απειροελάχιστη αναλαμπή μικρού σπινθήρα φωτός και προσωρινοί με διάρκειας ζωής ασήμαντης απέναντι στην αιωνιότητα. Κάθε πρωί με τη δροσιά πριν ο ήλιος ανατείλει, επισκεπτόμουν το εκκλησάκι και νοερά μέσα σε κατάνυξη και προσευχή ένιωθα ότι συνομιλούσα με τον Άγιο. Ένιωθα απέραντη γαλήνη, δεν φοβόμουν το θάνατο ούτε αν θα μαρτυρούσα πριν επέλθει, ένιωθα καλά στη ψυχή, στο μυαλό και στη σκέψη. Οσο οι μέρες περνούσαν, οι άλλοι άνθρωποι έμεναν παραξενεμένοι με τη συμπεριφορά μου, οι γιατροί το ίδιο, αντί να δίνουν αυτοί κουράγιο σε μένα, έδινα εγώ σε αυτούς. Ήταν τόση η σιγουριά μου ότι ήμουν κοντά στο Θεό, που χωρίς να ξέρω αν θα ζήσω ή πεθάνω, χωρίς να στενοχωριέμαι αν θα τέλειωνε η ζωή μου, ήμουν απόλυτα γαληνεμένος και δυνατός έτοιμος να αντιμετωπίσω την αρρώστια μου, ήμουν απόλυτα αισιόδοξος. 

Ο καιρός πέρασε. Έκανα χημειοθεραπείες, εγχείρηση και ξανά χημειοθεραπείες, ώσπου ύστερα από πάρα πολύ καιρό νιώθω απόλυτα υγιής, η αρρώστια νικήθηκε και έφυγε, εγώ όμως συνεχίζω να πηγαίνω κάθε εβδομάδα στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Εφραίμ και να ανάβω ένα κερί, και ύστερα να κάθομαι στο σκάμνο και να κάνω περισυλλογή. Σκέφτομαι ότι όλες οι συνομιλίες μου και οι επαφές που είχα με τον Άγιο ίσως να ήταν στη σκέψη μου και στη φαντασία μου, δεν είχε όμως σημασία. Το σίγουρο ήταν ότι συνέβηκε μέσα στο μυαλό μου ένα θαύμα, ίσως από τον φόβο της αρρώστιας να αντέδρασε και να με έκαμε να πιστέψω στην ανωτερότητα του θεού, σημασία είχε ότι αυτή η πίστη που ένιωσα με γαλήνεψε, με ηρέμισε, με έκαμε να αισθάνομαι διαφορετικά, να αισθάνομαι απέραντη πίστη στο Θεό και ατέλειωτη δύναμη στη ψυχή, μια απέραντη πίστη που με γιάτρεψε.

 

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ

Σε εδάφιο της Αγίας γραφής αναφέρεται τόσο ο Μιχαήλ και οι άγγελοί του, όσο και ο Ιησούς και οι άγγελοί του. Αυτό υποδηλώνει ότι ο ίδιος ο Ιησούς είναι ο αρχάγγελος Μιχαήλ, δηλαδή κάποιος μπορεί να συμπεράνει ότι ο Μιχαήλ δεν είναι άλλος από τον Ιησού Χριστό στον ουράνιο ρόλο του.

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο μόνος που ονομάζεται αρχάγγελος ή άρχων, δηλαδή είναι ο πρώτος των Αγγέλων. 

Ο Θεός τον κάλεσε να του φέρει χώμα και νερό από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο, ύστερα του εμφύσησε πνοή, αποκτώντας ζωή και πνεύμα. Και όλοι οι άγγελοι δόξασαν τον θεό και θαύμασαν τον άνθρωπο, εκτός από τον προάγγελο τον εωσφόρο ο οποίος σαν πνεύμα και φωτιά που είναι ο ίδιος, δεν μπορούσε να τιμήσει το χώμα και το νερό, έτσι γι αυτό, αυτός και όλο το τάγμα του εξέπεσε εκ του ουρανού. 

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ φοβούμενος μην παρασύρει μαζί του κι άλλες  στρατιές Αγγέλων, κραύγασε  

-το στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου 

Στην Αποκάλυψη δηλώνεται ότι ο Μιχαήλ και οι άγγελοί του πολέμησαν με το δράκοντα και τους αγγέλους του, υπονοώντας τον εωσφόρο και τους άλλους έκπτωτους. Λενε οι άνθρωποι, ότι οι Άγγελοι δεν κλαίνε. Λένε πάλι, ότι από τον μεγάλο πόνο της πτώσης των αδερφών, από τον Μιχαήλ Αρχάγγελο κύλισε ένα δάκρυ από το οποίο γεννήθηκε ένα Σεραφείμ, άλλοι λένε ένας Λύκος. Λένε ακόμη ότι και το ουρλιαχτό των λύκων στην πανσέληνο θυμίζει κάτι από τον πολύ μεγάλο του πόνο. Από τότε παρακολουθεί τον κοσμο, και με την ρομφαία του (είδος πλατιού μεγάλου και αμφίστομου σπαθιού, στενό λογχοειδές πολεμικό όπλο σε σχήμα δρεπάνης), όταν δεν αντέχει τις μεγάλες αμαρτίες, εξαπολύει σεισμούς και καταιγίδες, είναι γι αυτό που οι λύκοι πριν από μεγάλα κακά που θα συμβούν, ουρλιάζουν με λυπητερό κλάμα. 

 

Μιχαήλ Αρχάγγελος ο Αντιφωνιτής

 Ήταν μια φορά ένας φτωχός άνθρωπος που δεν μπορούσε να ζήσει την οικογένεια του, και απεφάσισε να ξενιτευτεί ώστε να εύρη δουλειά να θρέψη την οικογένεια του. Πήγε σε ένα τοκογλύφο και ζήτησε δανεικά τα οποία έδωσε στην οικογένεια του για να περάσει μέχρι αυτός να μπορέσει να μαζέψει χρήματα. Όταν ύστερα από καιρό ο φτωχός άνθρωπος κατάφερε να μαζέψει το ποσό του χρέους, τα έστειλε στον δανειστή του, αλλά αυτός απέκρυψε την εξόφληση από την γυναίκα του φτωχού. Πέρασαν μερικά χρόνια και ο φτωχός οικογενειάρχης επέστρεψε στο χωριο του. Βλέποντας ότι ο τοκογλύφος υποστήριζε ότι δεν έλαβε ποτέ τα χρήματα, του ζήτησε να πάνε μπροστά από την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και να τον ρωτήσουν αν τα πήρε ή όχι. Στην ερώτηση που του έκαναν, ο Αρχάγγελος αντιφωνώντας είπε ότι πράγματι ο τοκογλύφος πήρε πίσω τα χρήματα του. Όσοι ήταν παρόντες αποθαύμασαν και ανεφώνησαν έκπληκτοι,  «Ο Αρχάγγελος αντιφώνησε». 'Έτσι λοιπόν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ονομάστηκε και Αντιφωνιτής. 

 

Το νυστέρι του Αρχάγγελου Μιχαήλ

Στο νησι της Λεσβου στα πρωτα χρονια του Βυζαντίου υπηρχε μια αρχαια πολη ο Σένεκας, και εκει κοντα είναι ένα μοναστήρι των Ταξιαρχών, πού ή ίδρυση του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο, και κανείς δεν μπορούσε να το πατήσει. Κάποια χρονιά ένας άγριος πειρατής αποφάσισε πως ήθελε οπωσδήποτε να το λεηλατήσει, να πάρουν οι ναύτες τους θησαυρούς, αυτός ήθελε μονο το Άγιο Δισκοπότηρο να πίνει το κρασί του, γιατί ήταν φημισμένο για την περίτεχνη τέχνη και ομορφιά που είχε. Έτσι μπήκαν πρώτα στην πόλη οι Σαρακηνοί, και ύστερα ανηφόρισαν στο μοναστήρι. Κατάφεραν μπήκαν μέσα, έσφαξαν τους καλόγερους, λεηλάτησαν τα ιερά και όσια, ήσαν έτοιμοι να φύγουν, ώσπου βλέπουν πανω στο καμπαναριό να κρύβεται ένα καλογεράκι. Αρχίνησαν να τον περιπαίζουν, ήθελαν να τον φοβίσουν και ύστερα να τον σκοτώσουν… Εκεί που ήσαν έτοιμοι να το κάμουν, άνοιξε ο θόλος της εκκλησιάς, φάνηκε ο ουρανός, άνοιξε κι αυτός, και εφάνη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με το σπαθί του, και κραδαίνοντας το όρμησε στους αλλόθρησκους. Έμεινε το καλογεράκι άφωνο και εκστασιασμένο να παρακολουθεί, σε λίγο κείτονταν όλοι στη γη με το κορμί χωρισμένο στα δύο, από το κεφάλι ισα με τα σκέλια ως τα αρνιά που τα κόβει στα δυό ο χασάπης, και πανω σ αυτά έστεκε ο Άρχοντας με την ρομφαία στο χέρι. 

Αφού συνήρθε από το μεγάλο θαύμα, το καλογεράκι παρακάλεσε τον Αρχάγγελο να τον αφήσει να ζωγραφίσει την άγια του μορφή. Ο Άγιος δέχτηκε, και ο καλόγερος χωρίς να έχει ξανά ζωγραφίσει στη ζωή του, πήρε αίμα από τους σκοτωμένους καλόγερους  και σχεδίασε την μορφή του σε τέλεια απόδοση, και με αποτελεσμα πρωτοφάνερο έφτιαξε την εικόνα του, υπάρχει δε αυτή μέχρι σήμερα στο εικονοστάσι του μοναστηριού και είναι θαυματουργή. 

Είναι μια πραγματική ιστορία που συνέβη, είναι γραμμένη σε πολλά βιβλία. Είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο ότι ο Αρχάγγελος με το σπαθί σαν άλλος Ιησούς Χριστός κάνει αμέτρητα θαύματα, ή ακόμη τιμωρεί εάν αυτό χρειαστεί. 

Πρόσφατα στην Χλώρακα μια γυναίκα ονομαστικά, μου κατέθεσε την Θεϊκή παρέμβαση του Αρχάγγελου στη ζωή της όταν είχε παρουσιαστεί όγκος στο κορμί της και χρειαζόταν εγχείρηση. Μου ανέφερε ότι πήγε να προσευχηθεί στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Χλώρακα,  και μέσα στην θρησκευτική κατάνυξη, της ήρθε θεόσταλτη ιδέα να πάει για προσκύνημα στο μοναστήρι των Ταξιαρχών στο Σένεκα της Λέσβου. Σαλπάρισε με ένα πλοίο, πήγε εκεί, και παρακάλεσε τον Αρχάγγελο κλαίγοντας  να αφαιρέσει με το σπαθί του τον όγκο που είχε στο κορμί της. Στις εξετάσεις που έκανε ύστερα,  ο όγκος είχε εξαφανιστεί σαν που τον είχαν κόψει με μαχαίρι, είπαν οι γιατροί. Η θεραπευμένη γυναίκα εξηγεί το φαινόμενο στην τέχνη που έχει ο Αρχάγγελος να χειρίζεται το σπαθί εκτός από πολεμικό εργαλείο για να σκοτώνει τους εχθρούς της πίστης, και σαν νυστέρι στα χέρια επιδέξιου γιατρού. 

Λέγει ότι ακόμη εκεί που πήγε έμαθε ότι όταν κάποιος αδυνατεί να επισκεφτεί τη Μονή, μπορεί από οποιοδήποτε μέρος χώρας ή ωκεανού, ή από λιμάνι ή από πλοίο που βρίσκεται στα ανοιχτά, να πετάξει μπουκάλι στη θάλασσα με μια ευχή γραμμενη σε χαρτί, και αυτό θα καταλήξει στις ακτές του νησιού, οι κάτοικοι θα το περιμαζέψουν, και θα πάρουν το τάμα στην εικόνα του Αγίου. Είδε τα τάματα η ιδία με τα μάτια της, έτσι γι αυτό λέει σε όλους, αν με πραγματική πίστη προσευχηθούν και στείλουν τάμα ή ευχή, το θαύμα ισως γίνει.

 

Διήγηση από έναν περιηγητή: 

Στην Πρέβεζα όπου υπηρετούσα το 1947 η μονάδα μου ήταν κοντά στη θάλασσα, πήγα μια ημέρα με ένα φίλο μου να κάνουμε μπάνιο. Πήραμε μια βάρκα, ανοιχτήκαμε βαθιά, φουντάραμε την άγκυρα και κάναμε ηλιοθεραπεία. 

Κάποια στιγμή ο φίλος μου ήθελε να κολυμπήσει, όταν έπεσε δεν ήξερε καλά κολύμπι και ζήτησε βοήθεια, εγώ νέος και καλός κολυμβητής δεν πήγα με τη βάρκα, αλλά έπεσα να τον βγάλω μη γνωρίζοντας ότι σ’ αυτό το σημείο έκανε ρεύμα. Προσπαθώντας να φτάσω τη βάρκα, μας έπαιρνε το ρεύμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, 200 μέτρα από τη βάρκα, οι δυνάμεις μας εγκατέλειπαν, ο φίλος μου δεν με άφηνε, αρχίσαμε να βουλιάζουμε, σκέφτηκα να μην πνιγούμε και οι δύο και τον ρώτησα αν μ’ αφήνει να φύγω και να φέρω τη βάρκα, μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο με άφησε (δεν είχε επίγνωση του κινδύνου), προσπάθησα να πλησιάσω τη βάρκα αλλά ήταν αδύνατον, η απόσταση ήταν μεγάλη και οι δυνάμεις λίγες, με τη σκέψη ότι ο φίλος μου πνίγεται οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν, έκανα τον σταυρό μου φωνάζοντας το όνομα του Μιχαήλ Αρχάγγελου. 

- Άγιε μου Αρχάγγελε! Σώσε με! άφησα το φίλο μου να πνιγεί.

Αυτή τη στιγμή νιώθω ένα χέρι να μ’ αρπάζει και να με ρίχνει μέσα στη βάρκα στην οποία ήταν ήδη μέσα ο φίλος μου. Λιποθύμησα και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω πώς σώθηκα. Το αποδίδω σε θαύμα του Μεγάλου Αγίου που δεν με εγκατέλειψε ποτέ. 

Έτσι κάθε φορά όπου και αν βρίσκομαι, επισκέπτομαι και προσκυνώ τις εκκλησιές του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Είμαι Αρχαιολόγος, επισκέφτηκα την Κύπρο και κατέληξα στην Πάφο που είχε φήμη ότι είχε πολλές αρχαιότητες, σε μια μου περιήγηση, επισκέφτηκα το παρεκκλήσι του Μιχαήλ Αρχάγγελου στη Χλώρακα. 

Το Εκκλησάκι ήταν μικρό, γραφικό και κάτασπρο, όμως όσες φορές περνούσα από μπροστά κάθε μέρα το έβρίσκα κλειστό. Οι μέρες περνούσαν και την Κυριακή που ήταν η εορτή της ανάμνησης του  «εν Χώναις θαύματος» του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ, θα ερχόταν πίστευα ο ιερέας να λειτουργήσει. Όμως το εκκλησάκι παρέμεινε κλειστό αυτή την Κυριακή. Δεν είχα πια ελπίδα ότι θα προσκυνούσα την εικόνα του Αρχαγγέλου στο εκκλησάκι του και είχα παράπονο.

Την επόμενη μέρα το απόγευμα, λίγο προτού δύσει ο ήλιος, ένοιωσα την παρόρμηση να πάω πάλι μια βόλτα στο εκκλησάκι, μήπως το βρώ ανοικτό. 

Πραγματικά είδα από μακριά την πόρτα ανοικτή και βρήκα μέσα μια γυναίκα που θύμιαζε και έναν άντρα που διάβαζε την Παράκληση στον Αρχάγγελο. Φίλησα την εικόνα του Άρχοντα Μιχαήλ και όταν τελείωσε η Παράκληση, άρχισε η γυναίκα να μου διηγείται την ιστορία της εικόνας. 

Η εικόνα λοιπόν αυτή ανήκε σε κάποιον πλουσιο βοσκό και την είχε παραγγείλει στο Άγιο Όρος για να την τοποθετήσει στο σπίτι του. Όταν πούλησε το σπίτι δεν του την έδιναν πίσω οι νέοι ιδιοκτήτες. Οπότε ο Αρχάγγελος παρουσιάστηκε στους νέους ιδιοκτήτες και τους ζήτησε να πάνε την εικόνα στο χωριό διότι όταν ο παλιός ιδιοκτήτης ήταν νέος, σώθηκε από βέβαιο πνιγμό με την επίκληση του Άρχοντα Μιχαήλ. Οι νέοι ιδιοκτήτες την έδωσαν πίσω, και ο βοσκός την τοποθέτησε στο εικονοστάσι, όπου ευρίσκεται από πολλά χρόνια.

Μιχαήλ Αρχάγγελος (28/3/2011) 

Ήταν αγουροξυπνημένος και κατσούφης, είχε μέσα του μια ανησυχία και ένα φόβο ότι κάτι θα συνέβαινε. Ήταν στην Αθήνα για δουλειές, ύστερα από μια κουραστική ημέρα και από ένα μακρύ νυχτερινό ύπνο κοντά στο μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο του.

Σκέφτηκε να μην απαντήσει, είχε ένα προαίσθημα σαν το ένστικτο του να τούλεγε κάτι κακό θα συνέβαινε. Είχε μια νευρικότητα, μια αδυναμία τον κυρίευσε και αισθανόταν το μυαλό του μαγκωμένο, νόμιζε ήταν από τη κούραση. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι αυτή την ανησυχία την είχε ξανανιώσει στο παρελθόν, έτσι περίμενε να έβγαινε αληθινή, ήξερε θα έρχονταν κακά μαντάτα.

Άνοιξε το τηλέφωνο και έμαθε τα κακά νέα. Η κόρη του είχε ατύχημα και έπρεπε να τρέξει, η κατάσταση της ήταν κρίσιμη. Έπεσε από τη σκάλα και χτύπησε στο κεφάλι. Καθώς ανέβαινε την ξύλινη σκάλα του σπιτιού κρατώντας στα χέρια της ένα φλιτζάνι με καυτό τσάι το οποίο κάποια στιγμή χύθηκε και από τον φόβο της να μην πέσει πάνω της και καεί, έκανε μια αδέξια κίνηση και έχασε την ισορροπία της. Κατρακυλώντας έπεσε κάτω χτυπώντας πολύ δυνατά στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

Γεμάτος ανησυχία και φόβο ανέβηκε σ ένα αεροπλάνο να γυρισει πισω. Ύστερα από ένα ταξίδι όλο αγωνία που κόντευε να τον τρελάνει, έφτασε στο αεροδρόμιο, πήρε το αυτοκίνητο του και έτρεξε στο Νοσοκομείο. Εκεί βρήκε όλη την οικογένεια, έτρεξαν κοντά του και τον ενημέρωσαν. Οι γιατροί τους πληροφόρησαν ότι ήταν τόσο σοβαρή η κατάσταση, πού δεν άφηνε καμιά ελπίδα, παρά μόνο αν αποφάσιζε άλλως πως ο Θεός. 

Σε μια στιγμή ο άτυχος πατέρας βλέπει τον γιατρό να βγαίνει, ήταν γνωστός του και έτρεξε κοντά του. Αυτός άρχισε να του εξηγεί με επιστημονικούς όρους ότι η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη, οπότε τον διακόπτει και τον ερωτά, 

- Δηλαδή, τελειώνει; 

Ο γιατρός δεν απάντησε, κούνησε απλώς καταφατικά το κεφάλι του. Έμεινε σαν χαμένος, έβλεπε τη μάνα να οδύρεται και να σπαράζει, άκουε τους άλλους και αυτοί να κλαίνε σαν χορός σε αρχαία τραγωδία, ένιωθε να μην υπάρχει πάτωμα στα πόδια του και το νου του να μην μπορεί να σκεφτεί. 

Τότε αισθάνθηκε μία φωνή μέσα του: 

-Προσευχήσου, προσευχήσου. 

Τί προσευχή να κάνει; Δεν ήξερε. Δεν είχε σχέση με την Εκκλησία. Αλλά η φωνή συνέχιζε να τον παρακινεί  

-Προσευχήσου, προσευχήσου. 

Προχώρησε και βγήκε στο μπαλκόνι μέσα στο σκοτάδι της νύχτας που άρχισε να πέφτει, και ασυναίσθητα άρχισε να παρακαλεί και να λέει λόγια που δεν θυμόταν ύστερα, αλλά που ήταν λόγια προσευχής για να γιάνει το παιδί του…

…Και εγινε το θαύμα. Ένιωσε μέσα του ο Θεός να τον πληρώνει με το Άγιο Πνεύμα του, ένιωσε να είναι κάπου αλλού όπου δεν υπήρχε ούτε χρόνος, ούτε χώρος. Γύρισε το βλέμμα του στα πέρατα του σκοταδιού σίγουρος ότι θα αντίκριζε το πρόσωπο του Θεού, και βλέπει μια λάμψη στο βάθος του ουρανού και ένιωσε να τον χτυπά στα μάτια ένα εκτυφλωτικό φώς που τον πονούσε και παρακαλούσε μέσα του να σβήσει. Ύστερα σιγά σιγά το εκτυφλωτικό φώς απομακρύνθηκε και στη θέση του φάνηκε μια οπτασία να στέκει στον αέρα, και να περπατά προς το μέρος του. Ταυτόχρονα ένιωσε μια αύρα να έρχεται από τα αντίπερα βουνά, και σαν γλυκιά ζεστασιά να τον λούζει και να τον προσπερνά… 

Όταν συνήρθε  θυμόταν ξεκάθαρα την γλυκεία μορφή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ –ήταν η μορφή ολόιδια με την εικόνα του Αγίου στο παρεκκλήσι της γειτονιάς του-, θυμόταν ότι του είχε μιλήσει εσωτερικά με τη σκέψη, αλλά χωρίς λόγια, και αισθανόταν να έχει κυριευτεί με ηρεμία, δεν φοβόταν για το παιδί του, ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Ένιωσε την αύρα που τον προσπερνούσε να φεύγει προς το μεριά που ήταν το παιδί του και ήξερε ότι ήταν η πνοή του Αρχάγγελου που θα θεράπευε τη μονάκριβη του κόρη. 

Γύρισε πίσω στο διάδρομο που ήταν οι άλλοι συγγενείς και τους είπε να σταματήσουν να κλαίνε γιατί ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έκαμε το θαύμα του, τον επισκέφτηκε και έφερε πίσω τη ζωή της μικρής του κόρης και τώρα ήταν καλά. Τους κάλεσε, και όλοι μαζί μπήκαν στο δωμάτιο της και την βρήκαν να κάθεται στο κρεβάτι ολο υγεία και ζωντάνια. 

 

Το Αγίασμα του Αρχάγγελου και η σπηλιά του Δράκου

Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς στο βιβλιο του «Εξήγησις τής γλυκείας χώρας Κύπρου», ή « Κρόνακα τουτέστιν Χρονικόν», γραφει: O μέγας Κωνσταντίνος μετά το βαπτιστήναι είδεν, ότι η δική μας χώρα η Κύπρος έμεινεν χωρίς τινάν χρόνους 36, διατί εγίνην πείνα μεγάλη απού αβροχίαν, και ούλη η σπορά εχάθηκεν και η πείνα εγίνη μεγάλη, και ούλα τα νερά των βρύσων εξεράναν, και επηγαίνναν οι ανθρώποι απού τόπον εις τόπον με τα κτηνά τους να εύρουν νερόν, να ζήσουν και τα κτηνά τους και ούλα εστεγνώσαν και λάκκοι και βρύσες, και αφήκαν την πανθαύμαστην Κύπρον και επεράσαν ωδά και εκειά όπου πασαείς ηύρεν ανάπαυσιν και το νησσίν έμεινεν χωρίς τινάν χρόνους 36.  

Οι τοπικοί θρύλοι και δοξασίες δεν αναφέρουν σχεδόν τίποτε για τη σπηλιά του δράκου, αλλά όσοι είναι μεγάλοι σε ηλικία θα την ενθυμούνται με το τοπωνύμιο Αγίασμα του Αρχαγγέλου. Λένε πως πήρε το όνομά της από ένα δράκο που ζούσε βαθιά μέσα στη σπηλιά, άγρυπνος φρουρός ενός αμύθητου θησαυρού. Η Σπηλιά του Δράκου βρισκόταν στο χαμήλωμα μετά το εκκλησάκι του Αρχάγγελου Μιχαήλ προς τη μερια του Νότου. Είχε υπόγεια λαγούμια που χάνονταν στα βάθη της γης, και το νερό ανέβλυζε αστείρευτο και πότιζε όλο τον κάμπο μέχρι τη θάλασσα. 

Πριν πολλούς αιώνες στη Κύπρο είχε συμβεί μεγάλη πείνα εξαιτίας παρατεταμένης ανομβρίας που κατέστρεψε όλη τη σπορά. Και η πείνα ήταν μεγάλη, όλα τα νερά των πηγών σταμάτησαν, κι οι άνθρωποι εμετακινούντο από τόπο σε τόπο μαζί με τα ζώα τους για να βρουν νερό και να ζήσουν. Κι όλα είχαν στεγνώσει και πηγάδια και πηγές, και  οι άνθρωποι εγκατέλειπαν τους τόπους τους και έφευγαν προς τα εκεί και προς τα εδώ, για να αγοράσουν λίγα τεράτσια ως τροφή για τα ζώα αλλά και για τους ίδιους, όμως και αυτά δεν αρκούσαν, έτσι που οι άνθρωποι έκαναν επιδρομές κατά αλλήλων, δηλαδή οι μεν στρέφονταν εναντίον των δε.

Σε κάποιο μέρος της περιοχής της Πάφου ζούσε ένας άνθρωπος που όλοι του είχαν εκτίμηση για την καλοσύνη και τη μόρφωση του, και πολλοι πίστευαν ότι είχε επιφώτηση από το Θεό. Μια ημέρα παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και του είπε να καλέσει τους ανθρώπους, και όποιοι τον ακολουθήσουν θα τους έπαιρνε σε τόπους χλοερούς με αστείρευτο νερό ώστε να ζήσουν καλύτερα. Έτσι έκαμε ο Άγιος άνθρωπος, ακολούθησε τον Αρχάγγελο και με τους ανθρώπους έφτασαν στην περιοχή της Χλώρακας. Μέσα σε μια λαξιά είδαν να τρέχει λίγο νερό, έσκαψαν και άνοιξαν μια σπηλιά όπου μέσα βρήκαν υπόγεια λαγούμια με αστείρευτο νερό που έτρεχε και χανόταν στα έγκατα της γης. Οδήγησαν το νερό προς τα έξω και πότισαν τη γη, και φύτεψαν όλο τον κάμπο μέχρι τη θάλασσα, έσπειραν, θέρισαν, αλώνισαν, μάζεψαν τις σοδειές, είχαν να φάνε και να πιούν. Έφτιαξαν ένα συνοικισμό με αρχηγό τον Άγιο άνθρωπο που τους καθοδηγούσε, ήσαν όλοι αγαπημένοι αναμεταξύ τους και όλοι περνούσαν καλύτερα από πριν… 

Τα χρόνια περνούσαν και η ανομβρία συνεχιζόταν. Ο πληθυσμός σε όλη την Κύπρο εξόν από το συνοικισμό στη Χλώρακα, υπέφερε αφού διψούσε και πεινούσε. Οι περισσότεροι άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Κύπρο καταφεύγοντας στις γειτονικές χώρες. Οι άλλοι που έμειναν μετανάστευαν από τόπο σε τόπο διαβιώντας με πολλη δυσκολία. Ο ένας σκότωνε τον άλλο, οι αδύνατοι κρύβονταν από τους δυνατούς, είχε καταντήσει ο τόπος να κατοικείται από άναρχους και ληστές. Ήταν μια παρατεταμένη ανομβρία που κράτησε πολλά χρόνια, όλοι οι τόποι ξεράθηκαν και ερήμωσαν.

Στο καταπράσινο συνοικισμό κανείς δεν ένιωθε δίψα ή πείνα, το νερό ήταν αρκετό και οι φυτείες παραγωγικές. Οι άνθρωποι έκτισαν σπίτια με αυλές και λουλούδια, δημιούργησαν νόμους, έκτισαν εκκλησία και ο παπάς ο Άγιος Άνθρωπος, επίλυε όποια προβλήματα υπήρχαν κατά καιρούς ανάμεσα των πολιτών… 

Τα καλά πράγματα όμως διαρκούνε λίγο λέγεται, έτσι εσυναίβει το ίδιο, άναρχοι ληστές που στο πέρασμα τους κατέφευγαν σε κλεψιές, αρπαγές, αιματοχυσίες και άδικους φόνους, και πολλά χωριά τα άφηναν ερείπια παραδίδοντάς τα στις φλόγες αφού πρώτα λεηλατούσαν τους κατοίκους και τους έδιωχναν ή τους σκότωναν αφήνοντας παντού ερήμωση, έτσι και σε αυτό το πέρασμα τους, σκότωσαν και λήστεψαν όλους τους κατοίκους του μικρού συνοικισμού. Βίασαν τις γυναίκες, έσφαξαν τα παιδιά και κρέμασαν τον παπά σε μια μεγάλη τρεμιθιά. Αφου μάζεψαν το πλιάτσικο σε ένα γουνάρι και αφου γιόρτασαν την επιτυχία τους, αποφάσισαν και κατοίκισαν οι ιδιοι τον συνοικισμό, διοτι σκέφτηκαν ότι ο κάμπος ήταν εύφορος και το νερό αστείρευτο… 

Απο τη φρίκη της σφαγής γλίτωσε μια κόρη με τον μικρότερο αδελφό της που κρύφτηκαν μέσα σε ένα θάμνο και φοβισμένοι παρακολουθούσαν τις επαίσχυντες πράξεις των ληστών. Περίμεναν τη νύχτα, και όταν οι ληστές άναψαν φωτιές και κάθισαν γυρω πίνοντας και διασκεδάζοντας την επιτυχία τους, έφυγαν κρυφά και κατέφυγαν στα βουνά της Τάλας όπου και κρύφτηκαν. Σαν τις άγριες αλεπούδες κατοίκησαν μέσα σε άβατα βάτα και σπηλιές, και με εξορμήσεις σε μάντρες και περβόλια, έκλεβαν τροφή και άλλα χρειαζούμενα έτσι που να μην πεθάνουν από τη πείνα…

Τα χρόνια πέρασαν, ο μικρός μεγάλωσε και εγινε ένας σπουδαίος ξακουστός ληστής, είχε μάθει την τέχνη από μικρός με το δυσκολο τρόπο. Στις επιδρομές του καμιά φορά δεν σκότωνε, έκλεβε μονο από πλούσιους, και πολλές φορές βοηθούσε τους φτωχούς. 

Ποτέ του δεν ξέχασε τους άτιμους ληστές που σκότωσαν με απάνθρωπο τρόπο τους δικούς του ανθρώπους. Το είχε σκοπό να εκδικηθεί, αλλά περίμενε να έρθει ο καιρός, και όταν η ήρθε, κατέβηκε στη χαμηλή περιοχή, κρύφτηκε σε σπηλιές και στήνοντας καραούλι σκότωσε ένα ένα όλους τους κατοίκους του καταπράσινου συνοικισμού. Δεν άφησε κανένα ζωντανό. Ήταν μια σφαγή χωρίς όρια που άφησε κατάπληκτο όλο τον υπόλοιπο πληθυσμό, γιατί εγίνηκε με άγριο τρόπο και πολύ μίσος, χωρίς λύπηση για γυναίκες νεαρές, ή έγκυες ή γριές, ούτε για μικρά παιδία, ή ανήμπορους και ανυπεράσπιστους γέρους. Ύστερα ανατίναξε με δυναμίτη τη σπηλιά απ όπου έτρεχε το νερό, το νερό σταμάτησε να τρέχει, και ο κάμπος ξέρανε και έγινε οπως παλιά, μια έρημη περιοχή.

Η σφαγή ήταν μεγάλη και το μακελειό τόσο, που ο κόσμος έφτιαξε ιστορίες και θρύλους, έλεγαν για κρυμμένους θησαυρούς μέσα στη σπηλιά που χάλασε, και για ένα δράκο που κατοικούσε εκεί, εννοώντας ίσως τον φοβερό ληστή που έσφαξε όλους τους κατοίκους.

Ύστερα από πολλά χρόνια άρχισε να αναβλύζει λίγο νερό, είπαν ήταν Αγίασμα, ήταν αρκετό όμως για να ποτίζονται λίγα περβόλια που ήταν δίπλα. Βλάστησαν πολλές βελανιδιές και δρύες, ενώ πολλοι κάτοικοι ενώ όργωναν βρήκαν αρχαίους τάφους που είχαν μέσα πλούσια ευρήματα, σημάδι της μεγάλης ακμής που είχαν οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του νερού ήταν ο Αγαθοκλής Μαρτέζος. Η περιοχή αγοράστηκε από πλούσιους επιχειρηματίες και στη δεκαετία του 1990 κτίστηκε με διαμερίσματα, αφου πρώτα διοχέτευσαν το τρεξιμιό νερό πίσω στη γη όπου και χάθηκε προς το παρών… 

 

Μια λυπητερή Ιστορία

Ο Άη Νικόλας ήταν για τις ψυχές πρώτα, να τις παίρνει. Αλλά ο Άη Νικόλας πονούσε να τις παίρνει και ο Θεός έβαλε τον Αρχάγγελο Μιχάλη. Είχανε στείλει τον Άη Νικόλα να πάρει τη ψυχή ενός νέου. Εκείνος όμως εσυμπονούσε και πήρε τη ψυχή μοιανού γερόντου αντί του νέου. Γι αυτό ο Θεός τον έβγαλε από τη θέση και έβαλε το Μιχαήλ που ήτανε πιο σκληρός.

Μια ιστορία λέει ότι σε ενα μέρος, στον «Καπυρό», τις τελευταίες μέρες του Ιούλη και τις πρώτες του Αυγούστου όταν υπάρχει άπνοια και αυξημένη υγρασία στην ατμόσφαιρα, σκιές με μορφή ανθρώπων εμφανίζονται με την ανατολή του ήλιου να προχωρούν και να  χάνονται στη θάλασσα. Ο «Καπυρός» είναι ένας τόπος που περιβάλλεται στα βορειανατολικά από ψηλούς πέτρινους γκρεμούς, λίγο ψηλότερα από τη θάλασσα της Χλώρακας. Κατά το γέρμα του ήλιου που οι αχτίνες του χτυπούν ολόισια τη περιοχή, οι θερμοκρασίες είναι πολύ μεγάλες και ο τόπος ζεστός όπως να υπάρχει αναμμένη πυρά, είναι γι αυτό και η ονομασία «Καπυρός». Μέσα σε όλη τη ξεραΐλα υπάρχει λαγούμι που τρέχει νερό από τα αρχαία χρόνια, παλιά σχημάτιζε μια λίμνη με πυκνή βλάστηση γύρω, και έλεγαν ότι εκεί ζούσαν Ζώθκια και Ανεράδες. 

Τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας οι Τούρκοι καταπίεζαν άγρια τους κατοίκους σε σημείο που οι περισσότεροι Έλληνες μετατράπηκαν δουλοπάροικοι τους. Η φτώχεια ήταν πολύ μεγαλη, ώστε πολλοι άνδρες που είχαν όμορφες γυναίκες έκαναν πως δεν καταλάβαιναν όταν οι Τούρκοι τις καλούσαν για δουλειά. Πολλές επίσης γυναίκες δεν αρνούνταν κάποιες επισκέψεις Τούρκων στα σπίτια τους. Όλα συνέβαιναν με σιωπή ανοχής και οι άνδρες χωρίς τιμή πλέον, χωρίς να ψηλώνουν το κεφάλι, έμεναν σιωπηλοί. 

Ήταν δυο αδερφές με τον μικρότερο εδερφό τους που έμεναν σε μια κάμαρη, και δυο άτιμοι Τούρκοι τις επισκέπτονταν επιδεικτικά όποτε γούσταραν εκθέτοντας τες σ όλη την κοινωνία χωρίς να νοιάζονται. Ο μικρότερος αδερφός δεν μπορούσε να αντιδράσει, κανείς δεν τον βοηθούσε να σταθεί εμπόδιο τους και να προστατέψει τις αδερφές του. Ώσο περνούσε ο καιρός τον έτρωγε το άχτι, δεν μπορούσε άλλο να αντέξει το ρεζίλεμα, χτίκιασε, αποφάσισε πήγε στον «Καπυρό» και κρεμάστηκε σ ένα δένδρο. 

Τα νέα ταξίδεψαν σαν αστραπή, πήγαν μακριά, άκουσε τα κακά μαντάτα ο Κωνσταντάς που ζούσε μακριά στα ξένα και ήταν θείος του μικρού παιδιού , ήταν αδερφός της μάνας του. Ήταν παλικαράς ανίκητος, χωρίς φόβο στην καρδιά, ούτε οι Τούρκοι δεν τα έβαζαν μαζί του. Του κόλλησαν το όνομα Κωσταντάς γιατί έμοιαζε με το Ρήγα Διγενή Κωσταντά, ήταν ανδρείος σαν και αυτόν. Σαν τόμαθε λοιπόν θυμώθηκε, καβαλίκεψε το άλογο του και κίνησε να επιστρέψει να πάρει εκδίκηση και να τιμωρήσει τους αίτιους του κακού, έτσι όπως άρμοζε να κάμει. 

Το έμαθαν τα Τουρκιά, πολύ φοβήθηκαν, αποφάσισαν να στήσουν ενέδρα και να σκοτώσουν δόλια τον παλικαρά. Κρύφτηκαν στο «Καπυρό» και όταν περνούσε ο Κωσταντάς μπαμ, τον πυροβόλησαν ταυτόχρονα, και με δυο σφαίρες στο κεφάλι έπεσε νεκρός. Χαρούμενοι για την εύκολη νίκη τους, με περισσό θράσος πήγαν στο χωριό, είπαν τα μαντάτα και διέταξαν να μην τον θάψει κανένας, να τον αφήσουν να τον φάνε οι σκύλοι και τα άγρια θηρία.

Έτσι λοιπόν άδοξα τέλειωσε η ιστορία του Κωνσταντή με τέλος τραγικό που δεν άρμοζε για τη μεγαλη του φήμη, και χειρότερα απ όλα τον άφησαν άταφο όπως ένα σκύλο, όπως ένα ψοφίμι. Έμεινε άταφος για πολλές μέρες, ώσπου ο Αρχαγγελος Μιχαήλ δεν άντεξε το άδικο, φύσηξε δυνατό άνεμο κι έφερε την άμμο από την παραλία και τον σκέπασε.
Πολλές φορές στα μέσα του καλοκαιριού, μες το χάραμα του φού και στην ανατολή του ήλιου, πολλοί ισχυρίζονται ότι έχουν δει σκιές να περιφέρονται, κάποιοι λένε ότι πρόκειται για αντικατοπτρισμό που οφείλεται στη διάθλαση των ηλιακών ακτίνων ανάμεσα των φυλλωμάτων και της νοτιάς. Πολλοί που τις παρατήρησαν είπαν ότι είναι ζώθκια, δηλαδή ξωτικά που περιφέρονται ανήσυχα. Οι κάτοικοι έφτιαξαν θρύλους και ιστορίες, άλλοι είπαν είναι αληθινοί, ενώ άλλοι τους αμφισβητούν. Κάποιοι λενε είναι οι ψυχές του μικρού αδερφού και του παλλικαρα Κωσταντά που δεν βρίσκουν αναπαμό και περιφέρονται στον τόπο που άφησαν την πνοή τους γυρεύοντας εκδίκηση.

 

Η νεκρανάσταση 

Για τον Μιχάλη ή Χάρο, λένε πως είναι κουφός και δεν ακούει κλάματα και θρήνους. Η  παράδοση λέει πως κάποτε ο Θεός τον έστειλε να πάρει την ψυχή μιας ετοιμοθάνατης πολυμελίτισσας μάνας. Ο Χάρος πήγε ως εκεί, αλλά ακούγοντας τα κλάματα των μικρών παιδιών της τα λυπήθηκε και γύρισε στο Θεό, χωρίς την ψυχή της άρρωστης μάνας. Ο Θεός τον ξανάστειλε κι αυτός ξαναγύρισε πάλι με τα χέρια άδεια. Τότε ο Θεός όταν είδε κι αυτή τη φορά να παραβιάζει την εντολή του, τον χτύπησε στ' αυτιά κι ο Μιχαήλ Αρχάγγελος ή Χάρος έχασε αμέσως την ακοή του. Κι από τότε δεν λυπάται κανέναν γιατί δεν ακούει. Έτσι παίρνει ασυγκίνητος τις ψυχές και τις πάει στον Άναρχο.

Την ιστορία αυτή μου την έλεγε η στετέ μου όταν ήμουν μικρός, ως θρύλο που και αυτή την ήξερε από τη δική της στετέ. Στις αρχές του 19ου αιώνα πέθανε μια νέα κοπέλα μοναχοκόρη που την έλεγαν Στασού. Ήταν μόλις 17 χρονών και από φτωχή οικογένεια. Στα καλά του καθουμένου σαν μαγείρευε για τον κύρη και την μάνα της που ήρθαν κουρασμένοι από τα χωράφια, ξαφνικά έπεσε κάτω πεθαμένη. 

Οι γονιοί και οι συγγενείς μαράζωσαν και έκλαιγαν πολύ και η μάνα παρακαλούσε τον Άη Νικόλα τον γείτονα της να της την φέρει πίσω και στη θέση της άς έπαιρνε μια άλλη, άς έπαιρνε αυτήν. 

Την άλλη μέρα αφού την έπλυναν με ανθόνερο της κιτρομηλιάς, της φόρεσαν την καλή της άσπρη φορεσιά και στολισμένη σαν τη νύφη την έβαλαν στο άσπρο σεντούκι ενώ το κλάμα σπαραχτικό ολονών ακουγόταν ως την κάτω γειτονιά. 

Ύστερα την πήραν στην εκκλησιά και της έκαμαν την κηδεία. Η χαροκαμένη μάνα όταν έσκυψε για τον τελευταίον ασπασμό, και ενώ σκυφτή από πάνω της την αγκάλιαζε τη φιλούσε και την έκλαιγε, η πεθαμένη κόρη άνοιξε τα μάτια της σαν να μην είχε πεθάνει, αλλά σαν να κοιμόταν. 

Ήταν ένα μεγάλο θάμα που έκαμε ο Άη Νικόλας σκέφτηκε η μάνα, και χαρούμενη μαζί με τους άλλους, κλαίγανε από χαρά, και δοξάζαν τον Θεό για το θαύμα που είχε κάμει. Κι ενώ όλοι ήσαν μες την χαρά, η νεκραναστημένη κοπέλα τους σταμάτησε και τους είπε να μην χαίρονται. Τους είπε ότι είχε πάει σε ένα μέρος πολύ όμορφο όπου της άρεσε, και ήταν πολύ ωραία και καθόλου δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Έμεινε λίγο διάστημα με έναν άγγελο τον Μιχαήλ Αρχάγγελο, ώσπου ξαφνικά άκουσε μια φωνή θυμωμένη να λέει του αγγέλου που την συνόδευε ότι δεν άκουσε καλά, δεν ήταν αυτή την Στασού που εννοούσε, αλλά την άλλη, στην κάτω γειτονιά.

Σε λίγο έμαθαν ότι μια άλλη κοπέλα που την έλεγαν και αυτή Στασου, στην κάτω γειτονιά, πέθανε ξαφνικά.

 

Ο Αρχάγγελος έκαμε το θαύμα του

Ο Χ΄ Τσιυρκακός Σιαμμάς παντρεύτηκε την Μαρίκα και όταν αυτή απεβίωσε παντρεύτηκε την Χ'' Λωξάνδρα. Έκαμε παιδιά τούς Χριστόδουλο Σιαμμά, τον Χαράλαμπο Σιαμμά, τον Τσιυπρή και την Δεσποινού Κυρηνέα.

Ο Χριστόδουλος Σιαμμάς κληρονόμησε από τον πατέρα του σχεδόν όλη την δυτική περιοχή της Χλώρακας. Ανάμεσα στην περιουσία ήταν και η καυκάλλα που μέσα κτίστηκε το εκκλησάκι του Αρχάγγελου Μιχαήλ, μια μεγαλη άγονη πετρώδη γη όπου εκεί έβοσκε τα πρόβατα του κοπαδιού του. Λέγεται ότι το έκτισε ο ίδιος, αλλά δεν είναι επιβεβαιωμένο. Την περισσότερη γόνιμη περιουσία την έδωσε προίκα στις κόρες του, έκαμε όπως συνηθιζόταν παλιά, δηλαδή προίκισε τις κόρες περισσότερο από τους αρσενικούς απογόνους. 

Την άγονη καυκάλλα με το παρεκκλήσι την κληροδότησε στον γιο του Λεωνίδα Σιαμμά και αυτός στον γιό του Γιώρκο Λεωνίδα Σιαμμά άλλως Γιωρκούϊν, ο οποίος συνέχισε το επάγγελμα του πατέρα του. 

Έξω από το ξωκλήσι τα καλοκαίρια έστηνε μάντρα για να χωρίζει τα ερίφια από τα πρόβατα. 

Είχε τον Άγιο Αρχάγγελο για Άγιο του, και πίστευε πολύ σε αυτόν. Όταν μια φορά πίστεψε ότι συνέβη ένα θαύμα που έσωσε τη ζωή του γιου του και του ίδιου, δώρισε το οικόπεδο με την εκκλησία στην κοινότητα της Χλώρακας, ώστε να μπορούν όλοι οι κάτοικοι να προσκυνούν και να ανάβουν το καντήλι στον θαυματουργό Άγιο. 

Τον Μάρτη και τον Απρίλλη η θάλασσα ημερεύει και είναι ο καιρός που οι ψαράδες ψαρεύουν αράδα, είναι η καλή εποχή τους. Όταν όμως η θάλασσα πει να αγριέψει, είναι η πιο κακή εποχή τους, είναι που στα καλά καθούμενα και δίχως ο καιρός να δείξει, αναταράσσουν τα νερά στα ξάφνου και στα γρήγορα, είναι οι εποχή που η θάλασσα πνίγει τους καλούς ψαράδες. Πιότερη γαλήνη και ηρεμία δεν ματάχει άλλους καιρούς, αλλά και το αντίθετο, έτσι που οι μεγάλες καιρικές μεταβολές που συμβαίνουν, δίνουν αφορμή στη λαϊκή φαντασία να πλάθει μύθους, θρύλους, παροιμίες και παραδόσεις, που αναφέρονται στα βασικά γνωρίσματά τους. 

Μέχρι τα μέσα του Απρίλη θεωρείται επίσης ότι οι ξαφνικοί και ισχυροί άνεμοι προξενούν ναυάγια και μέχρι τότε όσοι εχουν πλεούμενα προσέχουν δυο φορές, ή αποφεύγουν να ταξιδεύουν. Παρόλα αυτά, με τον ερχομό του Μάρτη οι ψαράδες βγαίνουν στη θάλασσα και ρίχνουν τα δίχτυα τους, είναι οι πιο καλές εποχές που πιάνουν ψάρια.

Ο Κώστας Λεωνίδα ο καλός ψαράς του χωριού, αφού με τον πατέρα του τον Γιώργο του Λεωνή όλη μέρα ξεκουράστηκαν, κατά τα μεσάνυχτα ανέβηκαν στη βάρκα τους και ανοίχτηκαν στα βαθειά, προς τη μεριά της δύσης. Έριξαν τα δίχτυα τους, και έγειραν πίσω να ξεκουραστούν, να περάσει η ωρα, νάρτει το ξημέρωμα για να τα ξαναμαζέψουν. 

Πήρε να χαράσσει, η θάλασσα ήταν όμορφη και γαληνεμένη, ο καιρός ήταν πεντακάθαρος, τίποτα δεν έδειχνε ότι θα άλλαζε. Ξύπνησαν από το λαγοκοίμισμα τους, πρόσεξαν μια άκρα ησυχία, είχε απανεμιά, τα νερά της θάλασσας ήταν ακίνητα. Έμειναν να κοιτάζουν τον μακρινό ορίζοντα, και μια ανησυχία τους κυρίευσε για την απόλυτη ησυχία του καιρού και της θάλασσας. 

Αποφάσισαν να μαζέψουν τα δίχτυα και να επιστρέψουν. Αρχίνισαν το εργο, και αφου τέλειωσαν, με ανακούφιση ετοιμάστηκαν για τον γυρισμό. Από το ακρωτήρι στο Κερατί, ως τον κόλπο των Ποτίμων πήγαιναν καλά, και το φως είχε φέξει αρκετα… 

Μα ξάφνου και απότομα, σκοτείνιασε ο ουρανός, και μια αστραπή φώτισε όλο τον βαθύ ορίζοντα. Μια βουή ακούστηκε, η θάλασσα αγρίεψε και είδαν από τα βαθιά του πέλαου να βγαίνει ένας ανεμοστρόβιλος που με ασύλληπτη ταχύτητα έτρεχε και ερχόταν με πολλη βουή ολόισια πανω τους. Είχε σημάνει το τέλος το κατάλαβε, ένιωσε την δύναμη του ανεμοστρόβιλου να τους αρπάζει και να τους σηκώνει ψηλά στον ουρανό, έκαμε τον σταυρό του, έκλεισε τα μάτια και ήταν έτοιμος να παραδοθεί στο Θεό. Ώσπου απότομα ένιωσε να σταματά η φόρα προς τα πανω, ένιωσε την βάρκα να πέφτει με δύναμη στο κενό, να χτυπά με δύναμη στη θάλασσα, και ύστερα τα δίχτυα με τα ψάρια μέσα να πέφτουν πανω τους και να τους σκουλλίζουν. 

Έτσι ξαφνικά που ήρθε το κακό, έτσι ξαφνικά πέρασε και έφυγε, ήταν όλα όπως πριν. Γύρισε και κοίταξε ανήσυχα τον πατέρα του να δει αν είναι καλά, τον είδε πολύ γαληνεμένο και τον άκουσε να ευχαριστεί το Θεό. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος του και του είπε να ευχαριστήσει τον Αρχάγγελο Μιχαήλ που τους έσωσε, και την άλλη μέρα να πάν να του ανάψουν το καντήλι. Του εξήγησε ότι την ωρα που ήρθε ο κίνδυνος, γύρισε κατά την Χλώρακα που είναι του Αρχαγγέλου, και του γύρεψε να τους γλυτώσει. Την ωρα που η άκρη του ανεμοστρόβιλου τους άρπαξε και τους σήκωσε μαζί του, απότομα σταμάτησε τη φορά του, άλλαξε πορεία, έφυγε και σβήστηκε στον ουρανό. Ο Μιχαήλ Αρχάγγελος είχε κάμει το θαύμα του.

 

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΝΗ

Όπως σε κάθε τόπο έτσι και στη Χλώρακα οι άνθρωποι ήταν προληπτικοί, πίστευαν σε διάφορες δοξασίες και φοβόντουσαν τις ανεράδες και τα φαντάσματα. Ήταν διαδώσεις που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα δημιουργώντας μύθους και ιστορίες. Ήταν εν σχεση με τις  Ανεραδες, τις λεγόμενες Νεράιδες, ή άλλως τις καλές κυράδες. Τις λέγανε παλιά Νηρηίδες, ύστερα νεράιδες, σήμερα Ανεράδες. Είναι συνήθως γυναίκες λεπτές, ψηλές, με μακριά ξανθά μαλλιά, ή ακόμα με πράσινα μάτια. Συχνάζουν σε διάφορα μέρη, αλλά περισσότερο τις βρίσκει κανείς μέσα στις θάλασσες και στις λίμνες. Σ αυτό το διήγημα θα γράψω για μια Ανεράδα που έλεγαν ότι έζησε στον Καπυρό, μια περιοχή της Χλώρακας όπου τα παλιά χρόνια υπήρχε ένα λαγούμι από το οποίο ανέβλυζε αστείρευτο νερό. Είναι μια όμορφη ιστορία που την έλεγαν σαν παραμύθι οι παλιοί στα παιδιά τους για νανούρισμα.

Ήταν μια κόρη ψηλή, όμορφη, πλούσια και από μεγάλο σόι. Κατοικούσε σε ένα μεγάλο σπίτι και ο κύρης της της είχε δούλες να την περιποιούνται, και δούλους να την υπηρετούν. Την είχαν καμάρι οι γονιοί της, αλλά από την πολλή τους αγάπη, δεν της χαλούσαν χατίρι, τόσο ώστε αυτή εγινε μια ξιπασμένη κόρη που δεν καταδεχόταν τους ταπεινούς χωρικούς του χωριού της. 

Είχε παρασυρθεί από την αλαζονεία της, συμπεριφερόταν υποτιμητικά σε όλους, τόσο  ώστε όλοι οι κάτοικοι  δεν την αγαπούσαν, την κατηγορούσαν, ίσως και να την μισούσαν. Το σπίτι της περιβαλλόταν από αμέτρητες σκάλες γης, στην δυτική μεριά είχε μια καταπράσινη μικρη όαση με ένα μικρό ρυάκι να τρέχει ολημερίς κι ολοχρονίς, χωρίς να στερεύει. Ανέβλυζε από κάτι βράχια, σχημάτιζε ένα μικρούτσικο καταρράκτη, και έπεφτε χάμω στη γη, σχηματίζοντας μια μεγαλη λίμνη, και ύστερα από κει έτρεχε και έφευγε κατά τη θάλασσα. Άρεσε πολύ στην κόρη αυτή η λίμνη, έτσι σχεδόν καθημερινά, πήγαινε εκεί με μια μικρη της δούλα για παρέα. 

Η μικρη δούλα ήταν δυστυχισμένη γιατί η αφέντρα της την είχε σε βάσανα μεγάλα. Της θύμωνε και την έδερνε χωρίς λόγο, την τιμωρούσε αφήνοντας την νηστική, την είχε σαν παιχνίδι για να κάνει τα καπρίτσια της, έτσι νόμιζε και  πίστευε η ίδια. Δεν είχε που να παραπονεθεί, ανεχόταν όλα τα βάσανα, δεν τα άντεχε όμως, έτσι καθημερινά, από μέσα της καταριόταν την κακιά αφέντρα, και παρακαλούσε τις Ανεραδες να βγουν από τη λίμνη και να την πάρουν μαζί τους κάτω στον βυθό και να την πνίξουν. 

Είχε ακούσει ιστορίες ότι ύστερα από τα μεσάνυχτα, κάποτε, έβγαιναν οι Ανεραδες από τη λίμνη και χόρευαν, κι αν υπήρχαν νιές κοπέλες εκεί, τις παράσερναν στο χορό, κι όταν κουράζονταν, έπεφταν στη λίμνη να ξεκουραστούν, παίρνοντας μαζί τους και αυτές.

Ήταν μια μέρα λίγες ώρες μετά τα μεσάνυχτα, ξύπνησε η δούλα από φωνες μέσα στο αρχοντικό που φωναζαν ανήσυχα και φοβισμένα. Ήταν οι αφέντες και οι άλλοι δούλοι, που ξεσηκώθηκαν και έψαχναν γιατί χάθηκε η κόρη του σπιτιού, είχε παει με το φεγγαρόφωτο στη λίμνη να σεργιανίσει, πέρασε η ωρα και δεν είχε γυρίσει. Για ώρες και για ημέρες έψαχναν όλοι στο χωριό να βρουν την κόρη, ο κύρης έταξε μεγαλη αμοιβή, αλλά αυτή δεν ανεβρέθει.

Και πέρασε ο καιρός, το αρχοντικό ντύθηκε στα μαύρα, κανείς δεν ξαναγέλασε, υπήρχε μια σιωπή σαν νεκρική σιγή, κανείς δεν μιλούσε στον άλλο, όλα ήταν μουντά και άραχνα.

Η μικρη δούλα ήταν σίγουρη ότι άκουσαν τις κατάρες της οι Ανεράδες και την πήραν μαζί τους. Στην αρχή χάρηκε, μα ύστερα όσο περνούσαν οι μέρες ένιωσε να της λείπει, το σπίτι ήταν άδειο και πεθαμένο χωρίς αυτήν, δεν υπήρχε χαρά, παρά μόνο λύπη. Κατάλαβε ότι δεν την μισούσε, παρά την αγαπούσε, και ίσως όταν της θύμωνε ή την έδερνε, να είχε δίκαιο. Ένιωσε τύψεις να την κυριαρχούν, μαράζωσε, την σκεφτόταν συνέχεια, δεν άντεχε άλλο, και ήταν ακόμα χειρότερα σαν έβλεπε τη μεγάλη θλίψη των νοικοκυραίων αφεντικών της.

Καποια μέρα δεν άντεξε, ήταν μεσάνυχτα με το φεγγάρι ολόγιομο, πήρε τη στράτα για τη λίμνη. Ήταν σίγουρη ότι θα έβγαιναν οι Ανεραδες, αυτή θα τις παρακαλούσε να φέρουν την κόρη πίσω. Σαν κόντεψε άκουσε γέλια και τραγούδια, ήταν οι Ανεραδες που χόρευαν. Πήγε κοντά τους και είδε την κυρά τους ανάμεσα τους, χαρούμενη να χορεύει και να τραγουδεί. Την πλησίασε και με κλάματα της εξήγησε για τον μεγάλο πόνο των γονιών της, των χωριανών της, και αυτηνής της ίδιας ακόμα. Την παρακάλεσε να επιστρέψει, αλλά η κόρη δεν ήθελε, περνούσε τόσο καλά μέσα στα νερά της λίμνης, ήταν καλύτερα μέσα παρά έξω.

Όμως ήταν τόσο μεγαλη η επιμονή και τόσο μεγάλος ο σπαραγμός της δούλας, που μια Ανεράδα όμοια με την Παναγία, την πλησίασε και της μίλησε. Ήταν φανερό πως ήταν η μεγάλη απ όλες Ανεράδα, άνοιξε το στόμα της και της είπε να πάρει την κόρη μαζί της, να την πάρει στους γονιούς της και στους χωριανούς της. 

Έτσι εγίνηκε, πήγαν πίσω στο χωριό, η χαρά ήρθε πάλι στο αρχοντικό, και έστρωσε ο κύρης της τραπέζια με πολλά φαγητά για όλους τους χωριανούς, έκανε γλέντι τρικούβερτο για την επιστροφή της κόρης που κράτησε οκτώ ήμερες, και που δεν ματάγινε άλλη φορά σε ολόκληρη την Κύπρο, σε όλο τον αιώνα κατά πως λένε. Η κόρη από τότες άλλαξε, εγινε καλή και προσιτή σε όλο τον κοσμο, μιλούσε σε όλους ευγενικά, ήταν καλόκαρδη και τους βοηθούσε όλους. Είπαν κάποιοι που ήξεραν ότι εκεί που πήγε είδε και έμαθε πολλά, ώστε άγινε σοφή και φιλόσοφη όπως ένας παντογνώστης. Είδε τον κοσμο από άλλη όψη, άλλαξε το χαρακτήρας της και έβαλε σκοπό να αλλάξει με τη σειρά της όλα τα κακά πανω στη γη. Την έλεγαν Μαργαρινή, έζησε πολλά χρόνια ισα με χίλια, γέρασε, και μόνη έννοια είχε να βοηθεί τον κοσμο. Ήταν μια ευγενική μορφή που ύστερα από την περιπέτεια της Άγιασε, εγινε πάνσεπτη, και όλοι την σέβονταν και της φιλούσαν το χέρι. 

 

 

Μέρος Δ΄

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ

Περιέχει 19 διηγήσεις οικογενειακές που αφορούσιν κατοίκους του χωρίου Χλώρακας.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

48. Οικογενειακοί δεσμοί, πρόλογος

49. Η ιστορία του Χ΄΄ Τσιυρκακού Σιαμμά 

50. Το πάθημα του Λεωνή 

51. Ο Τούρκος και ο γάιδαρος Χαλίλης

52. Ο Ημιονηγός 

53. Η ιστορία του Γιαννάτσιη

54. Η Αρτομησία

55. Τα παλιώματα

56. Το πιο μεγάλο χταπόδι

57. Κώστας Λεωνίδα Παπακώστας

58. Το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας Ταπακούδη και ο Άγιος Λιμπρός

59. Ιστορία σαν παραμύθι, η ιστορία του Αζίνα 

60. Η μεγάλη λάμψη 

61. Ο Σωτήρης Στυλιανού 

62. Οι Αλυκάτορες 

63. Η Μαρία του Γιωρκουθκιού 

64. Η προέλευση του επώνυμου Πενταράς 

65. Ιστορίες του Χαλουσή δικαστή, Ο δυναμίτης 

66. Ιστορίες του Χαλουσή δικαστή, Οι τσίγγοι 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ

 Εισαγωγή

Σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει μέσα τους η καλοσύνη, και είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που μπορεί να μην συμβαίνει αυτό. 

Όταν στες οικογένειες υπάρχει έστω ένας που να μπορεί να καθοδηγεί τους άλλους, τότες συνήθως όλα πάνε καλά. Όταν ακόμα αυτός, έστω ο ένας είναι ανωτέρου λογικής και εγνωσμένων χαρισμάτων ώστε να εισα όλο το σόι, ακόμα και όλη την γειτονιά, ή μια ολόκληρη κοινότητα. 

Ακόμα μπορεί κάποτε, η δόξα και ο πλούτος να οδηγήσουν τον άνθρωπο σε έπαρση ώστε να νομίζει και να πράττει διαφορετικά, και να είναι σίγουρος ότι έχει δίκαιο…

Είναι καταστάσεις που δημιουργούνται ως εκ του αποτελέσματος των διαφόρων συμπεριφορών, οι οποίες πηγάζουν από τον τρόπο σκέψεως των ανθρώπων. 

 

Ήτανε μια φορά μια οικογένεια, όπου ένας εξ αυτών είχε σπουδαία διευθυντική θέση σε τράπεζα. Έτυχε κακιά στιγμή, μια χρονιά έπεσε έξω, και οι ισολογισμοί είχαν έλλειμμα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ήταν όμως τυχερός, γιατί είχε ένα ξάδερφο χαρισματικό άνθρωπο που ήταν σεβαστός σε όλο το σόι, που αγαπούσε την οικογένεια και τους συγγενείς, και σκεπτόμενος σαν αρχηγός, αποφάσισε ότι έπρεπε όλοι να συνδράμουν ώστε να ξεπεραστεί η δυσκολία που έτυχε στον ξάδερφο τραπεζίτη. 

Πήρε από τη γριά μάνα του ένα μικρό κομπόδεμα, χρήματα που τα μάζευε ολόκληρη ζωή για να προικίσει την μοναχοκόρη της όταν θα την πάντρευε. Έπεισε και τα αδέρφια του όλα μαζί με τα άλλα ξαδέρφια και υπέγραψαν ως δανειζόμενοι για την κάλυψη του υπόλοιπου ελλείμματος ώστε να φαίνεται σαν δάνειο, έτσι μ αυτό τον τρόπο ο διευθυντής ξάδερφος γλύτωσε την φυλακή…

Τα χρόνια πέρασαν, ο γιος του διευθυντή της τράπεζας μεγάλωσε, τέλειωσε τις σπουδές του, προόδευσε και έγινε διευθυντής των διευθυντών όλων των παραρτημάτων της ίδιας τράπεζας που δούλευε ο πατέρας του. 

Μια μέρα τον επισκεφτηκαν στο σπουδαίο του γραφείο ένας από τα αδερφια του χαρισματικού ξαδέρφου μαζί με τον μεγάλον γιο του, και του εζήτησαν να μεσολαβήσει στο παραρτημα της τραπεζας του χωριου, για ένα μικρό δάνειο. Ηθελαν τα χρηματα για να στειλουν τον μικρο γιο της οικογενιας να σπουδασει γιατι ηταν αριστος στα γραμματα.

Ο μεγαλοδιευθυντής τους αρνήθηκε τη χάρη, διότι τους εξήγησε δεν συμφωνούσε με την διενέργεια ρουσφετιού, και αυτό του ζητούσαν να κάμει. 

Ο μικρός γιός αντί για σπουδές στην Ελλάδα, ξενιτεύτηκε στον μακρινό Καναδά όπου δουλεύοντας σκληρά και νυχθημερόν κατάφερε με τη βοήθεια του θεού να σπουδάσει και να στραφεί στον τόπο του σπουδασμένος και μορφωμένος. 

 

Στην επιστροφή έμαθε ότι ο μεγαλοδιευθυντής ήταν στην φυλακή. Έτυχε κακιά στιγμή, μια χρονιά έπεσε έξω και οι ισολογισμοί είχαν έλλειμμα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Η κακή του τύχη όμως ήταν ότι ο χαρισματικός ξάδερφος που είχε βοηθήσει τον πατέρα του είχε πεθάνει, ενώ οι υπόλοιποι της οικογένειας ήταν κακοφανισμένοι μαζί του, ένεκα που δεν μεσολάβησε για το σπουδαστικό δάνειο που του ζητήθηκε, έτσι δεν βρέθηκε άνθρωπος να τον βοηθήσει. 

Συμπέρασμα: Πρεπει αναμεταξύ των οικογενειών να υπάρχει αγάπη και αλληλοβοήθεια ως εαυτόν, ειδάλλως κανείς άλλος συνήθως δεν θα νοιαστεί, παρά μόνον θα υποβοηθήσει για περισσότερη καταστροφή, ίσως με ευχαρίστηση

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Χ΄΄ ΣΙΥΡΚΑΚΟΥ ΣΙΑΜΜΑ (1840)

Ο πατέρας του Κυριάκου Σιαμμά από φόβο ότι θα ήταν ένα από τα θύματα των σφαγών της 9ης Ιουλίου του 1821 επειδή συγγενείς του είχαν ανάμειξη στα γεγονότα εναντίον των Τούρκων, τρομοκρατημένος για να γλιτώσει έφυγε από την Κύπρο και ζήτησε καταφύγιο στην Αίγυπτο. 

Κατοίκησε για πάντα εκεί, στην Κύπρο γύρισαν τα τρία παιδιά του. Ο ένας, ο Κυριάκος ερχόμενος, πέρασε από τους Αγίους τόπους, έτσι ονόμασε τον εαυτό του Χατζιηκυριάκο. Ήταν ένας καχεκτικός νέος που του άρεσε η ησυχία και η μοναξιά, ζήτησε εργασία σε ένα βοσκό με ανταμοιβή φαγητό, και κάθε χρόνο έξι αρνιά. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια όταν πίστεψε ότι μπορούσε να φτιάξει κοπάδι με όσα ζώα μάζεψε, τα πήρε και ανέβηκε στα βουνά, έκτισε την μάντρα του και μια κάμαρη, και κατοίκησε μες τις ερημιές και τα λαγκάδια, παρέα με τα πρόβατα και τα πουλιά. 

Πέρασε ο καιρός, ζούσε στην ησυχία του, ώσπου μια μέρα αρρώστησε βαριά, δεν είχε αναπνοή, κατάκοιτος και μοναχός, προσπαθούσε να βρει γιατρειά, μα χωρίς αποτελεσμα. 

Ήταν μια νύχτα παγωμένη, ήταν το φεγγάρι ολόγιομο και η έρημη περιοχή φωτιζόταν με το κίτρινο φως του, ένα χλωμό παράξενο και γεμάτο φόβο φως. Μια ψυχρή πνοή ανέμου φυσούσε αδύνατα, και σκέπαζε δυνατά με πολλη παγωνιά ότι άγγιζε. Μια πνοή τόσο παγωμένη που όλα τα πάγωνε και τα σκότωνε. Τα ζώα και τα πουλιά κούρνιαζαν φοβισμένα, τα φυτά και τα ζουζούνια έγερναν και πέθαιναν. Η υγρασία πάγωσε και η γιάλλα σκέπασε όλη τη γη, εγινε σαν καθρέφτης και μέσα του φαινόταν το άρρωστο κίτρινο φως του φεγγαριού σαν προμήνυμα κακών μαντάτων και άσχημων πραγμάτων.

Ήταν έρημη η βουνοπλαγιά, όλα ακίνητα και πεθαμένα, ακουγόταν μονο το ελαφρύ σφύριγμα της παγωμένης πνοής που αρρώσταινε και σκότωνε ότι άγγιζε. Ακουγόταν μαζί και το μακρόσυρτο ουρλιαχτό του λύκου που έσμιγε ο ήχος του με τους ρόγχους τους επιθανάτιους του νεαρού παλικαριού. Που κατάκοιτος και άρρωστος τον άφηνε και έφευγε η ζωή του, παγωμένη και αυτή από τη τσουχτερή παγωνιά. Ήταν σε μια καλύβα μοναχική, δίπλα στην μάντρα με τα ζώα, είχε αρρωστήσει και ήταν μόνος και έρημος μες την έρημη βουνοπλαγιά, μόνος αυτός μες την παγωμένη φύση. Πανω στο αχυρένιο στρώμα εδώ και μέρες με δυσκολία στην αναπνοή και μαύρους κύκλους στα  μάτια που δεν είχαν δύναμη νάναι ανοιχτά, είχε νιώσει τον θάνατο που ήρθε και παρακαλούσε να ζήσει, και πάλευε για να ζήσει, ώσπου τελικά τα κουρασμένα στήθη σταμάτησαν να ανεβοκατεβαίνουν, και η αδύνατη καρδιά έπαυσε να χτυπά ενώ στο κίτρινο πρόσωπό του απλώθηκε το άσπρο του θανάτου. Ένα κουφάρι στο κρεβάτι, και η παγωμένη πνοή του αέρα που τον σκότωσε έμπαινε από τις χαραμάδες της πόρτας…

Η ωρα πέρασε, ήρθε το πρωί, η παγωνιά έπεσε, και το φως της αυγής πήρε να χαράζει. Ο αέρας δυνάμωσε, έλιωσε η γιάλλα και η πόρτα στο μικρό σπιτάκι άνοιξε από τον αέρα και χτυπούσε τακα τουκ. Ένα δροσερό αεράκι άγγιξε το πρόσωπο του πεθαμένου παλικαριού, και ως να κοιμόταν άνοιξε τα μάτια, χασμουρήθηκε και με ένα πήδο πετάχτηκε όρθιος… Στάθηκε στην πόρτα κι αγνάντεψε πέρα τα αντικρινά βουνά, και έμεινε να κοιτάζει σκεφτικός. Θυμόταν την χθεσινή νύχτα που δεν είχε αναπνοή, θυμόταν την ψυχή του να φεύγει, και το πνεύμα του να ταξιδεύει, να κινείται  με  τρομαχτική  ταχύτητα σε όλη την οικουμένη, ακόμα  και  μέσα  στην  ύλη.  Θυμόταν ξεκάθαρα τη διαδικασία  του  θανάτου του, ήταν   ευχάριστη  και  πνευματική, ήταν ένα ταξίδι που του άρεσε, που ταξίδεψε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα πέρατα του ουρανού, που συνάντησε ένα απέραντο φως και που ενώθηκε μαζί του, εγινε ένα με αυτό, και ένιωσε το πνεύμα του να αγαλλιά…

Έμεινε να κοιτάζει από την πόρτα όλη την γυρω φύση και σκεφτοταν γιατί γύρισε πίσω, γιατί δεν έμεινε εκεί που ήταν τόσο ωραία. Κατάλαβε ότι εγινε θαύμα, μέσα του ένιωθε γαλήνη, γονάτισε και προσευχήθηκε. Σηκώθηκε και προχώρησε προς τη μάντρα, είχε ένα αίσθημα ανήσυχο για τα πρόβατα, ήταν πολύ το κρύο για να το αντέξουν. Σαν κόντεψε τα είδε όλα νεκρά, ήταν η νυχτερινή παγωμένη πνοή του θανάτου που πέρασε και μαζί πήρε αυτόν, πήρε και τα ζά. Με έκφραση απόλυτης ηρεμίας και στωικότητας αντίκρισε τον ομαδικό θάνατο, τον είχε «ζήσει» και αυτός, ήταν μια απόλυτη εμπειρία, μια κατάσταση έξω από τη συνηθισμένη. Και δεν μπορούσε ύστερα από τέτοια εμπειρία να παραμείνει  ασυγκίνητος ήταν ένα σημείο του Θεού που τον έκαμε να νιώθει άμετρη ηρεμία, ένιωθε ότι πέρασε από την κρίση του Θεού…

Γύρισε στη κάμαρη, άνοιξε το παλιό μπαούλο και πήρε την βαριά κάπα, έβαλε στην βούρκα του φαί και ροβόλησε την βουνοπλαγιά. Ήθελε να κατέβει στον κάμπο, να αλλάξει ζωή, να δει ανθρώπους, να ζήσει μαζί τους. Ένιωθε μέσα του μια ανάγκη, δεν μπορούσε άλλο μοναχός, είχε μια ανάγκη φυγής μακριά από την ως τώρα στεγνή καθημερινότητά του, τα φυλακισμένα του συναισθήματα αναζητούσαν διέξοδο, οι αισθήσεις του ήταν σε επιφυλακή για δράση, και η αιώνια αναμονή που παραλύει τα πάντα, ήθελε να τελειώσει. 

Περπάτησε ώρες πολλές, έβαλε σημάδι την ξέρα του «Φερφουρή» στη θάλασσα της Χλώρακας. Εκεί ήθελε να παει, εκεί να κατοικήσει, μέσα στους κάμπους, δίπλα στη θάλασσα, κοντά στην πόλη του Κτημάτου μιας πόλης στην οποία θα μπορούσε να χαθεί  και με φαντασία να ζήσει κάτι πρωτόγνωρο, καινούργιο, ήθελε να ονειρευτεί, να πετάξει, να απελευθερώσει όλα όσα κρύβει η ψυχή, ήθελε να αποκαλύψει τη γνήσια πνευματικότητα, να κυνηγήσει σκοτεινές και φλογερές παρορμήσεις, να αισθανθεί ελεύθερος.

Υ.Γ. Ο Χ" Τζιητσιυρκακός κατοίκησε στη Χλώρακα, απέκτησε μεγαλη περιουσία και έγινε ο άρχοντας της περιοχής. Παντρεύτηκε την Μαρίκα, και ύστερα την Χ'' Λωξάνδρα. Απόγονοι τους ήταν οι Χριστόδουλος Σιαμμάς αλλως Ττοουλούην, ο Χαράλαμπος, ο Τσιυπρής, και η Δεσποινού η οποια παντρεύτηκε τον Ευστάθιον Κυρηνέαν Λαούρη που εργαζόταν ως μισταρκός στον πατέρα της.

 

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΗ

Ήταν μια φορά παλιά, πριν από 100 χρόνια και βάλε, ένα αντρόγυνο που ζούσε φτωχικά και δούλευαν σκληρά για να θρέψουν τα μικρά παιδιά τους που ήταν κάμποσα. 

Ήταν ο Λεωνής και η Δεσποινού, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και την γεωργία, ακόμα και με το εμπόριο ή ότι άλλο ήθελε προκύψει. Δούλευαν σκληρά μέρα νύχτα, έπρεπε να διασφαλίζουν συνέχεια με όλους τους τρόπους τα προς το ζην, μόνο αυτό είχαν για μέλημα. Ήταν δύσκολες οι εποχές, ούτε καινούργια ρούχα ήθελαν, ούτε πανηγύρια, ούτε και άλλες πολυτέλειες. Όποιος είχε να φάει τότες, λογαριαζόταν τυχερός, λογαριαζόταν εύπορος…  

Πιο κάτω από το σπίτι τους λοιπόν, είχαν την μάντρα με τα πρόβατα, μέσα στο αλώνι όπου εκεί αλώνιζαν το σιτάρι και το κριθάρι, τον βίκο και τα ρεβίθια, αλλά και το καννάβι, όλο δηλαδή το βιός που παρήγαγαν στα χωράφια τους που όργωναν, έσπερναν και θέριζαν μοναχοί τους με μόνα εργαλεία ένα αλέτρι, δυο βούδια και μια βουκάνη.

Το όργωμα γινόταν με το παραδοσιακό αλέτρι που το έσερναν βόδια, το θέρισμα και αυτό με το δρεπάνι, και το αλώνισμα με τη βουκάνη, ένα επίπεδο ξύλο αρκετά βαρύ που στο κάτω μέρος του είχε σφηνωμένες μικρές κοφτερές σκληρές πέτρες (αθκιάτζια) για να αλέθουν τα δεμάτια. 

Μέσα στο αλώνι υπήρχαν δρύες μεγάλοι και πανύψηλοι που από την μεγάλη φυλλωσιά τους πέρναγε ο αγέρας φέρνοντας τη δροσιά, και κάτω από την φυλλωσιά και τη σκιά τους πέρναγαν τις μέρες και τις νύχτες οι καλοί μας γεωργοί ώσπου να τελειώσει όλη εργασία που διαρκούσε πολλές μέρες του καλοκαιριού. Εκεί είχαν τα κρεβάτια τους καμωμένα απο σακούλες και ποκαλάμες, είχαν την νηστκιά τους που μαγείρευαν, είχαν τα σκεύη τους, είχε και ένα εκκλησάκι που τους πρόσεχε. Ήταν του Μιχαήλ Αρχάγγελου, και μέσα σε αυτό προσέτρεχαν όταν ο καιρός χαλούσε ή όταν καποια φορά οι βροχές έρχονταν παράκαιρα.

Ήταν Σεπτέμβριος μήνας τέλος του καλοκαιριού, είχαν γεμίσει οι κούζοι χαλούμια, είχαν αλωνέψει βίκο, ρεβίθια και μαυρόκοκκο, έπρεπε ο Λεωνής να βγει στην γύρα να πουλήσει, να μαζέψει χρήματα, να ψωνίσει. Στο πέρα χωριό της Τσάδας είχε πανηγύρι, ήταν οι 14 του Σεμπτέβρη, ήταν η γιορτή του Τίμιου Σταυρού της Μίνθας. Είχαν ένα κτηνό έναν γάιδαρο τον Σιερκά, που ήταν αργός αλλά δυνατός και είχε πολλή αντοχή. Σηκώθηκε ο Λεωνής απο τα μεσάνυχτα που λέει ο λόγος, και σέλωσε τον Σιερκά. Έβαλε πρώτα το στρατούρι και ύστερα την σιρίζα. Φόρτωσε μέσα σε αυτήν την πραμάτεια, καβαλίκεψε και αυτός, και όρτσα για την Τσάδα. Ήταν κάμποση η στράτα, υπολόγιζε με το ξημέρωμα να είναι εκεί, να βρεί πόστο καλό, να απλώσει την πραμάτεια και να την πουλήση. Είχε φορτώσει χαλούμια, αναρές, λίγα ρεβίθια και βίκο. Είχε ακόμα φορτώσει μαυρόκοκκο, ένα είδος σπόρου σαν μαύρο σουσάμι που είχε σπουδαία γεύση και το έβαζαν πάνω στο ψωμί ως βούτυρο ή μαρμελάδα. Σ αυτό βασιζόταν πιο πολύ, γιατί είχε ζήτηση καλή. Εξεκίνησε και επήγαινε, εις την πολλή την ωρα, τον επήρε ο ύπνος. Ήταν κουρασμένος, είχε έγνοια, προσπάθησε να μείνει ξύπνιος, δεν τα κατάφερε. Στο δρόμο που πήγαινε πέρασε κάτω από ένα χαμηλό δένδρο, έδωκε στην κεφαλή του ένα κλωνί με φύλλα και εξύπνησε απότομα. 

Ξιπάστηκε και άρχισε να φωνάζει και να λέει, «μαυρόκοκκος, φτηνός μαυρόκοκκος»… Από την πολλη έγνοια που είχε, με το απότομο ξύπνημα άρχισε να διαλαλεί την πραμάτεια του. Ξύπνησε και προσπάθησε να μείνει έτσι, μην και ο γάιδαρος λοξοδρομήσει και παει αλλού. 

Πήγαινε, πήγαινε…, ξανακοιμήθηκε. Σε κάποια στιγμή ένιωσε το «κτηνό» να σταματά, ξαναξύπνησε. Κοιτάζει γυρω νυσταγμένος, είχε ξημερώσει,  βλέπει ομπρός του την Δεσποινού, την γυναίκα του. Απορημένος και ξαφνιασμένος την ερωτάει τι γυρεύει αυτή στο πανηγύρι, ενώ η Δεσποινού πολύ θυμωμένη τον ερωτάει τι κάνει εδώ, και δεν είναι στην Τσάδα, στο πανηγύρι ως έπρεπε να είναι… 

Είχε κοιμηθεί, ο γάιδαρος αντί να τον πάρει στο πανηγύρι, έκλωσε και τον ξανάφερε στο αλώνι. Έχασε το πανηγύρι, έχασε την ευκαιρία να πουλήσει, να ψουμνήσει, ή να καμει ανταλλαγή προϊόντων. Το χειρότερο όμως που ήξερε ότι θα συνέβαινε, ήταν η μουρμούρα της Δεσποινούς που σίγουρα θα διαρκούσε πολλές ημέρες.

 

Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΧΑΛΙΛΗΣ

Τον παλιό καιρό οι κάτοικοι της Χλώρακας ελλείψει άλλων μεταφορικών μέσων, διακινούνταν με τα γαϊδούρια. Ο Λεωνής ο Σιαμμάς ενας βοσκός, αλλα ταυτόχρονα και περβολάρης, είχε δύο γάιδαρους, τον ένα τον ονομάτισε Σιελϊονά και τον άλλο Χαλίλη. Χαλίλης ήταν ένας Τούρκος που αγόραζε το γάλα από τους βοσκούς και το επεξεργαζόταν φτιάχνοντας κυρίως χαλούμια και αναράδες. Οι βοσκοί ήταν πολλοί, και αυτός μοναχός πράτης. Ήταν δηλαδή πολλή η προσφορά, και λίγη η ζήτηση. Ήταν λογικό λοιπόν να ρίχνει τις τιμές για ίδιον όφελος και σε βάρος των γαλακτοπαραγωγών βοσκών. Για τούτον το λόγο, ο Λεωνής τον είχε άκτι, έτσι ονομάτισε τον γάιδαρο του Χαλίλη. 

Τα περβόλια που ρέντευε ήταν στη περιοχή της Βρέξης, κάτω ακριβώς από τη Τουρκική συνοικία του Μουττάλου. Οι Τούρκοι εκείνους τους καιρούς ήσαν οι ευνοούμενοι των Άγγλων αποικιοκρατών της Κύπρου, και βαλτοί να δημιουργούν προβλήματα και φασαρίες στους Χριστιανούς. Ο Λεωνής ο Σιαμμάς που είχε μέσα του αίσθημα πατριωτικό, μη μπορώντας να αντιδράσει διαφορετικά, ξέσπαγε συνήθως λέγοντας λόγια απαξιωτικά για τους Τούρκους, π.χ. όταν ήθελε να καπνίσει ναργιλέ, έλεγε τη χαρακτηριστική φράση, «Ενν άψουμεν τον Μωχάμετη», καθώς επίσης όπως είδαμε πιο πάνω αλλά θα δούμε και παρακάτω, φώναζε τους γάιδαρους με Τουρκικά ονόματα θέλοντας έτσι να τους παρομοιάσει με αυτούς. 

Συνηθως ο Λεωνής δεν πουλουσε το γάλα από τα προβατα του, αλλά το επεξεργάζονταν οικογενειακώς. Όταν όμως υπήρχαν δουλειές στα χωρέφια, το πουλούσε στον Χαλίλη εφέντη.

Ο Χαλίλης εφέντης κατοικούσε στη δυτική μεριά του Μουττάλου της Τούρκικης συνοικίας της Πάφου. Είχε στη δούλεψη του χανούμισσες που ζύμωναν το γάλα, καθώς και τη γυναίκα του που το ζύγιζε και το παραλάβαινε από τους βοσκούς, ενώ ο ίδιος συνήθως έλειπε για άλλες δουλειές.

Ο Λεωνής όταν μετέφερνε το γάλα χρησιμοποιούσε συνήθως τον γάιδαρο τον Σιελιονά επί σκοπού, μήπως και ξεχνιόταν καμιά φορά την ώρα της παράδοσης και φώναζε τον γάιδαρο με το συνώνυμο όνομα του Τούρκου πράτη δημιουργώντας έτσι παρεξήγηση. 

Μία των ημερών λοιπόν που ο γάιδαρος ο Σιελιονάς ήταν στο αλώνι, ο Λεωνής φόρτωσε τον άλλο γάιδαρο τον Χαλίλη και φτάνοντας στο Μούτταλο έκατσε στη σειρά έξω από το σπίτι του πράτη Χαλίλη για να ρθεί το γυρί του να ξεφορτώσει το γάλα.

Στην κάμποση ώρα, το γαϊδούρι με το βαρύ φορτίο στη συρίζα άρχισε να δείχνει ανήσυχο και τάρασσε εδώ και εκεί χωρίς να βρίσκει αμάντα ( ησυχία). Ο Λεωνής το σιουμάλιζε (χάιδευε) να το υσηχασει, αλλά το γαϊδούρι τίποτα. Σε κάποια στιγμή δυσπιρκασμένος ο Λεωνής, του έβαλε τη φωνή, 

-σταμάτα Χαλίλη, μεν ταράσσεις τσιαι εν να σιωνώσεις το γάλα. 

Αμέσως κατάλαβε τη γκαφα του και δάγκωσε τα χείλη του, ήταν όμως πλέον αργά. Ότι φέρνει η ώρα λέει η παροιμία, δεν τα φέρνει ο χρόνος. Γεμάτος ενοχή, γύρισε προς τη χανούμισσα Τουρκάλα με την ελπίδα μήπως δεν άκουσε, αλλά την είδε αγριεμένη και με θυμό και παράπονο αρχίνησε να του λέει, 

-Μπράβο πε, λαλείς όνομα γάρου σου, όνομα άνδρα μου, έν αντρέπεαι; Άμα είσε έτσι, εν πιάννω γάλα σου.

Από τότες ο Λεωνής άλλαξε το όνομα του γαϊδάρου, και τον φώναζε Σιερκά…

Το συνήθειο όμως δεν είναι εύκολο να κοπεί... 

Την παραγωγή από τα περβόλια του συνήθως τη φόρτωνε στον γάιδαρο του με το νέο όνομα τον Σιερκά, και πήγαινε στη συνοικία του Μουττάλου να τα πουλήσει. Φόρτωνε ποικιλία χορταρικών, κρεμμύδια, παντζάρια και πατάτες. Κάθε φορά οι Τουρκάλες τον ανέμεναν να ψωνίσουν γιατί είχε βγάλει καλό όνομα για την καλή ποιότητα των οπωρικών του. Μια φορά όμως στην κεντρική πλατεία που δεν φαίνονταν κοντά να υπάρχουν Τούρκοι, πάλι ξεχάστηκε και αποκάλεσε το γάιδαρο του Μομίνη. Ο Μομίνης ήταν ένας Τούρκος γυρολόγος που γύριζε τα χωριά και φώναζε -αυκά πουλιά γοράζω, ποτσιά της πογιάς, 

για να ακούσουν οι νοικοκυρές να βγουν έξω και να κάμουν τράμπα. Εκεί λοιπόν που νόμισε ότι δεν τον άκουσε κανείς, νάσου από μια αυλή σπιτιού δίπλα του, να βγαίνουν πέντε έξι χανούμισσες και να τον περικυκλώνουν απειλητικά, ενώ από πιο πέρα αρχίνησαν να έρχονται και άλλες που είδαν τις πρώτες και αντελήφθησαν ότι κάτι συμβαίνει. Σε λίγα λεπτά τον είχαν περικυκλώσει κάμποσες έτοιμες να τον «δικάσουν». 

Ο Λεωνής ο Σιαμμάς έντρομος έμεινε να τις κοιτάζει λυπητερά και αμήχανα. Ήξερε ότι οι Τούρκοι το έφεραν βαρέως και δεν ανέχονταν οι Χριστιανοί να ονοματίζουν τους γάιδαρους Τουρκικά. 

Αυτό το χασκιασμένο και λυπητερό του ύφος όμως, ήταν αυτό που τον γλίτωσε. Μια Τούρκισσα χανούμισσα πελάτισσα του τον λυπήθηκε και έκαμε πρόταση να μην τον δικάσουν, αλλά και ο Λεωνης να μην ξαναφωνάξει τον γάιδαρο του με Τούρκικο όνομα.

Από τότες ο Λεωνης, φώναζε τον γάιδαρο του μόνο με το όνομα Σιερκάς.

 

Ο ΗΜΙΟΝΟΔΗΓΟΣ

Ο Ημιονηγός Ανεζήτει και ανεύρισκε δρομολόγια εις απόκρημνα και χιονοσκεπή όρη, απέφευγε τας προσβολάς του εχθρού, επηύξανε τον αριθμό των δρομολογίων, ως εάν εβασανίζετο περί την εξασφάλισιν τροφής και εφοδίων διά πεινώντα τέκνα του. Περιποιείτο τον ημιόνον ή τους ημιόνους ως εαυτόν, εμάχετο τας αντιξοότητας, ως μαχητής της πρώτης γραμμής μαχόμενος κατά επιτιθεμένου αντιπάλου. Συνωμίλει και συνεννοείτο με τους ίππους και ημιόνους, κατενόει και εθεράπευε τα προβλήματα των ζώων και απετέλει μετ’ αυτών αδιάσπαστον δίδυμον» (Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας).

Ήτανε μια φορά κάμποσα χρόνια πρωτύτερα, ένας βοσκός που από μικρό παιδί πρόσεχε τα πρόβατα του πατέρα του, μόνο αυτά είχε για παρέα, και δεν είχε πάει παραπέρα από το χωριό του.  Βαρέθηκε τα ίδια και τα ίδια, ήθελε να παει σε άλλα μέρη, να γνωρίσει κι’ άλλα πραγματα, άλλες χώρες και πατρίδες. Ήθελε να δραπετεύσει από τη μονοτονία που του έσπαζε τα νεύρα, ήθελε επίσης αντί παρέα τα πρόβατα, να έχει τους ανθρώπους. Ήταν ο Νεόφυτος Χριστοδούλου Σιαμμάς ή άλλως Φυτός, που στα 21 του χρόνια στα 1912, όταν ξεκίνησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι έτρεξε να καταταγεί στις τάξεις του Ελληνικού στρατού. Σκεφτόταν τον νέο κόσμο που θα γνώριζε, τις περιπέτειες που θα του συνέβαιναν και τις εμπειρίες που θα αποκόμιζε, σκεφτόταν ακόμα τον θαυμασμό και τη δόξα που θα απελάμβανε στο γυρισμό του. Τα κατάφερε και κατετάγει, ετοποθετήθει ως ημιονηγός, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, και έζησε την φρίκη του πολέμου. Ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα, κινδύνευσε πολλές φορές, ακόμα πληγώθηκε βαριά, μόλις γλύτωσε στην τρίχα τη ζωή του. 

Εδέησεν όμως ο Θεός, και επέστρεψε κάποτε στο χωριό του την Χλώρακα. Ύστερα απ όσα τράβηξε, δεν επιθυμούσε πλέον τιμές και δόξες. Κει που πήγε είδε κι’ έπαθε πολλά, ώστε αναθεώρησε τις απόψεις του, ήταν ευχαριστημένος που ήταν ζωντανός, και απεφάσισε ότι το μόνο που ήθελε, ήταν όπως και πριν, να κάνει την ήσυχη ζωή του βοσκού, και να έχει για παρέα μόνο τα ζά.

Παλιότερα εκείνα τα χρόνια οι γονιοί έδιναν περιουσία προίκα συνήθως μόνο στις κόρες. Έτσι ο Φυτός μη έχοντας κληρονομήσει ούτε σπίτι, ούτε χωράφι αλλά ούτε έστω κοπάδι που ήταν το επάγγελμα του, έπιασε δουλειά βοσκός σε ένα συγγενή του, με μεροκάματο το φαγητό του, και ένα πολύ μικρό επίδομα κάθε τέλος του χρόνου. 

Εκκλησία δεν είχε καιρό να πηγαίνει, παρά μόνο κάποτε τις νύχτες στις μεγάλες εορτές της χριστιανοσύνης… 

Ήταν ένα μεγάλο Σάββατο, μάντρισε το κοπάδι, λούστηκε, έβαλε την καλή του βράκα και το μοναδικό του ζιμπούνι. Ένιωθε έτοιμος να μπει στην εκκλησιά και να αντικρύσει την όμορφη Δεσποινού που έβαλε στο μάτι και είχε σκοπό να τη ζητήσει για γυναίκα του. Πήρε την κατηφόρα και κίνησε πρώτα για το καφενείο όπου είχε δουλειά, ύστερα για την εκκλησιά. 

Το καφενείο του Χ΄Φίλιππου ήταν στο έμπα της πλατείας λίγο πριν την εκκλησιά. Απ έξω είχε μια μεγαλη καμάρα και η πόρτα ήταν ανοιχτή. Οι άλλοι χωριανοί κάθονταν στο σύθαμπο της λάμπας πετρελαίου σιγοπίνοντας τον καφέ τους και να σιγοκουβεντιάζοντας. 

Μπήκε μέσα ο Φυτός, παράγγειλε καφέ, και πρόσταξε του καφετσιή να έρθει που τον θέλει. Κόντεψε ο καφετσιής, και οι άλλοι θαμώνες άκουσαν έκπληκτοι τον φτωχό Φυτό που δεν είχε στον ήλιο μοίρα, να γυρεύει από τον καφετσιή να του πουλήσει το μικρό σπιτάκι με την μικρή αυλή που είχε στην πάνω γειτονιά, γιατί το είχε βάλει στο μάτι και ήθελε να το γοράσει. 

Ο Χ΄Φίλιππος ήταν ένας μεγάλος τοκογλύφος, άρχοντας στο χωριό με πολλά χρήματα και περιουσία. Ακούοντας το Φυτό να θελει να αγοράσει σπίτι χαμογέλασε πιστεύοντας ότι τον χωράττευε. Για να του ανταποδώσει το χωραττό, με ύφος ειρωνικό, του ανταπάντησε ότι αν έφερνε δεκατρείς λίρες, το σπίτι ήταν δικό του. Ξέροντας τη φτώχεια του και τα έσοδα του, ήξερε ότι δεν μπορούσε να βρει ούτε μια λίρα, πόσο μάλλον δεκατρείς. Ο Φυτός δέχτηκε και η πράξη τέλεψε, και τούδωσε το χέρι ττοκκάροντας για επικύρωση της συμφωνίας. 

Πέρασαν λίγες μέρες, τέλειωσε το Πάσχα, το γεγονός ξεχάστηκε. Εξ άλλου ήταν μια κουβέντα του καφενέ, έτσι πίστεψαν όλοι. 

Αλλά ένα δειλινό είδαν οι χωριανοί τον Φυτό να επισκεπτεται τον Χ’ Φίλιππο. Κανενός το μυαλό δεν πήγε στην κουβέντα του Μεγάλου Σάββατου. Ήξεραν ότι ζήτησε την Δεσποινου να την χαρτωθεί, και σκέφτηκαν ότι πήγαινε να γυρέψει δανεικά για να αγοράσει τα δαχτυλίδια. 

 Έκπληκτοι, σε λίγο άκουσαν φωνές και μαλώματα, άκουσαν τον λιγομίλητο Φυτό να φωνάζει δυνατά, να λέει ότι είχαν συμφωνία, έπρεπε να την τηρήσει, έπρεπε να του βουλώσει το σπίτι αφού του έφερε τις δεκατρείς λίρες. Ο Χ΄ Φίλιππος του εξηγούσε πως δεν ήταν δυνατό να του πουλήσει το σπίτι  που άξιζε περισσότερο από πενήντα λίρες μόνο δεκατρείς, και ήταν ένα χωρατό που είπε χωρίς να το εννοεί. 

Μάλωσαν κάμποσο, ο Χ΄ Φίλιππος έβγαλε έξω τον θρασύ βοσκό που μουρμουρίζοντας θυμωμένα έφυγε με μεγάλες δρασκελιές.

Πέρασε λίγος καιρός, ξαφνικά ένας ζαφτιές έφερε μια δικαστική κλήση του Χ΄Φίλιππου.

Ο Φυτός τον είχε μηνήσει για αθέτηση προφορικής συμφωνίας. Πήγαν στο δικαστήριο, καλέστηκαν σαν μάρτυρες όλοι όσοι ήταν μες στο καφενείο εκείνο το Μεγάλο Σάββατο, και ο δικαστής ακούγοντας όλες τις μαρτυρίες, αποφάσισε ότι η συμφωνία ήταν νόμιμη και έβγαλε απόφαση να βουλωθεί το σπίτι στον Φυτό έναντι αντιτίμου δεκατριών λιρών, και επίσης τα έξοδα της δίκης να πληρωθούν από τον Χ΄Φίλιππο.

Πήρε το σπίτι στην κατοχή του ο Φυτος και αφού παντρεύτηκε τη Δεσποινου κατοίκησαν μέσα, υπάρχει δε  μέχρι σήμερα επισκευασμένο και συντηρημένο, και σε αυτό κατοικά η εγγονός του Φυτού μαζί με την οικογένεια της. 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΤΣΙΗ

Από την αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης η λέξη αίμα έλκυε τους πάντες. Η δύναμη του ήταν αρκετή για να προκαλέσει πολλούς μύθους και θρύλους γύρω από αυτό. Αναγνωρίζοντας από την αρχή  την ζωοδότρα δύναμη του, ορισμένοι πίστευαν ότι είχε δυνάμεις υπερφυσικές και απόκρυφες. Πίστευαν ακόμη ότι  το ανθρώπινο αίμα έχει περισσότερη αξία και δύναμη, γιατί οι άνθρωποι εχουν ψυχή και μέσω της, αυτή η δύναμη είναι η πιο μεγαλη απ όλες. Μια τέτοια δύναμη είναι η αθανασία της ψυχής η οποία περιτριγυρίζει και μπαινοβγαίνει σε ξένα σώματα ανθρώπων ανάλογα με τις περιστάσεις, ή ακόμη περιτριγυρίζει στον αέρα χωρίς να βρίσκει αμάντα (αναπαμό). 

Στη λευκή μαγεία συνήθως χρησιμοποιούσαν το αίμα κάποιου ζώου για να σφραγίσουν μιά ευχή ή ένα ξόρκι, ώστε να φύγει αυτή  η δύναμη και να αφήσει την ψυχή ελεύθερη να πετάξει και να παει στον ουρανό δίπλα στο Θεό ή στην κόλαση, ανάλογα που ανήκει. 

Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι στη Χλώρακα πίστευαν στις δεισιδαιμονίες και εφάρμοζαν διάφορα ξόρκια για να αποφεύγουν το μάτιασμα και το στοίσιομα. Η μικρή ιστορία που θα σας διηγηθώ, συνέβηκε σε έναν πρόγονο μου, την έμαθα απο τους συγγενείς μου, και την διασταύρωσα με τους γεροντότερους χωριανούς μου, και σας την μεταφέρω αυτούσια, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι είναι αληθινή ή φανταστική. Ήταν μια μεγάλη οικογένεια, του Ττοουλή Χ" ΤσιυρΚακού, και αποτελείτο απο 9 παιδιά. Ένας από αυτους, ο Λεωνής, ήταν ο παππούς μου, πατέρας της μητέρας μου. Τον καιρό εκείνο κοντά στο 1900, ο κόσμος είχε μεγάλη δυσκολία στην εξεύρεση της τροφής του. Γι αυτό όλοι, μικροί και μεγάλοι γύριζαν σ όλη την πλάση μαζεύοντας ότι χρήσιμο  υπήρχε, τρεμίθια, τεράτσια, αγριόχορτα, βελανίδια. Ο παππούς μου εκείνη την ημέρα που συνέβη το τραγικό γεγονός που θα σας διηγηθώ, ευρίσκετο στη βοσκή του κοπαδιού του πατέρα του. Ο μεγαλύτερος αδελφός του εκείνη την ημέρα είχε  πάει στη περιοχή Μήλα να μαζέψει τρεμίθια Σκαρφάλωσε σε μια ψηλή τρεμιθιά και άρχισε να λουβά τα τρεμίθια. Στη προσπάθεια του όμως κάπου παράβλεψε, γλίστρησε και έπεσε από το δένδρο. Είχε μεγαλη ατυχία, έπεσε με την κοιλιά πανω σε ένα βράχο που ήταν πολύ μυτερός, σχεδόν σαν μαχαίρι. 

Αχ",

φώναξε,  δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο. Μόνο αυτή η χαμηλόφωνη κραυγή, ο λυγμός, ξέφυγε από το ματωμένο στόμα του. Το χτύπημα σαν σπαθιά που είχε δεχτεί με την πτώση του είχε ανοίξει ένα μεγάλο κατακόκκινο αυλάκι που ξεκινούσε από το στήθος και κατέληγε στη βάση της κοιλιάς. Το αίμα κυλούσε απ' την πληγή και άδειαζε σαν φλασκί με κρασί που τρύπησε. Έμεινε εκεί ακίνητος όσπου ύστερα από λίγο πέρασε από εκεί ο αδελφός του ο Λεωνής να τον γυρέψει, και τον βρήκε κάτω πεσμένο στο χώμα μισοπεθαμένο με όλο του το αίμα να έχει ποτίσει τη γη δίπλα του. Αλαφιασμένος του έδεσε τις πληγές χρησιμοποιώντας το κάποττο ρούχο από την βράκα που φορούσε, τον σήκωσε και σιγά τον μετέφερε στο σπίτι τους. 

Δεν υπήρχε γιατρός κοντά, γι αυτό φώναξαν τη μαμμού που τον περιποιήθηκε με όσα γιατροσόφια ήξερε.

Η κατάσταση ήταν  πολύ άσχημη, τον είχαν όλοι για ξεγραμμένο. Είχε όμως δυνατή κράση και πάλεψε με τον χάρο πάνω από σαράντα μέρες. Ήταν ένας δυνατός νέος που η γερή του κράση τον βοήθησε να αντέξει τόσο πολύ. Ήταν όμως μια άνιση πάλη με τον ανελέητο Χάροντα, με τον θάνατο. Άντεξε σαράντα μέρες πάλης, κατόρθωμα που για παρόμοια γεγονότα υπάρχουν αναφορές στα δημοτικά μας ποιήματα που λένε για καταστάσεις δεισιδαιμονικές και απόκοσμες. 

Λένε οι παραδώσεις μας ότι όταν κάποιος χαροπαλεύει τόσο καιρό, η ψυχή του μετά δεν βρίσκει αναπαμό, τριγυρνά στον αέρα, φωνάζει και δεν αφήνει κανέναν σε ησυχία. Βγάζει γοερές κραυγές και φοβούνται τα παιδιά, και αν δεν γίνουν τα κατάλληλα ξόρκια για να λυθεί η κατάρα, αυτός ο φόβος κυριεύει τα παιδιά που τον έχουν όσο ζουν. Γίνεται δαίμονας και πνεύμα που ενοχλεί όποιον περάσει από τον τόπο που άφησε το αίμα του. Οποιον τον ενοχλήση έστω μια φορά, αυτός φοβάται και αισθάνεται κατατρεγμένος για πάντα, για να γλυτώσει πρέπει λένε, να κάψει λαρδί χοίρου και να το ρίξει εκεί που χύθηκε το αίμα του σκοτωμένου, συνήθως έτσι ο δαίμονας φεύγει. Και αν αυτός ο τρόπος δεν πετύχει, πάνω σε σταχτωμένα κάρβουνα μέσα στο θυμιατήρι, να βάλει ένα κομμάτι από την καρδιά και το συκώτι του χοίρου, και να τα αφήσει να βγάλουν καπνό. Όταν θα τα μυρίσει το στοισιό, θα φύγει και δε θα ξαναγυρίσει. 

Ο νέος άφησε την πνοή του μετά τις σαράντα μέρες, και οι χωριανοί φοβισμένοι  από τις δεισιδαιμονίες ζήτησαν από τον παπά να διαβάσει και να θυμιάσει κατά πως λέγανε οι λαϊκές παραδόσεις.

Δυστυχώς συνέβηκε το κακό, μετά τον θάνατο του στοίσιοσε και όποιος περνούσε την ημέρα του θανάτου από τον τόπο που σκοτώθηκε, εκεί που πότισε τη γη με το αίμα του, άκουγε φωνές γοερές που έκοβαν την ανάσα και προκαλούσαν τρόμο και φόβο στις καρδιές και των πιο άφοβων ανθρώπων. 

Όλοι στο χωριό τρομοκρατήθηκαν και απέφευγαν να περνούν από εκεί. Και πάντα την ημέρα του θανάτου του, οι γοερές κραυγές κοντά στα μεσάνυχτα δυνάμωναν και έφταναν σε όλο το χωριό. 

Ο παπάΓιωρκης άρχισε να κάνει ευχές και αγιασμούς μήπως φύγει το κακό. Άλλοι χωριανοί έκαναν μαγικά και ξόρκια, έφερναν ειδικούς από άλλους τόπους, αλλά η κατάρα δεν έφευγε. 

Πέρασαν λίγα χρόνια, μια μέρα πέρασε από το χωριό ένας άγνωστος καλόγεροςς. Μαθαίνοντας τι συνεβαινε, γύρεψε τον πατέρα του πεθαμένου νέου και του ορμήνεψε τι έπρεπε να κάμει. 

-Σήμερα του Αϊ Γιανιού, αν έχεις παιδί αβάφτιστο, να το ονοματίσεις το όνομα του Αγίου. Όταν γίνει 33 χρονών όσα τα χρόνια του Χριστού, να του ορμηνέψεις να ξορκίσει το μνήμα και να ρίξει μπόλικο καυτό λάδι από λαρδί και να ποτίσει τον τόπο που είναι θαμμένος καθώς και τον τόπο που χύθηκε το στοισιομένο αίμα. 

Ονόμασε το γιο του Γιαννάτσιη (πρόκειται για τον πατέρα της Κατίνας, σύζυγο του Ανδρέα Φακοντή), και ύστερα από πολλά χρόνια όταν έγινε 33 χρονών κάπνισε με το θυμιατήρι τον καταραμένο τόπο, έριξε μπόλικο λάδι από λαρδί και πότισε το χώμα όπως του είχαν ορμηνέψει.

Το θαύμα γίνηκε, το στοισιό έφυγε και η ψυχή του σκοτωμένου νέου βρήκε αναπαμό. 

Ήταν μια κατάσταση τρόμου που διήρκησε δεκαετίες και κατά την διάρκεια τους μια φορά το χρόνο την ημέρα που το αίμα του αδικοχαμένου νέου πότισε τη γη, στην Χλώρακα έπεφτε μια βαθιά σιωπή γεμάτη φόβο και όλοι κλείνονταν στα σπίτια τους για να μην τους αγγίσει η ψυχή του σκοτωμένου που περιπλανιόταν πάνω από το χωριό όπως πίστευαν.

Ύστερα που πέρασε το κακό, κάποιοι που  ήξεραν γράμματα έδωσαν μια λογική εξήγηση. Είπαν ότι την εποχή που συνέβηκε εκείνος ο θάνατος, ήταν που κάποιο είδος νυχτοπουλιού βγαίνει τις νύχτες και κλαίει, και φωνάζει  το ταίρι του. 

Όμως αν και φαίνεται λογική η εξήγηση, δεν εξηγείται το γεγονός γιατί σταμάτησε το κόγκημα μετά το ξόρκισμα που άκαμε ο Γιαννάτσιης. 

 

Η ΑΡΤΟΜΥΣΙΑ

Τον τόπο που γεννήθηκε κανείς δεν το ξεχνά ποτέ. Χαράσσεται στην ψυχή και είναι πόνος μεγάλος και γλυκόπικρος που άμα έρχεται στη σκέψη πονά σαν γλυκιά μαχαιριά. Τον θυμάται συνέχεια, κοιμάται και ξυπνά με αυτόν. Με τις καλές και τις δύσκολες στιγμές της ζωής, τη φτώχεια και τη μιζέρια, τις πίκρες και τους καημούς. Άλλοι τον αντέχουν εύκολα, άλλοι γιατι είναι αναγκασμένοι, και άλλοι γιατί είναι υποχρεωμένοι. Είναι όμως κάποιες φορές που ο πόνος δεν αντέχεται, κατατρώει τη σκέψη, δεν μετριέται, γίνεται αβάσταχτος, σκοτώνει τη λογική...

Όλοι στο χωριό την είδαν να έρχεται από μακριά πεζή, μια αδύνατη φιγούρα, να περπατά σαν χαμένη και αφηρημένη, χωρίς να μιλά και χωρίς να χαιρετά. Όπως να χε τις σκέψεις της δοσμένες σε συλλογισμούς καταδικούς της που δεν έβλεπε τριγύρω της κανέναν. Ή ίσως να είχε στενοχώριες και να μην νοιαζόταν για άλλο τίποτα, εξόν τα δικά της. Την στενοχώρια της, το μαράζι της και σίγουρα τον πόνο της που φαινόταν ζωγραφισμένος στο ρυτιδιασμένο της πρόσωπο. 

Κοίταζε μηχανικά μια εκεί, μια αλλού, σαν να μην αναγνώριζε πού βρίσκεται. Σαν να έψαχνε κάτι, κάποιο σημείο συγκεκριμένο και έδειχνε ανήσυχη μήπως δεν το βρεί. Όταν κόντεψε στο καφενείο της πλατείας μπρός απο την μικρή εκκλησιά, ο Κωστής ο καφετσιής αναφώνησε έκπληκτος, 

-Εν η Αρτομησία. 

Όλοι έμειναν να κοιτούν βουβοί, και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Είδαν μια γυναίκα άλλη από αυτήν που ήξεραν, είδαν μια γκρίζα φιγούρα σκυφτή, αδύνατη και καμπουριασμένη να περπατά στη στενή στράτα. Την ήξεραν όμορφη και λεβέντισσα, όταν ήταν στο χωριό μια σπουδαία οικοκυρά που κουμάνταρε το σπίτι της και την μεγαλη περιουσία που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Απόγονος απο το σπουδαίο σόι του Ττοουλή Σιαμμά, μιάς σπουδαίας πολυμελούς οικογένειας που όλοι δουλεύοντας σκληρά απέκτησαν χωράφια πολλά, και που της έδωσαν από 100 σκάλες σαν προίκα… 

Τώρα έβλεπαν μια καημένη γυναίκα αγνώριστη, αλλαγμένη, ρυτιδιασμένη, αδυνατισμένη και μαραζωμένη. Πέρασε από εμπρός τους σαν να μην τους γνώριζε, σαν να τους ξέχασε, και τους προσπέρασε χωρίς να τους χαιρετήσει… 

 

Τις παλιές εποχές, στις αρχές του αιώνα, ο πληθυσμός στο νησί της Κύπρου, και ιδιαίτερα στην επαρχία της Πάφου, ζούσε μέσα σε μεγάλες φτώχειες. Ήταν πολύ δυσκολο κάποιος να προκόψει, να κάμει περιουσία και να έχει χρήματα. Ο Ττοουλής γιός του Τσιυρκακού Σιαμμά, είχε χωράφια πολλά, κοπάδια και ριάλια κάμποσα. Ήταν από τις πρώτες φαμίλιες που κατοίκησαν στο χωριό, που από αυτους πλήθυναν οι κάτοικοι, και σχεδόν όλοι οι σημερινοί είναι απόγονοι τους… 

Ο Ττοουλής παντρεύτηκε και έκαμε πολλά παιδιά. Ήσαν τρεις αρσενικοί, και τέσσερις κόρες που με πολλή όρεξη όλοι δούλευαν σκληρά νύχτα μέρα, καταφέρνοντας την ήδη μεγαλη περιουσία που είχε ο πατέρας τους κληρονομιά, να την μεγαλώσουν και να την πολλαπλασιάσουν. Την έφτιαξαν τόσο μεγαλη, που για προίκα στην μια κόρη την Αρτομισία όταν την πάντρεψαν, έδωκαν 100 σκάλες χωράφια. 

Μεγάλωσε η Αρτομησία σ αυτή την μεγάλη οικογένεια που ήταν σεβαστή σ όλο το χωριό. Σαν η μικρότερη απ όλες τις αδερφές ήταν λίγο αππωμένη και εγωίστρια, ήταν όμως προπάντων υπερήφανη γιατί καταγόταν από πλούσιο και σπουδαίο σόι. 

Πολλές φορές συνήθιζε να ακολουθεί τον αδελφό της τον Φυτό όταν έβγαζε το κοπάδι για βοσκή μέσα στους αγρούς και στα χωράφια. Της άρεσε να σεργιανίζει το χωριό που ήταν ένας απέραντος καταπράσινος τόπος γεμάτος βλάστηση με δένδρα, μυρσίνια και σχοίνα. Της άρεσε να κάθεται στον ίσκιο των δυσθεώρατων δρυών, να βλέπει στο χειμώνα τα καταπράσινα χωράφια και στο καλοκαίρι το κίτρινο χρώμα τους ύστερα από το θέρος.  

 

Ύστερα που μεγάλωσε και ήρθε ο καιρός, την πάντρεψαν. Της βρήκαν ένα καλό γαμπρό από μεγάλο σόι με καλό νάμι και περιουσία. Ήταν πράτης, δηλαδή αγόραζε από τους χωριανούς οπωρικά και χόρτα που τα  μεταπωλούσε στις διάφορες αγορές της Πάφου, κάποτε και της Λεμεσού. Σε εκείνες τις δύσκολες οικονομικές εποχές που οι άνθρωποι κατέφευγαν στους τοκογλύφους, ορισμένοι περβολάρηδες πελάτες του, του ζητούσαν να υπογράψει σαν εγγυητής τους. Όταν πέρασαν λίγα χρόνια και οι καιροί δυσκόλεψαν, ήρθαν δυσκολότεροι γεμάτοι φτώχεια και μιζέρια, ο τόπος φτώχεινε ακόμα παραπάνω,  ο κόσμος δεν είχε να φάει, οι υποθήκες δεν πληρώνονταν και τα χρέη μεγάλωναν. Οι τοκογλύφοι έσερναν τους χρεώστες στα δικαστήρια. Σε μια δίκη κάποιου περβολάρη ως υπογραφή εγγυητή του χρέους δίπλα από του άντρα της, βρέθηκε και η δική της. Ο Δικαστής έβγαλε απόφαση υπέρ του Τοκογλύφου, και αφού ο χρεώστης δεν είχε να πληρώσει, έπρεπε να πληρώσουν οι εγγυητές. Έτσι μ αυτό τον τρόπο η Αρτομυσια έχασε όλη την περιουσία της, ακόμα της πήραν και το σπίτι. Δεν είχαν που να μείνουν, πήραν των ομματιών τους και χάθηκαν από το χωριό. 

Αργότερα μαθεύτηκε ότι πήραν δανικά πέντε λίρες από έναν έμπορο στη Λεμεσό που τα έδωσαν προκαταβολή και αγόρασαν ένα κομμάτι χωράφι σε μια έρημη τοποθεσία στην Κατω Πάφο. Έστησαν μια πρόχειρη καλύβα και ασχοληθηκαν με την καλλιεργεια της γης…

 

Η Αρτομησία ήταν περήφανη γιατί τα είχε όλα. Καλή οικογένεια, καλά παιδιά, και πολλή σεβασμό σε όλο το χωριό. Είχε περίσσια αγάπη για τον τόπο της, και μεγάλο καμάρι για την μεγάλη περιουσία της.  Ήταν η ομορφότερη του χωριού, ήταν μια μεγάλη κυρία και τα βράδια στην βεράντα της όταν τα παιδιά ησύχαζαν και ο άντρας της έλειπε στη δουλειά, μοναχή καθόταν και συλλογιόταν. Ονειροπολώντας κοιτούσε το  ολόγιομο φεγγάρι φέρνοντας στο νου της  την όμοεφη ζήση της και ευχαριστούσε το Θεό για την ολόγιομη από καλά ζωή που της έδωκε… 

Ήταν απόλυτα ευχαριστημένη ως εκείνη την κακιά μέρα που ο Δικαστής με ανέκφραστο πρόσωπο της πήρε τα υπάρχοντα και την άφησε φτωχή και άκληρη. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ εκείνη την ημέρα πως ένιωσε. Δεν πίστευε, το πάτωμα έφευγε από τα πόδια της και ο τρόμος την κυρίευσε. Τα πάνω ήρθαν κατω, εχασε το βιος της, την ανεμελιά της, την υπερηφάνεια της, τον εγωισμό της. Σταμάτησε ο νους της,  ένιωθε την κεφαλή της να θελει να σπάσει και το μυαλό της να σαλεέει. Από εκείνη τη μέρα έπεσε σε μεγάλο μαράζι και έχασε την μιλιά της. 

 

Υστερα που περασε κάμποσος καιρός, ξάφνου νάσου την, ανέφανε. Ολοι στο χωριό την είδαν να έρχεται από μακριά πεζή, μια αδύνατη φιγούρα, να περπατά σαν χαμένη και αφηρημένη, χωρίς να μιλά και χωρίς να χαιρετά κανέναν. Τους προσπέρασε και συνέχισε, όλοι έμειναν να την κοιτούν και να την παρακολουθούν. 

Την είδαν σκυφτή με τα μάτια κατά γης να περπατά ως το παλιό της σπίτι, να στέκει απ έξω σκεφτική, ύστερα να σηκώνει τα μάτια της ψηλά και να μοιρολογεί,  την άκουσαν να λέει, 

-γιατί με διώξαν από το χωριό, εμένα εμένα, 

Κι ύστερα την είδαν να παίρνει σβάρνα τους αγρούς, να προσπερνά τα παλιά της χωράφια αμίλητη και μαραζωμένη, να σκύβει να κόβει κανένα καρπό, να τα προσπερνά και να φεύγει. 

Από εκείνη τη μέρα και κάθε μέρα, με το ξημέρωμα την έβλεπαν να έρχεται και να επισκέπτεται τις παλιές της περιουσίες και μονολογόντας παραπονεμένα μοιρολογούσε κι έλεγε,

-γιατί με διώξαν από το χωριό, εμένα εμένα, 

και υστερα έφευγε. 

Από την ημέρα της δίκης και ύστερα για δυο χρόνια όπως λενε, πικραμένη δεν έτρωγε και δεν μιλούσε. Την κυριεύσε η στενοχώρια και έπεσε σε μαράζι. Ώσπου ο νους της που δεν άντεχε άλλο τον πόνο της ψυχής, αντέδρασε και της έβαλε σκέψη και επιθυμία να περπατά μίλια πολλά κάθε μέρα, να επισκέπτεται τους τόπους τους παλιούς τους αγαπημένους που ήταν κάποτε δικοί. 

Πέρασαν χρόνια πολλά, ήταν ένα συνήθειο που την ανακούφιζε, την ευχαριστούσε. Κάθε ξημέρωμα κινούσε απόσταση μακρινή, πήγαινε στους τόπους της, και εκεί με το νου να πλανιέται στα παλιά, εύρισκε παρηγοριά. Ήταν σαν τάμα και προσκύνημα σε Άγιο, ήταν μια ιστορία που ίσως κράτησε παραπάνω από είκοσι χρόνια, κάθε πρωί, και κάθε μέρα… 

Ένα πρωί όμως που ακόμη ήταν σκοτεινά, στο διάβα της για το προσκύνημα της, παρασύρθηκε από μια μοτόρα που οδηγούσε ένας μεθυσμένος. Την χτύπησε και την εγκατέλειψε με σπασμένο κορμί καταχαμέ στη γη να σπαρταρά από τους πόνους. 

Δεν ξαναπερπάτησε, δεν μπορεσε να ξαναπαει στο χωριο της. Ξαναμαράζωσε, δεν έτρωγε,  δεν έπινε, είπαν οι γιατροί δεν είχε θεραπεία, το μαράζι θα την σκότωνε. 

Μαθαίνοντας τα κακά μαντάτα οι συγγενείς της ήρθαν να την επισκεφτούν. ‘Ηρθε και μια κόρη της με τον άντρα της που ζούσαν στον μακρινό Καναδά. Ο γαμπρός της ήταν νοσοκόμος και ήξερε από καταστάσεις παρόμοιες, σκέφτηκε την έβαλε στο αυτοκίνητο και την επήρε στα μέρη τα παλιά της Χλώρακας, στους τόπους της. Η Αρτομισία όταν τους ξανάδε ζωντάνεψε, συνήρθε, ξαναβρήκε τη ζωή της. 

Από εκείνη τη μέρα την έπαιρναν τακτικά, αλλά κάποτε, ήρθε η μέρα που ο γαμπρός με την κόρη της έπρεπε να φύγουν. Σε μια τελευταία εκδρομή στους παλιούς τόπους σε μια ρεματιά, η Αρτομισία είδε μια απόχρωση κοκκινωπή, ήταν κάτι θάμνα σε χρώμα κόκκινο. Ένιωσε αγαλλίαση στην καρδιά, ήξερε γι αυτά, ήταν θάμνα του θεού, ηρέμησε η ψυχή της. Ήταν φτέρες κόκκινες, κάτι αρχέγονα φυτά, που άμα βλαστήσουν, οι άνθρωποι λενε ότι τα έσπειρε ο Θεός και υπάρχουν για πάντα χωρίς να ξεραίνονται ή να εξαλείφονται, και ο τόπος εκείνος γίνεται ιερός. 

Από εκείνη την ημέρα δεν ένιωσε την ανάγκη άλλης επίσκεψης, γαλήνεψε, και σε ηρεμία έζησε ακόμα κάμποσα χρόνια, ώσπου πέθανε σε βαθιά γεράματα. 

 

ΤΑ ΠΑΛΙΩΜΑΤΑ

Στις αρχές του  1940 η μοναδική ταβέρνα που υπήρχε στη Χλώρακα ήταν του Φκωνή, και σ αυτήν σύχναζαν ζαυροί και δεξιοί. Ήταν μια μικρή κάμαρη και μέσα σ αυτήν οι θαμώνες αριετεροί και δεξιοί δεν τσακώνονταν, γιατί η επιβλητική φιγούρα του ταβερνιάρη του Φκωνή, ήταν αποτρεπτικός παράγοντας.  Δεν επέτρεπε τίποτα να συμβαίνει, δεν άφηνε να χαλάσει η δουλειά του.

Μια μέρα βγήκαν από την ταβέρνα σε κατάσταση μέθης και ευθυμίας από το πολύ κρασί μια παρέα από αριστερούς,  ο Νικόλας Φοαρτάς, ο Ζήνωνας Ματθαίου, ο Νέαρχος Νεάρχου, ο Νεόφυτος Καρεκλάς Μαυρέσης, και ο Γιαννής του Πατσαλιού Λαούρης. 

Περνώντας έξω από οίκημα της ΠΕΚ στην κεντρική πλατεία της εκκλησιάς, είδαν μέσα τον Νικόλα του Αζίνα που ήταν ο αρχηγός της ΠΕΚ και ολόκληρης της δεξιάς παράταξης, ήταν δηλαδή, μεγάλος δεξιός τοπικός παράγοντας. 

Μέσα στην ευθυμία της μέθης που τους διακατείχε τους έπιασε το πατριωτικό, και άρχισαν να τραγουδούν περιπεχτικά, 

-Στάλιν το μουστάκιν σου εν μιάλον σαν του πεύκου, 

τσιαί εν να κρεμάσουσιν πάνω ούλλους τους Πέκκους. 

Ο Νικόλας Αζίνας θύμωσε γιατί Πέκκοι ονομάζονταν τα μέλη της οργάνωσης της ΠΕΚ, και τους κατήγγειλε στη Αποικιοκρατική αστυνομία η οποία τους πρόσαψε κατηγορία για εξύβριση και τους προσήγαγε στο δικαστήριο. Οι δικαστές εφάρμοζαν την πολιτική γραμμή του Άγγλου Κυβερνήτη να είναι αυστηροί με τους αριστερούς, έτσι επιδεικνύοντας πρωτοφανή αυστηρότητα, για ένα αστείο τραγουδάκι τους δίκασαν αυστηρά, τους καταδίκασαν 15 μέρες φυλακή χωρίς δικαίωμα εξαγοράς και χωρίς αναστολή.

 

Εκείνη την εποχή ανάμεσα στους κατοίκους επικρατούσαν δυο ιδεολογίες, της Αριστεράς και της Δεξιάς. Ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι ήσαν φανατισμένοι που ακόμα και στη διασκέδαση τους ήσαν χωρισμένοι κατά ιδεολογίες, το ίδιο συνέβαινε και στις διάφορες πολιτιστικες ή ψυχαγωγικές τους εκδηλώσεις. Εξαίρεση έκαναν στα αθλήματα  του διτσιμιού και του παλιώματος, απλά και μόνον θέτοντας στόχο να επιδείξουν την δύναμη τους και την ανωτερότητα τους οι μέν ενάντια στους δε. 

Ήταν δύο οι κυρίαρχες οικογένειες αυτές που είχαν το πάνω χέρι και οι υπόλοιποι ήσαν υποστηρικτές ή ενταγμένες σε αυτές. Η μια ομάδα της δεξιάς με άρχουσα οικογένεια και σόι του Αζίνα, η άλλη της αριστερές με εξάρχουσα οικογένεια το σόι του Λαούρη. 

Ήταν μια εποχή που στους τόπους μας ανάμεσα στα άλλα έθιμα όσοι κάτοικοι είχαν σωματική ρώμη συνήθιζαν να παλιώνουν μεταξύ τους. Εκτός από τις κατ ιδίαν πάλες που συνέβαιναν ολόχρονα στις διάφορες γειτονιές και στους αγρούς, επίσημα κάθε Πάσχα στην πλατεία της εκκλησιάς λάμβαναν χώρα μεγάλοι αγώνες παλιώματος με όλους τους χωριανούς θεατές, όπου οι νικητές έπαιρναν έπαθλα και βραβεία. 

Ο πιο δυνατός στους δεξιούς ήταν ο Πιστέντης Χ¨ Χαραλάμπους-Κούμνος και ο Αντώνης Μιχαήλ Αντωνούϊν ή άλλως Κολόιδον, ενώ στους αριστερούς, ένας που είχε καλή σωματική ρώμη, ήταν το Αντρεούιν ο Καρακούσιης. Ήταν δυνατός, αλλά ήταν και πονηρός. Στο πρώτο του πάλιωμα ήθελε οπωσδήποτε να είναι νικητής, έτσι κάθησε και κατέστρωσε ένα σχέδιο για να τα καταφέρει. 

Προκάλεσε σε πάλιωμα το Αντονούιν, και σαν επαλιώναν του τράβηξε το βρακοζώνι με αποτελεσμα να του λυθεί η βράκα. 

Για να αναδειχτεί κάποιος νικητής, έπρεπε να καταφέρει να  γυρίσει και να  ξαπλώσει ανάσκελα τον αντίπαλο του, ή να τον κάνει να παραδεχτεί ήττα. Σε κείνη την πάλη, υπήρχαν πολλοί θεατές σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, και ιδιαίτερα παρόντες όλοι οι συγγενείς των παλαιστών. Όταν  λύθηκε το βρακοζώνι του,  το Αντωνούιν ντράπηκε, και για να μην του πέσει η βράκα, γύρισε ανάσκελα παραδεχόμενος ήττα. 

Από εκείνη τη μέρα ο Πιστέντης πείραζε το Κολόιδο για τον ανεκδιήγητο και αστείο τρόπο που έχασε στο πάλιωμα με το Αντρεούι. 

Ο Πιστέντης Χ¨ Χαραλάμπους ήταν ένας νέος με πολλή δύναμη και δυνατή σωματική διάπλαση. Είχε σπουδαία θέση στην Κυβέρνηση, ήταν Μεμούρης, δηλαδή τελωνειακός με βούλα στο χέρι. Ήταν υπεύθυνος για την ποσότητα της σοδειάς που πλήρωναν αντίτιμο για την επιβολή της φορολογίας της λεγόμενης δεκατίας. Μπορούσε από αυτή τη θέση άν ήθελε να αποκομίσει μεγάλα χρηματικά οφέλη, αλλά ήταν περήφανος, ποτέ του δεν καταδεχόταν ρουσφέτι, ήταν ακόμη εγωιστής, και όταν μια φορά είχε διαφωνία με τα αφεντικά του λόγω μεγάλης συνηδειακής διαφωνίας, έδωσε την παραίτηση του. Έχασε τον παχουλό μισθό του και διορίστηκε Τουρκόπουλος με ένα πολύ πενιχρό μεροκάματο. Είχε καρδιακές φιλίες με έναν χωριανό τον Αχιλλέα τον Βλόκκο, που μόνο γι αυτό, πάντρεψαν τα παιδιά τους και συμπεθέρεψαν. 

Μια μέρα περνώντας από το καφενείο του Μαχητή, συνάντησε μια μεγάλη παρέα να κάθονται στην αυλή να πίνουν τον καφέ τους. Μαζί τους ήταν το Κολόιδο που πικαρισμένος γιατί τον πείραζε που έχασε στην πάλη, γύρεψε να τον πειράξει κι αυτός σε σχέση με τη καλή δουλειά του Μεμούρη που έχασε, λέγοντας του περιπαιχτικά,

-Καλώς τον Κούμνο που του φύαν τα κανάτσια»,  

θέλοντας έτσι να πεί ότι λόγω της τωρινής του φτώχιας που έχασε τη σπουδαία θέση του Μεμούρη, πλεον δεν έτρωγε πλουσιοπάροχα και έχασε τα πάχη του.

Ο Πιστέντης θύμωσε και τον κάλεσε να παλιώσουν. Τον μούνταρε και τον άρπαξε από το λαιμό με κεφαλοκλείδωμα και άρχισε να τον σφίγγει. Τα μάτια του Κολόιδου πετάχτηκαν έξω, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, αλλά γιναξιής καθώς ήταν και μη θέλοντας να παραδεχτεί ήττα όπως στην περίπτωση που πάλιωσε με το Αντρεούι και κατάντησε περίγελο, δεν παραδεχόταν. Ο Πιστέντης έσφιγγε, οι άλλοι θαμώνες του καφενείου αντί να τους χωρίσουν έκαναν χάζι, έτσι το Κολόιδο περνούσε δύσκολες στιγμές, πνιγόταν πραγματικά.

Εκείνη την ώρα περνούσε από το δρόμο η Παναγιωτού η γυναίκα του Αχιλλέα του Βλόκκου, σαν τους είδε έβαλε τις φωνές  να τον αφήσει γιατί πνιγόταν. Ο Πιστέντης απάντησε ότι δεν τον ξαπολούσε αν δεν παραδεχόταν ήττα. Γινάτι ο ένας, γινάτι ο άλλος, η Παναγιωτού που ήταν αντρογυναίκα με τεράστια δύναμη στα μπράτσα, άρπαξε τα χέρια του Πιστέντη και ελευθέρωσε το Κολόιδο. Τους μέρωσε και έφυγε. Φεύγοντας ανέφανε ο άντρας της ο Αχιλλέας ο φίλος του Πιστέντη και κάθισαν όλοι μαζί να πιούν κρασί.

Ο Πάπουτσος ο παππούς του Γιώρκου του Όψιμου, όταν ήταν νεαρός συνήθιζε να τριγυρνά στις παρέες και επειδή ήταν ευχάριστος τύπος που ελεγε αστεία και χωταττά, καμιά φορά τον προσκαλούσαν  και τον κερνούσαν. Μόλις είδε τον Πιστέντη τον Αχιλλέα και το Κολόιδο έτοιμους να κάτσουν για να πιούν και θέλοντας να τους καλοπιάσει ώστε να τον προσκαλέσουν στο τραπέζι τους, τους προσηκώθηκε και τους έδωκε καρέκλες. 

-Ρε Πάπουτσε, 

του λέει ο Πιστέντης, 

-εν πετάσσεσαι τσιή πάνω στη βραχτή να πεις της Αναστασιάς να σου δώσει πάνω κάτω τσιαί καμιάν πατάτα να το στρώσουμε; 

Πήγε ο Πάπουτσος και βρήκε την γυναίκα του Πιστέντη την Αναστασιά μαζί με τη μάνα της τη Χαραλαμπούν, να βοτανίζουν. Τους έδωσε την παραγγελιά, αλλά οι γυναίκες του είπαν 

-αντί νάρτει να δουλέψει, θέλει τσιαί δούλες; Να του πείς να πάει στο μάλιν του να φκάλει πατάτες. 

Πήρε το χαπάριν ο Πάπουστος, και νευριασμένος ο Πιστέντης καθώς ήταν οξύθυμος, διά τριάππιθκια, ευρέθην στην βραχτήν. Άρπαξε ένα στελίφι και αρχίνισε να δέρνει τις δυο γυναίκες, τις έκανε του αλατιού. Ξωπίσω πήγαινε ο Πάπουτσος, και όποιον έβρισκε στο δρόμο του έλεγε,

 -Επήεν ο Κούμνος τσιαί έδερεν τες, ένεν καλά που έκαμεν, εν τέλεια πελλός, 

και συνέχιζε το δρόμο του. 

Έμαθε ο Πιστέντης ο Κούμνος τι έλεγε, νευριασμένος τούστησε καρτέρι στο μονοπάτι να τον δέρει. Σαν τον βλέπει ο Πάπουτσος και κοψονούρης που ήταν, άλλαξε τροπάρι, και κάνοντας πως δεν τον ειδε, αρχίνισε να λέει, 

-Καλά τους έκαμε ο Κούμνος, έπρεπε να τους  δώσει τσι άλλες. 

Τον ακουσε ο Πιστέντης, τον πήρε το γέλιο, και αντί να τον δέρει, του λέει, 

-άτε ρέ Πάπουτσε, πάμε στον καφενέ να πιούμεν καμιάν πινιάν».

 

ΤΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΧΤΑΠΟΔΙ

Το πανάρχαιο θαλασσινό ψάρεμα που από καταβολής κόσμου είναι το αρχαιότερο επάγγελμα, στο παράλιο χωριό της Χλώρακας πολλοί κάτοικοι το είχαν σαν βιοποριστική επαγγελματική εργασία.

Άλλοτε οι θάλασσες ήταν γεμάτες ψάρια και οι ψαράδες αρκετοί, σήμερα έχουν μείνει λίγοι που με μεγάλη δυσκολία καταφέρνουν να επιβιώνουν, διότι με την σημερινή τεχνολογία οι τράτες έχουν εκκαθαρίσει όλο το γιαλό μέχρι τα βαθιά, και δεν έχει απομείνει παρά ελάχιστο ψάρι. 

Στις αρχές του 1900 στη Χλώρακα ένας ξακουστός ψαράς για τις περιπέτειες του, ήταν ο Πιστέντης Χ’Χαραλάμπους Κούμνος,  που με έναν καρδιακό του φίλο τον Αχιλλέα Βλόκκο, συνήθως ψάρευαν παρέα. Ήταν εποχές δύσκολες με πενιχρά οικονομικά μέσα, γι αυτό ο Πιστέντης είχε μια μικρούλα βάρκα για ψάρεμα, που όμως χωρίς φόβο ανοιγόταν στα ανοιχτά της θάλασσας, που τραβώντας κουπί  πολλές φπρές πήγαιναν μέχρι τον Ακάμα για να ψαρέψουν.

 Όταν ξανοίγονταν τόσο μακριά, τα ψάρια που ψάρευαν τα πουλούσαν στα χωριά της Λαόνας. Τα περνούσαν σε κλωστές και στην κάθε μια έρεσσαν αρκετές οκάδες πουλώντας δυόμισι σελίνια την κάθε κλωστή. Εκείνους τους καιρούς δεν ήταν δύσκολο το ψάρεμα αφού η θάλασσα ήταν γεμάτη ψάρια, το δύσκολο ήταν να τα πουλήσουν, διότι ο κόσμος ήταν φτωχός και δεν περίσσευαν χρήματα για καλοφαγίες. 

Αυτή η περιοδεία κρατούσε συνήθως ως ένα μήνα, τον υπόλοιπο καιρό τη μικρή βάρκα την είχε δημμένη σε ένα μικρό απάνεμο λιμανάκι. Η περιοχή αυτή φέρει το τοπωνύμιο «Δήμμα» μέχρι σήμερα, όνομα που προήρθε από τον Πιστέντη, διότι όταν πήγαινε να την λύσει, έλεγε στους άλλους χωριανούς, «πάω στο δήμμα της βάρκας»

Μια μέρα με τον φίλο του τον Βλόκκο πήγαν στο Δήμμα, έλυσαν τα σχοινιά και μπήκαν στη βάρκα. Άρχισαν να λάμνουν κουπί, η βάρκα όμως δεν κουνιόταν, δεν έπλεε. 

Περίεργοι έσκυψαν πάνω στα νερά να δουν τι εμπόδιζε τη βάρκα, και έκπληκτοι είδαν ένα τεράστιο χταπόδι μεγάλο όπως ένα θεριό, να έχει αγκαλιασμένη και ακινητοποιημένη τη βάρκα. Γεμάτοι δέος έμειναν να κοιτάζουν, δεν είχαν δει, αλλά ούτε ακούσει για τόσο μεγάλο και θεόρατο χταπόδι άλλη φορά.

Όταν τους πέρασε η έκπληξη αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να φοβηθούν, αλλά οπωσδήποτε με όποιο αντίτιμο, να το αλιεύσουν. 

Έτσι έκαμαν, μπήκαν στο νερό χωρίς φόβο αλλά με πολλή προσοχή και ψυχραιμία, κατάφεραν με κόπο να το σκοτώσουν. Το φόρτωσαν και το ανέβασαν στο καφενείο του χωριού όπου όλοι οι χωριανοί θαύμασαν το μεγάλο μέγεθος του. Ήταν το πιο μεγάλο χταπόδι που έχε αλιευτεί σε όλη την περιοχή εκείνα τα χρόνια. 

Για όλα τα επόμενα χρόνια και μέχρι σήμερα, οι χωριανοί λένε για τους μεγάλους ψαράδες και για το τεράστιο χταπόδι που ψάρεψαν μόνο αυτοί, ένα κατόρθωμα που κανείς άλλος δεν μπόρεσε να κάμει. 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΝΕΩΝΙΔΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

Οι περισσότεροι που τον γνώρισαν αποτίουν φόρο τιμής στον αγνό ήρωα επαναστάτη και στέκονται με δέος απέναντι στη ρομαντική ξεθωριασμένη πλέον από τον καιρό μορφή του. 

 

Το 1915, γεννήθηκε στην Χλώρακα o Κώστας Λεωνιδας Σιαμμάς, που σαν μεγάλωσε, γρήγορα φανερώθηκε το ανήσυχο του πνεύμα. 

Ήταν έξυπνος εργατικός και τίμιος, είχε καλά προτερήματα, είχε και ένα πρώτο απ όλα, ήταν φιλόπατρις και επαναστάτης απέναντι στην κοινωνία τον κόσµο και το Θεό, ήταν απόστολος με τες σκέψεις του να κυριαρχούν και να θέλουν, ώστε να γίνεται ο κόσμος καλύτερος, ομορφότερος και πιο δίκαια καμωμένος. Από μικρός στα χωράφια και στα κοπάδια του κυρού του, έμαθε με τον δύσκολο τρόπο την αντρειοσύνη. Γεννημένος σε μια εποχή που η πατρίδα του ήταν κυριευμένη από τους Εγγλέζους κατακτητές, νιώθοντας την καταπίεση στο πετσί και στην ψυχή, δεν άντεχε την σκλαβιά, ήθελε να επαναστατήσει και να πολεμήσει ενάντια της. Ήταν έτσι που σκεφτόταν, ήταν έτσι που φαινόταν, ώστε δεν ήταν τυχαίο που ήταν πρώτα αυτόν, ανάμεσα σε άλλους το 1954 που μύησε στον αγώνα της ΕΟΚΑ ο αρχηγός του έπους εκείνου που οδήγησε στην απελευθέρωση της Κύπρου. 

Ήταν ένας τίμιος και δίκαιος αγώνας για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα που αν και κερδήθηκε δεν έφερε το ποθούμενο αποτελεσμα, παρά μια κουτσουρεμένη ανεξαρτησία. Όμως δεν ήταν μάταιος, άφησε ηθικά διδάγματα, κληροδότησε παρακαταθήκες στους νεώτερους, σφυρηλάτησε το Εθνικό φρόνημα και δίδαξε το μεγαλείο του Ελληνικού ελεύθερου πνεύματος. Οι Κύπριοι αγωνιστές παίρνοντας διδάγματα από την ιστορία των ηρώων της Αρχαίας Ελλάδας και του 1821, και με εθναρχούσα την εκκλησία της Κύπρου να τους οδηγεί, έδωσαν το άπαν των δυνάμεων και την ζωή τους γι αυτόν τον αγώνα.

Σε νεαρή ηλικία ο Κώστας Λεωνίδας μαθήτευσε ως ψάλτης στο ιεροψαλτείο του Παπάντωνη όπου έμαθε την τέχνη της ψαλτικής, τέχνη που ύστερα του εχρησίμευσε όταν κατά το τέλος του αγώνα εχρήσθη ιερεύς. Το 1941 πρωτοστάτησε στην ίδρυση και επικράτηση της ΠΕΚ, ακόμα μαζί με άλλους υπήρξε ιδρυτής του Θρησκευτικού Συλλόγου της Χλώρακας. Ήταν σύλλογοι και κατηχητικά υπό την σκέπη της εκκλησίας που εξέθρευσαν νέους αγωνιστές της Ελευθερίας, οι οποίοι πίστευαν οτι η Κύπρος δεν μπορεί να έχει άλλο μέλλον παρά μονο Ορθόδοξο και ελληνικό. Που αγωνίστηκαν κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας δίνοντας ελπίδα και θάρρος σε άλλους καταπιεσμένους λαούς, ιδιαίτερα στις χώρες που βρίσκονταν ακόμη υπό αποικιακή διακυβέρνηση... 

Ήταν το 1953, ο φοβερός σεισμός ισοπέδωσε σχεδόν όλα τα σπίτια. Ήταν όλα καμωμένα απο πέτρα και πηλό, κτισμένα από εποχές ξεχασμένες, δεν άντεξαν το μεγάλο μένος του σεισμού, χάλασαν και ερείπια έμειναν να κείτονται στη γη. Ήταν η καταστροφή μεγαλη, ο πληθυσμός δεν είχε που να παει. Με μπροστάρη όμως τον Παπάκωστα μαζί του και ορισμένοι άλλοι,  παρηγόρησαν τον κοσμο, τον βοήθησαν, τον συμβούλευσαν και τον οδήγησαν ώστε όλοι συναδελφωμένα άντεξαν και ξεπέρασαν το μεγάλο κακό που έδωκε πανω τους. Ήταν ημέρες δύσκολες, σε όλη την Πάφο, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα καταστράφηκαν χιλιάδες σπίτια και πολλά χωριά  μετατράπηκαν σε ερείπια, ενώ σκοτώθηκαν 40 νοματοί. Ίσως ήταν θέλημα Θεού, η ώρα που έγινε ο σεισμός ήταν πρωί, πολλοί αγρότες βρίσκονταν στις εργασίες τους, έτσι αποφεύχθηκαν μεγαλύτερες απώλειες σε ζωές. Αμέτρητα σπίτια χάλασαν, ο κόσμος έλαβε βοήθεια και τσαντίρια, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση έκτιζε πυρετωδώς σπίτια παράγκες για να στεγαστεί ο κόσμος. Χρησιμοποιούσαν πέτρες προκατασκευασμένες από γύψο, είδος όχι στέρεο, και πολύ επικίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων. Ήταν γι αυτό ακριβώς, που ο Παπακώστας απευθυνόμενος στην Αγγλίδα βουλευτή Μπάρμπαρα Κάλς σε επίσκεψη της στη Χλώρακα, είπε την γνωστή φράση που έμεινε μέχρι σήμερα, «μας κτίζετε σπίτια απ έξω κούκλα, και από μέσα πανούκλα», θέλοντας να τονίσει την επικινδυνότητα των υλικών, άρα θα έπρεπε να αλλάξει το δομημένο υλικό από γύψο σε τσιμέντο, όπως και εγινε, έτσι που ύστερα από αυτό χρησιμοποιούσαν για το κτίσιμο των παραγκών, τις γνωστές τσιμεντόπετρες.

Το 1954 δημιουργήθηκε η πρώτη ομάδα στη Χλώρακα  που αποτέλεσε τον πυρήνα της οργάνωσης της ΕΟΚΑ, με πρωτο ομαδαρχη ανα την Κυπρο, τον ιδιο. Μυήθηκε και εντάχτηκε στην οργάνωση απο τον Ανδρέα Αζίνα αρχές του 1954. Στις 5 Μαρτίου 1954 μαζί με άλλους παραλαμβάνει τον οπλισμό και τα πυρομαχικά που μετέφερε το πλοιάριο"Σειρήν" στην περιοχή "Βρέξη". Στις 10 Νοεμβρίου 1954 μαζί με άλλους δυο αγωνιστές, παραλαμβάνει τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή στην παραθαλάσσια τοποθεσία "Αλυκή". Στις 25 του Γεννάρη 1955 συλλαμβάνεται με άλλους 12 στην περιοχή "Ροδαφίνια" ενώ παραλάμβαναν οπλισμό και πυρομαχικά που μετέφερε το πλοιάριο "Αγιος Γεώργιος", και καταδικάζεται στις 6 Μαΐου 1955 σε τετραετή φυλάκιση. Αποφυλακίζεται στις 19 Μαρτίου 1958, και αμέσως χειροτονείται από τον Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο διάκονος, και σε λίγες μέρες χειροτονείται πρεσβύτερος. Σαν ιερέας ανέπτυξε πλούσια Κοινωνική και θρησκευτική δραστηριότητα. Πρωτοστάτησε στην ανοικοδόμηση της εκκλησίας της "Χρυσοαιματούσης" που είχε χαλάσει στον σεισμό του 1953 με εθελοντική εργασία, και με εράνους σε όλη την Κύπρο. Ήταν ένας από τους κύριους συντελεστές στο να μεταφερθεί νερό και ρεύμα στην κοινότητα, καθώς και στην διάνοιξη και ανακατασκευή σχεδόν όλων των δρόμων του χωρίου. Το 1961 με δικές του προσωπικές ενέργειες  προς τη Ζήνα Κάνθερ, κατάφερε οπως αυτή καταστεί μεγαλη ευεργέτιδα της Χλώρακας με έργα οπως την διάνοιξη και κατασκευή του δρόμου που οδηγεί στο χώρο αποβίβασης του Διγενή,  την ανέγερση του παρεκκλησιού του "Αγίου Γεωργίου" την μεταφορά του πλοιαρίου, την ανέγερση εστιατορίου, οπως και τη μεταβίβαση 33 στρεμμάτων γης, στην εκκλησία της Χλώρακας που η Ζήνα Κάνθερ ειχε αγοράσει. Το 1963 με το ξέσπασμα της Τουρκικής ανταρσίας βρίσκει τον Π/Κώστα στη πρώτη γραμμή να οργανώνει, να εκπαιδεύει και να καθοδηγεί τους νέους του χωριού πως να αποκρούσουν την Τουρκική ανταρσία.  Όταν οι Τούρκοι απέκλεισαν τις κοινότητες της Χλώρακας, Κισσόνεργας και Πέγειας με φυλάκια και μπλόκα στον δρόμο που οδηγούσε στην πόλη, ο Π/Κώστας οργάνωσε ομάδες εθελοντών οι οποίοι  δούλεψαν νυχθημερόν μέχρι που ανοίχτηκε καινούργιος  δρόμος μέσω του χωριού Εμπα.

Τον Γενάρη του 1964 μεταβαίνει στην Αθήνα συνοδευόμενος από τους Κώστα Κ. Πενταρά, Ανδρέα Κουρούσιη και άλλους αγωνιστές απο την υπόλοιπη Κύπρο, και συναντούν τον Στρατηγό Γρίβα, και απαιτούν την κάθοδο του στην κινδυνεύουσα Κύπρο για να οργανώσει την άμυνα. Το 1968 με δικές του ενέργειες και παραστάσεις προς την κυβέρνηση ανεγείρεται το υπόστεγο που στέγασε το πλοιάριο "Αγιος Γεώργιος". Κατά την διάρκεια της Ιεροσύνης του, υπήρξε Θρονικος επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου.

Πέθανε από σύντομη ασθένεια σε ηλικία 56 ετών στις 23/7/197. Όλοι ελυπήθηκαν διότι ήταν άνθρωπος αγαπητός και δίκαιος, προοδευτικός και φιλοπρόοδος, ήταν μπροστάρης σε όλους τους αγώνες, είχε καταστεί άτυπος αρχηγός της κοινότητας και έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού. Ήταν ακριβώς περίπτωση της βεβαίωσης όπως της ρήσης, «οι καλοί πεθαίνουν νέοι».

 

Το γενεαναλογικό δένδρο της οικογένειας Ταπακούδη και ο Άγιος Λιμπρός

Ο Χριστόδουλος Ταπακούδης υιός του Γεώργιου Ταπακούδη εγέννησε τον Γιωρκή Κόμπο Ταπακούδη που είχε απογόνους τους Κώστα, Θεόδωρο, Κυριακού, Μυροφόρα και Ξενού, εγέννησε τον Στυλιανό Ταπακούδη που ειχε απογόνους τους Χριστόφορο, Στέλλα, Χίτλερ και Νεόφυτο, εγέννησε τον Μηχάλη Μάπα Ταπακούδη που είχε απογόνους τους Ανδρέα, Ελεγγού, Αννού και Πραξού, εγέννησε την Αναστασία Ταπακούδη (η οποία παντερεύτηκε τον Ιεζεκιήλ, αλλά τα παιδιά τους πήραν το επώνυμο Ταπακούδη) που είχε απογόνους τους Μαρίτσα, Χριστόδουλο, Μηχαλάκη, Γιώρκο, εγέννησε τον Αλέξη Ταπακούδη (Σε επίσημο έγγραφο της κυβέρνησης, το όνομα του αναγράφεται ως Αλέξης Χριστοδούλου Ταπακούδης, ή Ταπάκης) που είχε απογόνους την Μυριάνθη Ξυλοφόρου, την Ελεγγού Παναή, την Σοφιανού Μόρρου, την Ευτυχού Αθανασίου, εγέννησε την Βαρβαρού Αντωνίου που είχε απογόνους την Ελένη Αγά, την Φκωνού Νικολή Ευθυβούλου.

Επίθετο Ταπακούδης, η ιστορία. Ταμπάκος είναι  ορολογία για τα φύλλα καπνού. Περιέχουν νικοτίνη, ένα αλκαλοειδές οξύ που βρίσκεται κυρίως στα φύλλα. Είναι εθιστικό και χαρακτηρίζεται σαν ναρκωτικό. Από το βιβλίο του ιατρού Κωνσταντίνου Μιχαήλ 1794, κεφάλαιο «Περί της νικοτιανής ήτοι τουτουνίου ένθα και περί πταρμικού ταμπάκου», μαθαίνουμε: 

Βοτάνη νικοτιανή ή χόρτον νικοτιανόν το όνομα έλαβε παρά τινος Ιωάννου Νικότου Γάλλου», ο οποίος εισήγαγε το 1559 στην Γαλλία τη χρήση του. Ονομάζεται και ταμπάκος από το όνομα κάποιου νησιού της Αμερικής, ενώ τουρκιστί αποκαλείται τουτούνιον… Τον καπνόν ωφελιμώτερον ήθελεν είναι, ότι όποιος δεν τον εσυνήθησε, να προσπαθή να αποφεύγη αυτήν την συνήθειαν,  διότι η χρήση του καπνού προκαλεί βλάβη στην υγεία, παρά καμμίαν ωφέλειαν… 

Ο καπνός του ταμπάκου περιέχει ένα άλας πολλά δριμύ και ένα θειάφι ναρκώδες ηνωμένον με το ελαιώδες μέρος. Το λάδι του ταμπάκου όταν μεταχειρισθεί σε μία πληγή είναι ένα ογλίγωρον θανατηφόρον φαρμάκι… Δεν θα έπρεπε οι σπουδαίοι να δωθώσιν στην χρήση του, και αυτό διότι ταράττει τον εγκέφαλον όλον, καθώς το όπιον ήτοι αφιόνι και μάλιστα φέρει στις αισθήσεις το ίδιο αποτέλεσμα όπως τα μεθύονται ποτά. Ο ταμπάκος εάν δεν βλάπτει όλους, βλάπτει τουλάχιστον πολύ μεγαλύτερον πλήθος. Ο ταμπάκος αναγκαίος εις κανέναν δεν είναι.

1850 

Ο Γεώργιος Κόμπος ήταν ένας πράτης καπνού, ταξίδευε στην Πάφο, αγόραζε φύλλα καπνού και τα μετέφερνε στο λιμάνι της Λάρνακας όπου τα επωλούσε σε άλλους εμπόρους, ή σε καπεταναίους για εξαγωγή. Από αυτούς αγόραζε ταμπάκο τον οποίο και επρομήθευε στα καφενεία, στους πασάδες, στους τσιφλικάδες και σε όσους κάπνιζαν ναργιλέ. Ήταν ένας ξακουστός έμπορος, ήξερε την τέχνη και εμπορευόταν μόνο καλής ποιότητας καπνό και ταμπάκο, έτσι όλοι προτιμούσαν να συνδιαλλάζονται με αυτόν. Από αυτή την απασχόληση τού έμεινε το επίθετο Ταμπάκος, ύστερα Ταμπάκης, Ταπάκης, και τελικα Γεώργιος Κόμπος Ταπακούδης.

Η μεγάλη ανομβρία. "Εγίνην πείνα μεγάλη από ανοβρίαν και ούλλη η σπορά εχάθηκεν και η πείνα έγινεν μεγάλη και ούλλα τα νερά των βρύσων εξεράναν και επηγαίναν από τόπου εις τόπον με τα κτηνά τους να έβρουν νερό, να ζήσουν και τα κτηνά τους και ούλλα εστεγνώσαν και λάκκοι και βρύσες και αφήκαν την πανθαύμαστη Κύπρο και επεράσαν ωδά και εκεία όπου πασαείς ύβρεν ανάπαυση και το νησί έμεινεν χωρίς τινάν”… 

Κατά καιρούς μεγάλες καταστροφές κυρίως από ανομβρίες εσυνέβαιναν στην Κύπρο, ενδεικτικό το άνω απόσπασμα από το χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά που  έζησε τον 15ο αιώνα. Το ίδιο εσυνέβη και την δεκαετία του 1840, για πολλά συνεχόμενα χρόνια δεν έβρεχε, τα νερά εστέρεψαν και πολλοι κάτοικοι εξενητεύθησαν στες γύρω περιοχές της Μικράς Ασίας.

Ο Γεώργιος Κόμπος Ταπακούδης ήταν ένας πλούσιος έμπορος σε μια μεγαλη πόλη, σαν ήρθε το κακό της μεγάλης ανομβρίας και ο καιρός πέρασε και ακόμα δεν έβρεχε και όλοι επτώχευσαν και εγκατέλειψαν τους τόπους, τα ίδια έπαθε και ο ίδιος, έτσι μάζεψε τα υπάρχοντα του και κατέφυγε στη Δυτική Πάφο κάπου αναμεταξύ Έμπας και Χλώρακας. Συνέχισε την ενασχόληση του με το εμπόριο του καπνού, αλλά επειδή ο κόσμος δεν είχε χρήματα λόγω της μεγάλης συνεχιζόμενης ανομβρίας, δεν αγόραζε αφου πρώτο μέλημα είχε την επιβίωση του, και όχι την ευχαρίστηση του… 

Ο Γεώργιος Ταπακούδης ήταν ένας έξυπνος άνθρωπος, ήξερε διάβασμα και γραφή, και μιλούσε την Τουρκική γλώσσα. Ήταν ακόμα καλλιφωνάρης, είχε φοιτήσει σε σπουδαίους ιεροδιδασκάλους. Ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος για την εποχή εκείνη, έτσι με την μετοίκηση του, εγινε αμέσως αποδεκτός στην μικρη κοινωνία της Πάφου.  

Πέρασαν λίγα χρόνια, ήταν η δεκαετία 1860, η Μητρόπολη Πάφου πρωτοστάτησε στην ίδρυση, τόσο στην πόλη της Πάφου, όσο και στην ύπαιθρο, σχολείων. Το 1855 ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο στο Κτήμα, η δε Μητρόπολη είχε αναλάβει την υποχρέωση να πληρώνει εξ ολοκλήρου τους μισθούς των δασκάλων. Ιδρύθηκαν επίσης σχολεία σε πολλές άλλες κοινότητες, πάντοτε με τη βοήθεια και επιστασία της Εκκλησίας, σχολείο ιδρύθηκε και στη Έμπα.  Όταν Μητροπολίτης ανέλαβε ο Πάφου Νεόφυτος ο τελευταίος επί Τουρκοκρατίας και πρώτος επί Αγγλοκρατίας (1869 – 1888), επέδειξε μεγαλη φροντίδα για τα ελληνικά σχολεία σε όλη την Πάφο, ακόμα και για τη Λευκωσία. Φρόντισε ώστε άνθρωποι άμεπτου χαρακτήρα που ήξεραν γράμματα να διοριστούν ως δάσκαλοι στα σχολεία, στο σχολείο της Έμπας όπου φοιτούσαν μαθητές και από τα γυρω χωριά, διόρισε τον Γεώργιο Κόμπο Ταπακούδη.

Στον τόπο που κατοίκησε δεν είχε άλλα σπίτια, δεν είχε δένδρα, ήταν ένας τόπος στεγνός και ξερός, ήταν στα ριζά των υψωμάτων των Πετριδκιών προς τη μεριά που τέλειωνε η Χλώρακα. Έστησε το σπιτικό του δίπλα σε μια σπηλιά που απο το μεγάλο στόμιο της ανάβλυζε νερό . Ήταν μια σπηλιά με σταλακτίτες και σταλαγμίτες που πήγαινε ως τα βάθη της γης, με μήκος που δεν μπόρεσε να μετρηθεί, αφου σε κάποιο σημείο η σπηλιά στένευε και δεν χωρούσε άνθρωπο να περάσει πιο πέρα, γι αυτό κανείς δεν ήξερε και ούτε ακόμα ξέρει τι υπάρχει πάρα κάτω.

Σε καιρούς όπου οι κάτοικοι της Έμπας και των γύρω περιοχών κινδύνευαν από Τούρκους ή Σαρακηνούς, πολλοί έβρισκαν καταφύγιο στην σπηλιά. Σύμφωνα με μια παράδοση, σε μια από τις επιδρομές των Σαρακηνών, κάποιος έκρυψε εκεί ένα σακί γεμάτο λίρες, όμως επειδή αυτός ο άνθρωπος ήταν άδικος και τις λίρες τις κέρδισε άδικα, ο Θεός  δεν τον άφησε να τις βρει ύστερα που πέρασε ο κίνδυνος όπου και να έψαξε. Πολλοί πιστεύουν ότι το σακί με τις λίρες είναι ακόμη κρυμμένο εκεί, αφού όσο και αν έψαξαν, κανείς δεν μπόρεσε να τις βρει…

Ο Γιωρκής, έτσι τον φώναζαν για συντομία, αφιερώθηκε στη δουλειά του, δίδασκε σε διάφορα σχολεία που τον έστελναν, επίσης πήγαινε στην εκκλησία, και έψελνε. Το μεροκάματο ήταν χαμηλό, δεν αρκούσε, το εμπόριο καπνού το σταμάτησε, σκέφτηκε να ασχοληθεί με την καλλιέργεια της γης. Έφτιαξε μια λίμνη, και έριχνε μέσα το νερό της πηγής, ύστερα το χρησιμοποιούσε για πότισμα. Ύστερα που πέρασε καιρός, πρόσεξε ότι το δέρμα στα χέρια του που είχε πρόβλημα και ήταν γεμάτο πληγές και γιατρειά δεν εύρισκε, άρχισε να θεραπεύεται. Σκέφτηκε ότι αιτία ήταν το νερό της πηγής, ή η λάσπη των χωραφιών, ή και τα δύο, τα χρησιμοποίησε σε όλο το κορμί του όπου είχε πληγές, σε λίγο καιρό έγιανε τελείως. Ήταν σίγουρος ότι ήταν το νερό Αγίασμα και τον γιάτρεψε, διέδωσε το γεγονός, αρχίνισε ο κόσμος που είχε δερματικές ασθένειες να έρχεται στη σπηλιά για να πάρει Αγίασμα. Ήσαν πολλοι όσοι γιατρεύτηκαν, έτσι είναι που ονόμασαν την σπηλιά του Άη Λιμπρού, δηλαδή του Αγίου που γιατρεύει τη λέπρα . 

Ίσως με αυτό τον τρόπο καθιερώθηκε ακόμα ένας  Άγιος σχεδόν άγνωστος, που δεν υπάρχει στα εορτολόγια της εκκλησίας. Το νερό της πηγής από τότες θεωρείται  ως το αγίασμα του Αγίου Λιμπρού και πιστεύεται ότι με αυτό καθαρίζονται κάθε λογής δερματικά νοσήματα, πιστεύεται ακόμη ότι ο Άγιος γιατρεύει τους πονοκεφάλους.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΖΙΝΑ

 «Και ουδαμώς ή γη εν τισι τόποις εκ των νεκρών διεφαίνετο. Και ήν ιδείν θέαμα ξένον και θρήνους πολλούς και ποικίλους και αμετρήτους ανδραποδισμούς, των ευγενών αρχουσών και παρθένων και αφιερωμένων τω Θεώ συρομένων υπό των Τούρκων διά των εθειρών και κομών και πλοκάμων τής κεφαλής έξωθεν των εκκλησιών μετά οδυρμών ανηλεώς, την βοήν και κλαυθμόν των παίδων, τούς ιερούς και αγίους οίκους λεηλατισμένους, το φρικώδες και ακουόμενον τις διηγήσεται;...»

 

Η τουρκική κατοχή της Κύπρου διάρκεσε από το 1571 μέχρι το 1878. Η κατάκτηση του νησιού και η βίαιη προσάρτησή του στην Οθωμανική αυτοκρατορία, επέφερε ριζικές αλλαγές στην Κύπρο. Διοικητικά πέρασε στη δικαιοδοσία του μεγάλου βεζίρη στη Μεγάλη πύλη, ο οποίος και διόριζε το γενικό διοικητή ή κυβερνήτη (πασά) του νησιού. Η άγρια φορολογία, η κακοδιοίκηση και η καταπίεση του πληθυσμού οδήγησαν σταδιακά ολόκληρη την Κύπρο σε πλήρη παρακμή. Ανομβρίες, επιδρομές ακρίδων και άλλες συμφορές κατά καιρούς, επιδείνωσαν την κατάσταση με τη μιζέρια και τη φτώχια να επικρατούν ολοκληρωτικά. 

Παρατηρείται το φαινόμενο του εξισλαμισμού πολλών Χριστιανών, που αρχικά παραμένουν Κρυπτοχριστιανοί (Λινοβάμβακοι) για να γλυτώσουν τις μεγάλες φορολογίες και την καταπίεση. Πολλές φορές μη αντέχοντας ο λαός την καταπίεση, λαμβάνει μέρος σε  διάφορες εξεγέρσεις κυρίως κοινωνικού χαρακτήρα που συμβαίνουν κατά καιρούς. (Μια τέτοια εξέγερση συνέβη το 1833 στην επαρχία Πάφου με συμμετοχή βασικά Λινοβαμβάκων υπό την αρχηγία του Γκιαούρ Ιμάμη). 

Η Υψηλή Πύλη αναγνώρισε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου εθναρχικά δικαιώματα για να ευκολύνεται στην διοίκηση και στη φορολογία των υπόδουλων κατοίκων, μια πολιτική που εφήρμοζε στους λαούς που κατακτούσε. Ήταν που με αυτό τον τρόπο η εκκλησία αν και ενεργούσε σαν φοροεισπράκτορας του κατακτητή, εντούτοις ανέλαβε Εθναρχικό ρόλο, διότι ταυτόχρονα βοηθούσε και φρόντιζε όσο μπορούσε τα δικαιώματα των Ελλήνων.

 

Ο Παπάγιωρκης ήταν ο παπάς του Αναβαργού, ήταν ο μόνος που ήξερε λίγα γράμματα, ήταν ο αρχηγός του χωριού. Σε μια περιουσιακή διένεξη Χριστιανού χωριανού και Τούρκου από την πόλη της Πάφου, ανέλαβε ως μεσολαβητής ύστερα από διαταγή του Καδή. Ήταν δίκαιος άνθρωπος, είχε και την υποστήριξη του Τούρκου δικαστή, απέδωσε το δίκαιο στον Χριστιανό… 

 

Πέρασαν καμπόσες μέρες, ο Παπάγιωρκης εκτός από παπάς ήταν και περβολάρης, καλλιεργούσε σε ένα χωράφι χόρτα και οπωρικά, τα κουβαλούσε στο παζάρι της Πάφου και τα επωλούσε. Μια μέρα, ήταν το 1821, περίοδος όπου οι Τούρκοι ήταν αγριεμένοι εναντίον των Χριστιανών ένεκα της Επανάστασης των Ελλήνων στην Ελλάδα, καβαλίκευε το άλογο του που ήταν φορτωμένο οπωρικά, και πήγαινε στο παζάρι. Στα έξω του χωριού, στην περιοχή που είναι το Β΄ Γυμνάσιο Πάφου, δέχτηκε πυροβολισμό και σκοτώθηκε ακαριαία. Ήταν φανερό ότι ο ένοχος ήταν ο Τούρκος που σχετιζόταν με την περιουσική διένεξη, δεν υπήρχαν όμως μαρτυρίες, έμεινε το άδικο απλήρωτο…

 

Ο Παπάγιωρκης είχε ένα γιο τον Χριστόδουλο, έναν υπερήφανο άνθρωπο που είχε στον πατέρα του περισσή αγάπη και ήθελε περί παντός να αποδοθεί δικαιοσύνη. Απαίτησε το δίκαιο από τις Τουρκικές αρχές, δεν βρήκε ανταπόκριση, αποφάσισε να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος. Σαν υπερήφανος, δεν έστησε ενέδρα στον εγκληματία, παρά του εμήνυσε ότι θα τον καρτερήσει για να τον σκοτώσει, και να είναι έτοιμος για αναμέτρηση. Κάθε μέρα τον καρτερούσε, αλλά ο Τούρκος δεν παρουσιαζόταν. 

Πέρασε κάμποσος καιρός, όλοι νόμισαν ότι το γεγονός ξεχάστηκε, ήταν ύστερα από κάμποσα χρόνια, τον βρήκε μοναχό του ένα πορνό σκοτεινό σ ένα χωράφι ερημικό, μακριά από κατοίκους. Του κόντεψε και τράβηξε μαχαίρι, και του φώναξε ότι θα τον σκοτώσει. Ο Τούρκος ήταν κι αυτός οπλισμένος, του έριξε μια πιστολιά που τον βρήκε φάλτσα στο πρόσωπο και του το παραμόρφωσε. Πριν προλάβει να ρίξει δεύτερη πιστολιά, ο Χριστόδουλος τον μαχαίρωσε κάμποσες φόρες, ώσπου το κορμί του έμεινε νεκρό, είχε έτσι αποδώσει δικαιοσύνη κατά την γνώμη του. 

Πήγε στο χωριό, του περιποιήθηκαν τα τραύματα, και έφυγε σαν κλέφτης πανω στα βουνά για να μην τον πιάσουν οι Τούρκοι. Το πρόσωπο του με τον καιρό γιατρεύτηκε, έμεινε όμως παραμορφωμένο, έτσι του κόλλησαν το παρατσούκλι Μίτζιης. Πηγαινοερχόταν στην οικογένεια του και στη γυναίκα του κρυφά αργά κάποιες νύχτες, ήταν μια δύσκολη ζωή, πέρασαν δυο τρία χρόνια… 

 

Ήταν η χρονιά του 1833, συνέβη στην Πάφο η εξέγερση Ελλήνων και Λινοβάμβακων εναντίον των Τούρκων υπό την αρχηγία του Γκιαούρ Ιμάμη. Ο Γκιαούρ Ιμάμης είχε υποκινηθεί και υποβοηθηθεί από τον ηγεμόνα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι που ήταν Γενίτσαρος από την Καβάλα, και που είχε κι επίσημα προβάλει αξιώσεις στην Κύπρο. 

Ο Χριστόδουλος Μίτζιης κατετάγει στους επαναστάτες, ενεπλάκει σε μάχες, αλλά  το κίνημα καταπνίγηκε εύκολα από τον Τουρκικό στρατό. Σε μια ενέδρα που είχαν στήσει στους Τούρκους έφαγε μια σφαίρα, κατέφυγε σε μια σπηλιά για να γιατρευτεί, καθώς ήταν μόνος και αβοήθητος, πέθανε. 

Όταν αυτό εσυνέβη, η γυναίκα του ήταν έγκυος, όταν γέννησε, ονόμασε το παιδί Χριστόδουλο ως και ο πατέρας του. Αυτός όταν μεγάλωσε, το 1873 παντρεύτηκε στη Χλώρακα την Χ"Ελενη, και παιδιά τους ήσαν ο Χριστόδουλος Αζίνας (τρίτο παιδί στη σειρά με το ίδιο όνομα και κοινοτάρχης Χλώρακας), η Δεσποινού Τριανταφίλλη, η Κυριακού (μητέρα του Αντρέα του Γιώρκη Χλωρακιώτη), ο Δημήτρης (πατέρας της Εριφύλης), και η Μαρίκα η οποία παντρεύτηκε τον Στυλιανό το 1890 σε ηλικία 23 ετών. Παιδιά της Μαρίκας ήταν η Κυριάκού Ταπακούδη, ο Σωτήρης Στυλιανού, η Χ΄Ρεβεκκα Νικολάου (Νικολούιν), η Χ΄Σοφία και η Δεσποινού Λιασίδη.

Ο Γκιαούρ Ιμάμης διέφυγε στην Αίγυπτο, από όπου επέστρεψε αργότερα στην Κύπρο, αλλά πιάστηκε και αποκεφαλίστηκε. 

 

 Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΑΜΨΗ

Την ιστορία τούτη την διηγήθηκε η στετέ μου η Δεσποινού στον εγγονό της εξάδερφο μου Γιώρκο Χαραλάμους Μαύρου, και αυτός ύστερα από πολλά χρόνια την διηγήθηκε σε μένα, και εγώ σε εσάς.

Ο Χριστόδουλος Αζίνας γιος του δεύτερου Χριστόδουλου Μίτζιη και εγγονός του πρώτου Χριστόδουλου Μίτζιη αντάρτη και ήρωα της εξέγερσης ενάντια στους Τούρκους το 1833, διετέλεσε Μουχτάρης στη Χλώρακα το 1923 έως το 1932. Πήρε το παρατσούκλι Αζίνας διότι σαν κοινοτάρχης ήταν πολύ αυστηρός, και επειδή την τότε εποχή οι κοινοτάρχες είχαν το δικαίωμα να επιβάλλουν ποινές για διάφορα παραπτώματα, αυτός ήταν πολύ αυστηρός στην εκτέλεση αυτών των καθηκόντων, και επέβαλλε τιμωρίες «φωτιά». Κατά άλλους πήρε το όνομα Αζίνας γιατί στις δουλειές του και στις κινήσεις του ήταν γρήγορος και σβέλτος όπως η αζίνα της φωτιάς. 

Μια ιστορία εξιστορεί ένα περιστατικό που του εσυνέβη στα τέλη του 18ου αιώνα.  Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ ενωρίς όπου ο ήλιος έδυε στον κοντινό ορίζοντα της θάλασσας της Χλώρακας, και ενώ επέστρεφε απο το καφενείο στο σπίτι του, είδε μια μεγαλη λάμψη σαν του ήλιου, να βγαίνει και να φωτίζει άπλετα το σύθαμπο του δειλινού, στην περιοχή των «Κλούνων». Προχώρησε στην εκεί μεριά, αλλά σάν κόντεψε, το φως εχάθη. Ο νους του επήγε αμέσως στις συναφορές που άκουγε από τους γέρους του χωριού, ότι στην περιοχή αυτή, στο τρίγωνο ανάμεσα της εκκλησιάς του Αγίου Στεφάνου της Λέμπας, της Αγίας Μαρίνας ενδιάμεσα και της εκκλησιάς του Μιχαήλ Αρχάγγελου στη Χλώρακα, υπάρχει μια σπηλιά μέσα στη γη όπου σε αυτήν υπάρχει χρυσάφι αμύθητης  αξίας. Είναι το χρυσάφι της Αγίας Μαρίνας που το έχει η Αγία ταγμένο να χρησιμοποιηθεί σε χρόνια και καιρούς όταν θα έρθει η ώρα για το λευτέρωμα της Πόλης. 

Και αν βρεθεί λένε, αυτό θα διαρκέσει για αιώνες ώστε να περάσουν πλούσια και καλά όλοι οι κάτοικοι στο νησί της Κύπρου. Το στόμιο της σπηλιάς ανοίγει μια φορά κάθε εφτά χρόνια και παραμένει ανοιχτό ελάχιστες στιγμές και αμέσως ξανακλείνει. Και ο πρώτος που θα  προλάβει να μπει μέσα και να αντικρύσει το εσωτερικό της σπηλιάς, μόλις που θα προλάβει να ειδή τα πλούτη, και θα πεθάνει στη στιγμή. Είναι μια κατάρα που υπάρχει ώστε να προστατευτούν τα αμύθητα πλούτη στον αιώνα τον άπαντα, έως το πλήρωμα του χρόνου όπως ίσως έταξε ο ίδιος ο Θεός. 

 

Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Είναι κάποτε ορισμένοι άνθρωποι που φεύγοντας  από τη ζωή δεν ξεχνιούνται εύκολα, γιατί εχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στο πέρασμα τους ενόσω ζούσαν. Που για αυτούς κανένας τίποτα δεν έχει γράψει, αλλά που με την συμπεριφορά τους και τον τρόπο που διαβιούσαν, με τον τρόπο που σκέφτονταν και τον τρόπο που ενεργούσαν, αλλά κυρίως γι αυτά που έλεγαν, ή και έγραφαν, για τη λάμψη τους που εξέπεμπαν και  τις ικανότητες  τους, καθώς και για τον λόγο τους τον συμβατικό ή τον αιρετικό, αλλά καθώς και για άλλα, έμειναν στις σκέψεις των άλλων χωριανών που πολλές φορές στις αναμεταξύ τους κουβέντες συναφέρουν διάφορες ρήσεις καθώς και ιστορίες από τη ζήση αυτών των ανθρώπων. 

Εγώ σαν συγγραφέας καταγράφω μικρά περιστατικά τέτοιων ζητημάτων και γεγονότων, τα οποία κατά την γνώμη μαυ εχουν ενδιαφέρον, ώστε οι σημερινές γενιές αλλά και οι μελλοντικές, μέσω αυτών των ιστοριών να βγάζουν συμπεράσματα για την πρότερη ζωή των προγόνων μας.

 Ένας εξ αυτών τέτοιου είδους άνδρας, ήταν ο Σωτήρης Στυλιανού ο γνωστός τελευταίος βρακοφόρος του χωριού που απεβίωσε πριν λίγα χρόνια. 

Η βράκα ήταν μόδα του 16ου αιώνα. Αυτός, ένας εκ των τελευταίων που είχε για ενδυμασία τη βράκα, χρησιμοποιούσε την κοντή η οποία έφτανε μέχρι το γόνατο, και μαζί με το γιλέκο φάνταζε τύπος γραφικός και ωραίος να ξεχωρίζει με τη διαφορετικότητα του απ όλους τους άλλους. Τα παιδιά τον έβλεπαν και τον έτρεχαν να τον πειράξουν, αλλά αυτός με πολλη καλοσύνη, τους χαιρετούσε και τους μιλούσε χωρίς να θυμώνει. Ήταν άνθρωπος μοναχικός και χωρίς οικογένεια, ζούσε φυτεύοντας και αναγειώνοντας σπόρους κηπευτικών. Ως  κύρια  ασχολία είχε τη μελισσοκομία, τέχνη την οποία αγαπούσε και εφήρμοζε για έναν αιώνα σχεδόν, τόσο δηλαδή όσο έζησε. Έζησε τόσο πολύ γιατί ζούσε βίο μετρημένο και προσεκτικό με κατάλληλη διατροφή, και κατάλληλη εκγύμναση σώματος και  πνεύματος. Ηταν αυτοδίδακτος αλλά πολύ διαβασμένος, και κατά συνέπεια πολύ μορφωμένος, τόσο που σε αλληλογραφία που κατάφερε να έχει με την βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ κατά την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ, έγραφε πύρινες επιστολές με τις οποίες της εξηγούσε την ανάγκη να δοθεί στην Κύπρο αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία. 

Εξέδιδε επίσης μικρά περιοδικά τα οποία διένειμε δωρεάν σε όλη την Κύπρο, που μέσω τους παρότρυνε τον κόσμο να είναι δίκαιος και να πιστεύει στο Θεό. 

Διακινόταν με ποδήλατο για ολόκληρη του τη ζωή σε όλη την Πάφο, και μέχρι τα βαθιά του γεράματα. 

Του άρεσε ο ασκητισμός και η ήσυχη ζωή και όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, έτσι και αυτός, έτρωγε και έπινε λίγο, και είχε για κύρια του διατροφή το μέλι το οποίο παρήγαγε ο ίδιος και το οποίον ήταν άριστης ποιότητας. Είχε μεράκι για αυτό το επάγγελμα ώστε απο μόνος του έφτιαχνε όλα τα εργαλεία που χρειάζονταν γι αυτό το σκοπό. Ώρες ολόκληρες κάθε μέρα τις αφιέρωνε στα μελίσσια του. Έφτιαχνε υποκατάστατες τροφές όπως σιρόπι από ζάχαρη, φύτευε ακόμα ολόγυρα ολόκληρους ανθώνες για να βρίσκουν γύρι οι μέλισσες, διότι η φυσική γύρη είναι η καλύτερη τροφή για αυτές. Έκτισε επίσης λίμνη για να έχουν νερό. Ως ήταν όμως φυσικό, αφού υπήρχε συνέχεια νερό και μέσα στα μελίσσια το γλυκό σιρόπι, η αυλή εγινε τόπος παράδεισος για τις επικίνδυνες σφήκες οι οποίες αποτελούσαν μεγαλη απειλή για τις μέλισσες όσο και για τους ανθρώπους. Έτσι, έφτιαξε μια μυγοσκοτώστρα, και παραφυλάγοντας στα μελίσσια του όποιος σφηκουος πετούσε στην αυλή, τον σκότωνε. 

Μια μέρα σαν τις άλλες, μας διηγείται γείτονας του, είδε τον μικρό του γιο να τρέχει, και ξοπίσω του το ίδιο ο Σωτήρης, να τρέχει και να ανεμίζει τα χέρια. Δεν έδωσε πολλή σημασία, γιατί σκέφτηκε ότι ο νεαρός θα πείραξε τον Σωτήρη, και αυτός τον έτρεχε να του θυμώσει. Την άλλη μέρα σε συναπάντημα τους, τον ρώτησε τι έκαμε ο μικρός και έτρεχε να τον δείρει. 

Α… 

του απαντάει,

 δεν κατάλαβες, ενώ σκότωνα τις σφήκες με τη μυγοσκοτώστρα, μου ξέφυγε ένα χτύπημα το οποίον έπεσε πανω στην κυψέλη και είχε αποτέλεσμα να τσικνώσει το μελίσσι και όλες οι μέλισσες να μου ορμήσουν. Έτρεξα να γλυτώσω, ο μικρός νόμισε ότι τον, φοβήθηκε, έτρεχε αυτός, τρέχαμε και οι δυό. 

 

ΟΙ ΑΛΥΚΑΤΟΡΕΣ

Το Άλας είναι πολύτιμο αγαθό και απαραίτητο για τη ζωή και την υγεία του ανθρώπου. Στην Αρχαία Ρώμη οι στρατιώτες πληρώνονταν «Εις Άλας» (σε αλάτι), δηλαδή αντί για νομίσματα, η αξία της δουλειάς τους αντιστοιχούσε σε ποσότητες αλατιού. Η έκφραση «Εις Άλας» αλλοιώθηκε και έγινε Salarium, δηλαδή αντίτιμο, και σήμερα στην αγγλική γλώσσα, το αντίτιμο της εργασίας, δηλαδή ο μισθός, ονομάζεται Salary.

Η Κύπρος παρήγαγε μεγάλες ποσότητες αλατιού στην Αλυκή της Λάρνακας που το εξήγαγαν σε άλλες χώρες. 

Οι κάτοικοι μάζευαν επίσης αλάτι από τα παράλια των θαλασσών, εκεί όπου υπήρχαν χαμηλές ακτές που ενώνονταν σχεδόν με το νερό της θάλασσας και σχημάτιζαν μικρές αλυκές. Όταν τρικυμίαζε το νερό σκέπαζε τις πέτρινες ακτές, και όταν ημέρευε η θάλασσα και υποχωρούσε, το θαλασσινό νερό που έμενε στις κολύμπες εξατμιζόταν από τη ζέστα του καλοκαιριού μένοντας ολοκάθαρο το αλάτι. 

Επί Αγγλοκρατίας απαγορεύτηκε η σύναξη άλατος από τις παραλίες, γιατί ήθελαν οι κατακτητές να πωλούν το αλάτι από την Αλυκή της Λάρνακας στον πληθυσμό. 

Για να τους αποτρέπουν είχαν διορισμένους φύλακες, τους Αλυκάτορες, που περιπολούσαν και κατάγγελλαν τους παραβάτες. Μια εποχή που στην Πάφο ανώτερος υπεύθυνος ήταν ο ΣαβαώΜπασιης, ένας άνθρωπος που δεν σεβόταν την φτώχεια των ομοθρήσκων του και δεν χαριζόταν σε κανέναν, είχε και το κακό συνήθειο να ζητά δώρα από τους χωρικούς για να μην τους καταγγέλλει. Ο κόσμος του έδινε από το υστέρημα του γιατί είχαν μεγάλη ανάγκη το άλας που ήταν απαραίτητο για την κατασκευή των χαλουμιών. 

Ο Σαβαώμπασιης από τη μια έπαιρνε τα κανίσια, από την άλλη με δόλιο τρόπο προσπαθούσε να ξεγελάσει τα μικρά παιδιά και να πάρει πληροφορίες για να καταγγείλει τους γονιούς τους. 

Ήταν ένας υπάλληλος των κατακτητών Χριστιανός από τη Τσάδα, που αντί να βοηθά τους ομόθρησκους συνανθρώπους του, βοηθούσε δουλικά τους αφεντάδες του. Ο κόσμος τον είχε άχτι και τον μισούσε. Τον θεωρούσαν σπιούνο, προδότη και εχθρό. Είχε πάρει τον ρόλο του Αλυκάτορα πολύ σοβαρά και με πείσμα και μανία έταξε σκοπό του να μην αφήνει κανένα να μαζεύει αλας. 

Είχε ένα μεγαλόσωμο άππαρο που τον καβαλλίκευε και καμαρωτός γυρνούσε τις παραλίες παριστάνοντας τον σπουδαίο αξιωματικό στους απλούς χωρικούς. 

Μια φορά στην Αλυκή της Χλώρακας βρήκε την Μαρίκα Στυλιανού να μαζεύει άλας. Η καημένη φτωχή γυναίκα για να γλυτώσει το πρόστιμο, του είπε ψεύτικο όνομα. Αλλά ο κακός Αλικάτορας δεν ήταν εύκολο να ξεγελαστεί. Προσπάθησε να την συλλάβει και να την πάρει στον αστυνομικό σταθμό για εξακρίβωση στοιχείων. Η Μαρίκα αντέδρασε, και ο Σαβαώς προσπάθησε να ασκήσει βία για τη σύλληψη της. 

Τον παλιό καιρό όποιος ακουμπούσε χέρι σε γυναίκα, είχε άσχημα ξεμπερδέματα. Σαν εξουσία ο Σαβαώς νόμισε ότι μπορούσε να ενεργεί μη λαμβάνοντας υπόψη τις ηθικές αρχές των κατοίκων. Για κακή του τύχη, εκείνη την ώρα περνούσε από την περιοχή ο Συμαιώς Λιασίδης, ένας άνθρωπος όχι πολύ ψηλός, αλλά πολύ δυνατός που μπορούσε να βάλει τερπιέ όλο το χωριό. Με την Μαρίκα είχαν και μια συγγένεια, ήταν συμπέθεροι. 

Βλέποντας τη σκηνή ο Συμαιώς, ορμά και αρπάζει τον Σαβαώ στα χέρια του, τον έσπασε στο ξύλο. Ο Σαβαώς τις έφαγε, αλλά δεν μπορούσε να κάμει παράπονο, γιατί το ζήτημα πήρε διαστάσεις τιμής πλέον. Έτσι σιώπησε για το ξύλο, αλλά επέμενε να βρει την Μαρίκα και να την καταγγείλει. Πήγε πανω στο χωριό και ρωτούσε γι αυτήν. Επειδή όμως η Μαρίκα του έδωσε ψεύτικο ονομα, δεν μπόρεσε να την βρει, και έτσι γλύτωσε την καταγγελία και το πρόστιμο. 

 

Την άλλη μερα βρήκε μια άλλη χωριανή, την Ερυφίλλη να μαζεύει άλας. Αυτή όμως ηταν έξυπνη και καπάτσα, μολις τον πήρε χαμπάρι από μακριά, έβγαλε το φουστάνι της και με το μεσοφόρι της βούτηξε στη θάλασσα, ότι τάχατες έκανε μπάνιο. 

Ο Σαβαώς φοβήθηκε μην ξαναπάθει τα ίδια όπως και την προηγούμενη μερα με την Μαρίκα, έτσι αλλαξοδρόμησε και η Ερυφίλλη γλίτωσε το πρόστιμο. 

Σε λίγο καιρό ο ΣαβαώΜπασιης βρέθηκε στον Ακάμα σε άσχημη κατάσταση να φωνάζει βοήθεια. Κάποιοι του έστησαν καρτέρι και με ένα σάκο άμμο τον χτύπησαν στην κοιλιά, και τον εγκατέλειψαν αιμόφυρτο. Χρησιμοποίησαν αυτό τον τρόπο γιατί ήθελαν να τον σκοτώσουν χωρίς να αφήσουν σημάδια, ώστε να μην καταλάβει η αστυνομία ότι ήταν φόνος. 

Ήταν Πεγειώτες βοσκοί οι οποίοι χρειάζονταν άλας για τα χαλούμια τους, και αυτός ήταν μεγάλο εμπόδιο γι αυτό το σκοπό. Περαστοί τον βρήκαν και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, αλλά δεν άντεξε, πέθανε. Όλοι οι Χριστιανοί στα παραθαλάσσια χωριά έστησαν γιορτή και χάρηκαν για τον θάνατο του Σαβαού. 

 

Η ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΚΟΥΘΚΙΟΥ

Βυζαντινοί ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι εκ παραλλήλου με τα πνεύματα που υπάρχουν στη Γη στη Θάλασσα και στους βυθούς, γεμάτος από δαιμόνια είναι και ο αήρ ο ευρισκόμενος «ύπερθεν ημών και περί ημάς». Με ανάλογες δε δοξασίες που έντονα εμπλουτίσθηκαν κατά τη Τουρκοκρατία φτάνουμε στη σημερινή Σολομωνική (δαιμονολογία). Η Κλείδα του Σολομώντος ή Σολομωνική είναι ένα βιβλίο μαγικών αποδιδόμενο στον βασιλέα Σολομώντα. Λένε ότι είναι απαγορευμένο και ότι είναι επικίνδυνο για όποιον διαβάσει το αυθεντικό. Περιέχει κλητεύσεις και επικλήσεις για να κληθούν πνεύματα νεκρών από την Κόλαση που είναι δαίμονες ή τιμωρημένες ψυχές. Και για να προστατευτεί ο επικαλεστής (καλούμενος ως εξορκιστής) από αυτούς και από μια πιθανή προσπάθεια δαιμονισμού, υπάρχουν κατάρες ώστε να υποχρεώσουν τα απρόθυμα πνεύματα να υπακούσουν.

Με αυτή μου τη διήγηση θα αναφερθώ σε ένα παράξενο περιστατικό που συνέβηκε σε ένα τόπο που οι πρωτινοί έλεγαν ότι είναι διάβα αερικών. Είναι η περιοχή «Σταυρός», κάτω από την τοποθεσία «Σκαλί», ένα σταυροδρόμι δρόμων που οδηγεί στην παραθαλάσσια περιοχή   «Δήμμα». Εάν πάρουμε την νοητή ευθεία «Μήλα» (ένα άλλο διάβα αερικών) και «Σταυρός», κατευθυνόμαστε στο πέλαγος όπου από το μακρινό του βάθος βγαίνει ο Σορόκος, ο άνεμος που όταν θυμώσει τσακίζει σκάφη όπως π.χ. το 1810 το «χρυσοκάραβο», ένα επιβατικό πλοίο που τσακίστηκε στις ξέρες του Φερφουρή και πνίγηκαν όλοι οι επιβάτες, ή τα πρόσφατα χρόνια το ναυάγιο του φορτηγού πλοίου «Δημήτριος» που είναι σφηνωμένο στις ίδιες ξέρες. Όταν μετά το θέριεμα του ο Σορόκος ηρεμεί και γλυκοφυσά ήσυχα και απαλά, σημάδι ότι το καλοκαίρι φεύγει και έρχεται το μουντό και γκρίζο φθινόπωρο, και όταν η θάλασσα είναι γαληνεμένη σαν σε απανεμιά, τότες με την βοήθεια αυτού του ανέμου βγαίνουν συνηθως μες τα δειλινά, τα Αερικά έξω στη στεριά και αναζητούν το γραμμένο πεπρωμένο τους που καθορίστηκε τον καιρό εκείνο που όντας ήσαν άνθρωποι ή ζώα τους έτυχε η μοίρα να καταδικαστούν να γίνουν δαίμονες και εξωτικά.

 

Η Μαρία του Γιωρκουθκιού καβαλικεμένη στον γάιδρο της πήγαινε  στη Μωροζό να ποτίσει το χωράφι. Είχε φτάσει στο Σταυρό, και ξάφνου κατάλαβε ότι το δροσερό αεράκι που φυσούσε σταμάτησε απότομα, και έπεσε απόλυτη ησυχία σαν  βαριά σιωπή. Ο γάιδαρος που καβαλούσε τσουλόκατσε και γκάριζε ανήσυχα όπως που να έκλαιγε. Κατάλαβε ότι κάτι αλλόκοτο συνέβαινε και δεν κατάλαβε αν σκοτείνιασαν τα μάτια της και έβλεπε τα γυρω της γκρίζα, ή σκοτείνιασαν τα βάθη του ορίζοντα και όλη η γύρω πλάση.

Κατέβηκε από το γάιδαρο και τραβώντας τον με το ζόρι συνέχισε το δρόμο της βιαστικά φοβισμένη και ανήσυχη από τα παράξενα καιρικά φαινόμενα. 

Βιαστική όπως προχωρούσε στο μονοπάτι, συνάντησε ένα μικρό παιδάκι, το προσπερνά, αλλά μετά από λίγη απόσταση, ξανασυναντά το ίδιο παιδί ποιο μεγάλο σε ηλικία αυτή τη φορά, μετά από κάμποση απόσταση τον συναντά ακόμα πιο μεγάλο, και λίγο παρακάτω, ξάφνου τον βλέπει άνδρα μεγάλο με στολή σιδερένια και μια μεγάλη σπάθα στην κόξα να τρέχει σαν να θέλει να προλάβει κάποιον, να ανοιγοκλείνει το στόμα του και να φωνάζει, αλλά αντί για φωνές να βγαίνουν ιαχές ακαταλαβίστικες, και να συγχέονται με καλπασμούς αλόγων χωρίς όμως να βλέπει άλογα.

Φοβήθηκε πολύ η Μαρία, κατάλαβε ότι κάτι απόκοσμο συνέβαιννε. Ασυναίσθητα άρχισε να επικαλείται την Παναγία και Δόξασι ο Θεός σκέφτηκε, ξάφνικά όπως όλα άρχισαν,  όλα τέλειωσαν, πέρασαν, δεν συνέβαινε τίποτα, ήσαν όλα όπως πριν. 

Από εκεινη την μερα η Μαρία του Γιωρκουθκιού, δεν ξαναπέρασε από τον ίδιο δρόμο. 

 

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΩΝΥΜΟΥ "ΠΕΝΤΑΡΑΣ"

Η κάθοδος της οικογένειας. Το χωριό της Τάλας στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν ένα αγρόκτημα, που πήρε το όνομα απο τον ιδιοκτήτη, ένα Φράγκο πλούσιο γαιοκτήμονα. Μετά την κατάληψη της Κύπρου απο τους Βενετούς και ύστερα απο τους Τούρκους, το χωριό έμεινε να κατοικείται απο δυο τρεις οικογένειες που έβοσκαν τα κατσίκια τους πάνω στις βουνοπλαγιές του Αγίου Νεοφύτου. Η ζωή ήταν δύσκολη. Ένας εξ αυτών που βαρέθηκε τα κορφοβούνια και την συγκατοίκηση σε σπηλιές  ανθρώπων και ζώων, πήρε την οικογένεια του και ακολούθησε  το μονοπάτι δίπλα απο το αυλάκι το επονομαζόμενο της Ρήγαινας που έπαιρνε νερό απο την Τάλα στα Παλιόκαστρα στην Κατω Πάφο. Περνώντας απο την περιοχή της Χλώρακας του άρεσε η παραλιακή εύφορη γη που συνάντησε, εγκαταστάθηκαν εκεί, και ησχολήθησαν με την γεωργία. Η μετακοίνηση της οικογένειας εγινε κοντα στα1800 και αυτό το ξέρουμε απο αφηγήσεις γερόντων κατοίκων της Χλώρακας, που λένε για έναν εκ της οικογενείας, που όταν κατα το 1810, ένα καράβι φορτωμένο με πλούσιους επιβάτες, ενώ ερχόταν από τη Λεύκα και πήγαινε στους Αγίους Τόπους, στη περιοχή του Ακάμα έπεσε σε μεγάλη θαλασσοταραχή, και περνώντας στα ανοιχτά της Χλώρακας, τα κύματα το έριξαν πάνω στις ξέρες του Φερφουρή με αποτέλεσμα να βουλιάξει και να πνιγούν όλοι. 

Το πλοίο οι ντόπιοι κάτοικοι το είπαν χρυσοκάραβο γιατί μετέφερε επιβάτες πλούσιους φορτωμένους χρυσαφικά. Η θάλασσα ξέβρασε όλα τα πτώματα στην ακτή της Χλώρακας και αφου περιμαζεύτηκαν οι νεκροί από τις διοικητικές αρχές, οι κάτοικοι βγήκαν στην παραλια για να περισυλλέξουν ότι πολύτιμο εναπόμεινε από το τραγικό ναυάγιο. 

Το ίδιο έκαναν και δυο αδέρφια απο την οικογένεια που είχε έρθει απο την Τάλα. Ψάχνοντας βρήκαν ένα πτώμα κάποιου πνιγμένου που δεν είχε περιμαζευτεί και ήταν σφηνωμένο σε μια χάστρα, μισοσκεπασμένο από το νερό, ίσα που φαινόταν. Στην μέση είχε ζωσμένη μια ζώνη, που υπολόγισαν ότι ήταν γεμάτη λίρες. Ο ένας τους έσκυψε να την πάρει, αλλά μετακινώντας το πτώμα, βγήκε ένα ρόχος, ένας ήχος που του προκάλεσε τόσο μεγάλο φόβο, που σάλεψε το μυαλό του. Αρρώστησε, έπεσε σε κώμα, και σε τρεις μέρες πέθανε. 

Τις λίρες τις πήρε ο αδελφός του, τις έκρυψε, και δεν τις ξόδεψε γιατί τις θεώρησε καταραμένες. Λέγεται ότι έβγαλε μια τρύπα στον τοίχο του σπιτιού και τις έκτισε μέσα. Δεν τις πείραξε όσο ζούσε, όσες οικονομικές δυσκολίες και να συνάντησε, ώσπου πέθανε και πήρε το μυστικό μαζί του. Τον έλεγαν Σημαιών, και ένας εγγονός του ο Κωνσταντής, είναι αυτουνού που κόλλησαν το παρατσούκλι «Πενταράς» και το οποίον κληροδότησε σε όλες τις κατοπινές γενιές μέχρι και σήμερα.

Η ιστορία του Κωνσταντή. Σαν αποτέλεσμα του πολέμου και της καταστροφής που έφερε η τουρκική κατάκτηση, έπεσε στο νησί μεγάλη φτώχεια και δυστυχία και ο πληθυσμός αραίωσε. Οι βαριοί φόροι και η μεγάλη εκμετάλλευση του πληθυσμού από τους Τούρκους διοικητές προκάλεσαν μεγάλη δυσπραγία στους κατοίκους. Όταν το 1821 έγινε στην Ελλάδα η επανάσταση εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας αν και ο  Κυπριακός λαός δεν είχε δυνατότητα συμμετοχής εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης,  οι τουρκικές αρχές έκαμαν σκληρούς διωγμούς εναντίον όλων των Χριστιανών, και σημαντικός αριθμός ηγετικών παραγόντων, προυχόντων και εκκλησιαστικών αξιωματούχων εκτελέστηκαν. 

Εν μεσω αυτών των συνθηκών ύστερα απο τα μέσα του 18ου αιώνα, ο Κωνσταντής εστάλει απο τους γονείς του ως μισταρκός σε ένα τσιφλίκι στην επαρχίας της Λευκωσίας. Η αμοιβή του ήταν πέντε παράδες την ημέρα, ένα πολύ ασήμαντο ποσό χρημάτων, αφου έως το 1879 στην Κύπρο χρησιμοποιείτο  η Τουρκική λίρα η οποία  χωριζόταν (όπως και σήμερα) σε 100 γρόσια (πακίρες), και το κάθε γρόσι χωριζόταν σε 40 παράδες. Δηλαδή το μεροκάματο του ήταν το ένα όγδοο της πακίρας. 

Οι Μισταρκοί ήταν είδος εργατών που κύρια ξενοδούλευαν για να εξασφαλίζουν τροφή, και χρησιμοποιούντο ως εργάτες γης, ως βοσκοί ή και για άλλες δουλειές. Οι τσιφλικάδες και οι επιστάτες τους φέρονταν σκληρά, και τους υποχρέωναν να εργάζονται από ήλιο σε ήλιο, ακόμα και τις Κυριακές. Επιπλέον, το αφεντικό εκμεταλλευόμενο την εξουσία του, είχε στη διάθεση του όποιες γυναίκες ήθελε, ενώ πολλές απο αυτές το επιζητούσαν για να έχουν την εύνοια του. Όλοι οι παραγιοί και οι μισταρκοι δούλευαν μέσα σε σκληρές συνθήκες, όργωναν με ξύλινο αλέτρι που το τραβούσαν τα βόδια, θέριζαν με το δρεπάνι, αλώνιζαν με τη δουκάνη, και μετέφερναν τη σοδειά με βοϊδάμαξες.

Τις νύχτες ο Κωνσταντής κοιμόταν στο ασιερονάρι, όπου επίσης μέσα έβαζαν και τα ζώα όταν ήταν βαρυχειμωνιά. Μια τέτοια νύχτα, όπου ένα δαμάλι ήταν άρρωστο, έλαβε διαταγή απο τον αφέντη του, αν ακούσει το ζώο να ποφυσά, αυτό θα σήμαινε ότι θα ψοφούσε, και να το έσφαζε για να πάρουν το κρέας. 

Κατά τα μεσάνυχτα άκουσε στον ύπνο του ξεφύσημα, σηκώθηκε πήρε το μαχαίρι, και έσφαξε το ζώο. Στα σκοτεινά και στον ύπνο όμως που ήταν, έκανε λάθος και αντί να σφάξει το άρρωστο δαμάλι, έσφαξε το πουλάρι. Όταν ανακάλυψε το μεγάλο του λάθος, φοβήθηκε πολύ και σκέφτηκε ότι έπρεπε να φύγει, ήταν όμως σκοτάδι και παλιόκαιρος, έτσι περίμενε να ξημερώσει. 

Έπρεπε να κρυφτεί μήπως ο μάστρος του ξυπνήσει και ανακαλύψει τι εγίνηκε. Μέσα στο ασιερονάρι είχε μια ταπατσιά κρεμασμένη στο ταβάνι, σκέφτηκε να ανέβει να κατσει πάνω σ αυτήν ώσπου να ξημερώσει. Πάτησε από σακούλα σε σακούλα που ήταν γεμάτες άσιερο, και ανέβηκε πανω. Βολεύτηκε και ενώ ανέμενε το ξημέρωμα, έσπασε ένα σχοινί, η ταπατσιά έγειρε, ο Κωνσταντής έπεσε κάτω πανω στις σακούλες, κατρακύλησε και σταμάτησε για την κακή του τύχη πανω στο κρεβάτι που σ αυτό κοιμόταν ο μάστρος του με μια δούλα.

Δεν του έμενε άλλη επιλογή έτρεξε και βγήκε έξω στη βροχή και στο σκοτάδι, χωρίς τα πραγματα του, χωρίς την πλερωμή του,  πήρε των ομματιών του και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Το τσιφλίκι ήταν έξω μακριά σε ακατοίκητη  περιοχή, περπατούσε όλη νύχτα και την άλλη μέρα και την παράλλη μέσα σε κρύο και βροχή, ώσπου ένα ξημέρωμα τον βρήκε να χτυπά πόρτες και να ζητά βοήθεια και εργασία. Ήταν ταλαιπωρημένος και μουσκεμένος ως το κόκαλο, κρύωνε, και τον είχε πιάσει σύγκρυο. Φαινόταν έτοιμος να καταρρεύσει, είχε κρυολογήσει βαριά. Όσες πόρτες και να χτύπησε, αυτές έμειναν κλειστές, δεν βρήκε ανθρώπου βοήθεια, ώσπου σε μια ερημιά στον δρόμο που οδηγούσε στην Λεμεσό, κάπου στην περιοχή του Κόρνου, κατέληξε σε ένα χάνι που το είχε ένας Τούρκος. Μπήκε μέσα έτοιμος να καταρρεύσει, και επιτέλους εκεί, βρήκε βοήθεια από τον Τούρκο πανδοχέα. Τούδωσε ρούχα στεγνά, τούδωσε φαί, τούδωσε κι ένα κρεβάτι για να κοιμηθεί. 

Ξεκουράστηκε ο Κωνσταντής, συνήλθε, και θέλοντας να ανταποδώσει στον καλό πανδοχέα την βοήθεια που έλαβε από αυτόν, του πρότεινε να τον βοηθήσει στις δουλειές του. Αυτός αφου άκουσε την ιστορία του Κωνσταντή, τον λυπήθηκε, και τον προσέλαβε στην δούλεψη του…

Το χάνι αποτελούσε σταθμό για τα καραβάνια, κατάλυμα για ανθρώπους και ζώα, χώρος που μπορούσε κάποιος να φάει, να πιει, να κοιμηθεί, ακόμα και να πουλήσει ή να αγοράσει προϊόντα, λειτουργούσαν ακόμη τα χάνια ως χαμαιτυπεία.

Πέρασαν οι μέρες και ο καιρός, ο Κωνσταντής σ αυτή τη δουλειά έμαθε πολλά, γνώρισε πολλούς, πιο πολύ του άρεσαν οι έμποροι πράχτες γιατί ήσαν οι πιο πλούσιοι απ όλους, είχαν τα πορτοφόλια τους γεμάτα εκείνες τις δύσκολες εποχές που χρήματα δεν υπήρχαν και οι συναλλαγές γίνονταν σε είδος και με ανταλλαγή προϊόντων. Παρακολουθούσε με πολλή ενδιαφέρον τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των εμπόρων που γίνονταν στο χάνι, έπιασε φιλίες μαζί τους, έμαθε πολλά μυστικά της τέχνης, και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου κατά τη γνώμη του, έδωσε παραίτηση στο μάστρο του, και του εξήγησε ότι δεν θα χάνονταν, γιατί αποφάσισε να παει στην μακρινή Πάφο, στο χωριό του την Χλώρακα, και θα ενασχολείτο με το εμπόριο. 

Πήρε των ομματιών του, και επέστρεψε πίσω στο χωριό του. Ασχολήθηκε με το επάγγελμα του πράτη και εμπορευόταν μετάξι, κουκούλια, τεράτσια και τεράτσομιλο, πίσσαν Παφίτικη, και σχοινιά απο κάνναβη. Φόρτωνε δυο γαϊδούρια εμπορεύματα, χρησιμοποιούσε και μια μούλα για τον ίδιο, και ταξίδευε για τη Λευκωσία δυο με τρεις φορές το χρόνο. Σταματούσε στο γνωστό χάνι και ύστερα κατέληγε στη μεγαλη πόλη όπου επωλούσε τα εμπορεύματα του.

 Ήταν ένα ταξίδι που διαρκούσε ένα μήνα και που κέρδιζε πολλά χρήματα. Παντρεύτηκε την Θεοδούλα, έκαμε τρία παιδιά, τους Νικόλα, Μαριτσού και Ελένη, και είχαν για σπίτι τους μια μικρή κάμαρη, δίπλα απο την μεγάλη αίθουσα της εκκλησίας στην κεντρική πλατεία. Του έμεινε το παρατσούκλι Πενταράς απο τους πέντε παράδες που έπαιρνε ως αμοιβή και το εχουν όλοι οι απόγονοι του μέχρι σήμερα. Ως πλούσιος που ήταν, πάντρεψε τον γιο του Νικόλα με την Χριστίνα Χριστοδούλου Σιαμμά, μια πλούσια και καθώς πρέπει κόρη, γόνο της πιο παλιάς και πιο πλούσιας οικογένειας της Χλώρακας. Έκαμαν οχτώ παιδιά, τους Δεσποινού, Φινιά, Ελένη, και πέντε αρσενικούς, τους Χαμπή, Γιωρκή, Ττοουλλή και Κυριάκο, οι οποίοι επίσης δημιούργησαν μεγάλες οικογένειες, με αποτελεσμα σήμερα να υπάρχει μεγάλο πλήθος κόσμου που φέρει το επώνυμο Πενταράς.

 

Ο δυναμίτης 

Δεκαετία 1940 - 50. Στη Πάφο ήταν διορισμένοι δυο δικαστές, ένας Ελληνοκύπριος και ένας Τουρκοκύπριος που επέβαλλαν τις ποινές κατά το δοκούν, κυρίως όταν οι υποθέσεις ήταν συνηθισμένες και απλές. Ήταν εποχές που ο νόμος δεν μπορούσε να επιβληθεί με τη σημερινή ευκολία, γι αυτό πολλοί κάτοικοι κυρίως ένεκα της μεγάλης φτώχειας που μάστιζε τον τόπο, επιδίδονταν σε ενέργειες και επαγγέλματα που θεωρούνταν παράνομα από την τότε Αποικιοκρατική Αγγλική κυβέρνηση της Κύπρου. Ένα καλό επάγγελμα, αλλά παράνομο που ετιμωρείτο αυστηρά, ήταν το ψάρεμα με δυναμίτη. 

Ένας καπάτσος παράνομος αλιέας αλλά πολύ επιτήδειος και επιδέξιος, ήταν ο Χαράλαμπος Λεωνίδα Σιαμμάς άλλως Χαμπής Μαύρος. 

Κατάφερνε να έχει τα μέσα και τις απαιτούμενες διασυνδέσεις με τους εκάστοτε αστυνόμους και δικαστές, ώστε εκμεταλλευόμενος τη σχέση αυτή, επί καθημερινής βάσεως όποτε το επέτρεπε ο καιρός και η θάλασσα, εκστράτευε κυρίως στην περιοχή του Κοτσιά και του Ακάμα και παραφυλάσσοντας όταν περνούσαν αλάγια ψαριών, τους έριχνε τον δυναμίτη. 

Από τις πολλές φορές, μια φορά πιάστηκε από την αστυνομία επ αυτοφώρω να ρίχνει το δυναμίτη. 

Τον συνέλαβαν, τον πήραν στον αστυνομικό σταθμό και ακολούθως στο δικαστήριο για να δικαστεί. 

Για καλή του τύχη ο δικαστής που θα τον δίκαζε ήταν ο Τούρκος Χουλουσής που ήταν στενός του φίλος, αφού πολύ ταχτικά από τις ψαριές που ψάρευε, αρκετές ποσότητες κατέληγαν πεσκέσι στο τραπέσι του.

Εκείνον τον καιρό οι δικαστές δίκαζαν όπως ήθελαν, δεν έδιναν λογαριασμό, ακόμα και για το θεαθήναι δεν τηρούσαν τα προσχήματα. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση, ο Χουλουσή εφέντης δικαστής ήθελε να αθωώσει τον φίλο του. Ρωτά τον εισαγγελέα τι έκαμε ο κατηγορούμενος, και αυτός παρουσιάζει σαν τεκμήριο ένα δυναμίτη τυλιγμένο με σπάγγους απαγγέλλωντας του την κατηγορία,

-Κύριε δικαστά, τον συλλάβαμε επ αυτοφώρω στην άκρη της θάλασσας να παραφυλάει με το δυναμίτη στο χέρι.

-Περιπαίζεις δικαστή πε, με σπάγγους πιάνει ψάρι;

λέει ο δικαστής.

-Κύριε δικαστή, πανω έχει καψούλι, φυτίλι και σπίρτο, και με αυτή τη σπιριθκιά ανάβει και παίζει, 

του εξηγεί ο εισαγγελέας. 

Θυμωμένος ο δικαστής τον διατάσσει 

-Έξω πε, θέλεις να ανατινάξεις δικαστήριο στον αέρα;

και γυρνωντας στον κατηγορούμενο του λέει,  

-Ατε Χαμπή, πήαιννε στη δουλειά σου και μη ξανακάμεις, γιατί Χουλουσής πέψει σε φυλακή.

 

Οι τσίγγοι 

Το 1945 στα Πετρίθκιαια υπήρχε ένα Εγγλέζικο στρατόπεδο που δίπλα του υπήρχαν αποθήκες γεμάτες διάφορα υλικά τα οποία  χρησιμοποιούσε ο στρατός. 

 

Εκείνο τον καιρό ήταν δύσκολες οι εποχές και ο πληθυσμός δυσπραγούσε ευρισκόμενος υπό οικονομικής ανέχειας. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, τρεις νεαροί από τη Χλώρακα, ο Χαμπής ο Μαύρος, ο Κωστής του Οξεία και ο Ττοουλιάς του Κολόιδου, μια νύχτα αποπειράθηκαν να κλέψουν τσίγκους από τις αποθήκες. Ήθελαν να τους χρησιμοποιήσουν για να κατασκευάσουν κάους του αλακαθτιού (Οι κάοι ήταν τσίγγινοι κάδοι που γυρίζοντας το αλακάτι τους βουτούσε στο νερό στο βάθος του πηγαδιού και ύστερα τους ανέβαζε πάνω στην επιφάνεια όπου άδειαζαν, και τανά πάλι). Δυστυχώς γι αυτούς, δυο έφιπποι αστυνομικοί που περιπολούσαν τους έπιασαν στα πράσα και τους συνέλαβαν. Τους κατηγόρησαν και τους παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Για καλή τους τύχη, ένας από τους γονιούς των νεαρών, ήξερε προσωπικά τον Δικαστή Χουλουσή, έτσι λίγο πριν την δίκη, πήγε και τον βρήκε έξω από το παλιό νοσοκομείο Πάφου, όπου κάτω από τις αρτυματιές που υπήρχαν εκεί, καθόταν στην σκιά τους και απολάμβανε τον καφέ του από το παρακείμενο καφενείο. Του εξήγησε την κατάσταση, και του ζήτησε να φανεί επιεικής. 

Μέσα στο δικαστήριο, αφού άκουσε τις κατηγορίες από τον εισαγγελέα, απεφάνθηκε ότι ήσαν αθώοι οι νεαροί, και αναλύοντας την απόφαση του, είπε: 

-Τι έκαμαν πε, τα κοπελλούθκια, έκλεψαν τσίγγους από στρατόπεδο να κάμουν κάους; Εγιώ ξέρω με τσίγγους κάμνουσιν υπόστεγα, κάμνουσιν σπίθκια, όϊ κάους του αλακαθκιού άτε πέ λαλείς κύριε εισαγγελέα. Άτε κοπελλούθκια, παένετε σπίθκια σας, τσιαί μέν εξανακάμετε, γιατί Χουλουσής πέψει σας φυλακή. 

 

ΜΕΡΟΣ Ε΄  

ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:

 

ΖΗΝΑ ΚΑΝΘΕΡ Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΚΛΕΑΘΘΗΣ ΚΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ο ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΟΜΕΣΟΓΕΙΩΤΙΣΣΑ 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΑΦΙΟΥ

Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΚΛΕΦΤΗΣ 

Ο ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΟΥΘΚΙΟΥ 

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΔΗΚΟ

ΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ 

ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ

ΓΙΩΡΚΟΣ ΟΨΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΦΙΟΣ 

ΤΟ ΕΝΣΙΚΤΟ ΕΝΟΣ ΖΩΟΥ

Χ΄ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΣΤΟ ΛΑΟΥΜΙ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ Χ΄ ΑΝΤΩΝΗΣ

 

 

 

ΖΗΝΑ ΚΑΝΘΕΡ Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Κεφάλαιο Α΄ 

Τα γαϊδούρια και τα μουλάρια άλλως ημίονοι, τείνουν να εξαφανιστούν από την Κυπριακή επαρχία. Η εισβολή της τεχνολογίας στη γεωργία συνετέλεσε στο τετέλεσται τους στους αγροτικούς πληθυσμούς. Αφού τα αυτοκίνητα ήταν πιο ευκολόχρηστα για τις διάφορες μεταφορές, ήταν φυσικό να αντικαταστήσουν τα συμπαθή τετράποδα τα οποία πλέον συναντούμε περισσότερο στα βιβλία παρά στη Φύση. 

Τα μουλάρια και οι ημίονοι είναι ζώα για όλες τις δουλειές. Η σωματική τους ρώμη είναι χαρακτηριστικό τους στοιχείο και εχουν πολύ μεγάλη αντοχή στην κοπιώδη εργασία, στον καύσωνα, στην πείνα και τη δίψα. Με τόσα προσόντα ο άνθρωπος χρησιμοποιεί αυτά τα ζώα εδώ και περίπου 3.000 χρόνια.

Αυτή όμως η σχέση χιλιετιών έχει εκλείψει σχεδόν κατά παντού, υπάρχουν όμως ευτυχώς κάποιες περιπτώσεις που τα ζωα αυτα είναι απαραίτητα. Σε καλντερίμια και σε στενά δρομάκια κάποιων ορεινών χωριών υπάρχουν ακόμα, γιατί μόνο αυτα μπορούν να ανέβουν τις απότομες ανηφόρες φορτωμένα με ότι βαρύ χρειάζεται να κουβαληθεί από τα κακοτράχαλα μονοπάτια. Γιατί μόνο αυτά  μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεταφορές σε δύσβατους και απρόσιτους τόπους  και υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες όπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τροχοφόρα οχήματα.

Τα γαϊδουρομούλαρα είναι το ζώα που προέρχονται από τη διασταύρωση αλόγου και γαϊδάρου και δεν μπορουν να αναπαραχθούν γιατί είναι στείρα. Χρησιμοποιούνται σε αγροτικές κοινωνίες για τις μεταφορές, παλιότερα επίσης ευρύτατη ήταν η χρήση τους από τους στρατούς του κόσμου ως μέσον μεταφοράς, κυρίως λόγω της μεγάλης αντοχής τους και της ανθεκτικότητάς τους στις ασθένειες.

Αφού οι ημίονοι δεν αναπαράγονται μόνοι τους, αλλά για να γεννηθεί ένα μουλάρι ζευγαρώνει ένα αρσενικό άλογο με ένα θηλυκό γαϊδούρι, αυτό σημαίνει ότι είναι δύσκολη η συνέχιση της αναπαραγωγής τους. Γι αυτό τους παλαιούς καιρούς που οι ημίονοι ήσαν απαραίτητοι σε κάθε σπίτι και οικογένεια, υπήρχαν επαγγελματίες που κατείχαν ίππους ράτσας και περιφέρονταν στα χωριά όπου τους διέθεταν επί πληρωμή για αναπαραγωγή ημιόνων. 

Τα ζώα αυτά ήταν πολύ απαραίτητα την εποχή του Μεσοπολέμου, γιατί οι Κύπριοι κάτοικοι ασχολούνταν αποκλειστικά με τη γεωργία και όλες οι εργασίες διεκπεραιώνονταν με τη βοήθεια τους. Ήταν εποχές δύσκολες που δεν υπήρχαν δουλειές και οι καλλιέργειες των αγρών επέφεραν πενιχρά έσοδα που δεν αρκούσαν για τους τοκογλύφους που  απομυζούσαν τους ανθρώπους, κατά συνέπεια δεν περίσσευαν για τη διατροφή τους. Εκποιήσεις περιουσιών και αναγκαστικές δια πλειστηριασμού πωλήσεις ακινήτων γίνονταν καθημερινά, ακόμα και από τα σπίτια στα οποία διέμεναν αναγκάζονταν είτε να μεταναστεύουν, είτε να γίνονται είλωτες με πολύ χαμηλά ημερομίσθια στα κτήματα άλλων, ενώ πολλοί κατέφευγαν σε σκληρότατη εργασία στα μεταλλεία απ' όπου αφυπηρετούσαν με ανεπανόρθωτα κλονισμένη την υγεία τους. Χωρίς εξαίρεση, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της Κύπρου δυσπραγούσαν και διαβιούσαν υπό μεγάλης στέρησης και ανέχειας.  

Μέσα σε αυτή την οικονομική ανέχεια και στους πολύ σκοτεινούς καιρούς, στο χωριό της Τάλας ζούσε με την οικογένεια  του ένας άνθρωπος, σκληροτράχηλος και κακός πού είχε έναν άππαρο επιβήτορα και τον περιέφερνε στα γύρω χωριά χρησιμοποιώντας τον επί πληρωμή για αναπαραγωγή ημιόνων. Είχε γυναίκα με τρεις κόρες και ένα γιό, που όποτε τους θυμόταν τους επισκεπτόταν, καμιά όμως οικονομική βοήθεια δεν τους πρόσφερνε, και από πάνω τους καταπίεζε και τους έδερνε. 

Ζούσαν σε ένα μικρό ρημαγμένο  σπιτάκι μιας κάμαρας έτοιμο να καταρρεύσει, που ήταν κτισμένο στην πιο μακρινή άκρη του χωριού. Οι τοίχοι στέκονταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να γκρεμιστούν. Το νερό εισχωρούσε από την πρόχειρη στέγη που ήταν ανίκανη να κρατήσει τη βροχή και τους αέρηδες μακριά, ενώ η αυλή γύρω του σπιτιού και αυτή έρημη, έδειχνε ακόμα χειρότερη τη ρημαγμένη του όψη. Μέσα στη μικρή κάμαρη που κατοικούσε η φτωχή οικογένεια,  είχαν μαζί τους και μια κατσίκα που την είχαν για να παίρνουν το γάλα της παρόλο που δεν αρκούσε για να τους θρέψει όλους, αλλά ήταν φανερό ότι ήταν το μόνο πράγμα που τους προστάτευε από την απόλυτη και έσχατη δυστυχία. Αναμφίβολα ήταν η πιο φτωχή οικογένεια. 

Ήταν ένα φρικτό μέρος και υπήρχε πλήρης εγκατάλειψη, το ερώτημα ήταν γιατί άντεχαν και έμεναν εκεί, γιατί δεν εγκατέλειπαν. Τι τους κρατούσε εκεί; 

Ήταν φανερό, ήταν ο φόβος και η ψυχολογική καταπίεση που εξασκούσε πάνω τους ο σκληρός φαμελιάρης. Ήταν μπεκρής και όποτε ήταν μεθυσμένος του έφταιγαν οι ανθρώποι, αλλά επειδή δεν μπορούσε να τα βάλει με όλο τον κόσμο, ξεσπούσε στη γυναίκα και στα παιδιά του δέρνοντας τους με το πέτσινο λουρί που χρησιμοποιούσε σαν καμουτσίκι για το άλογο του.

 

Κεφάλαιο Β΄

Η οικονομική κατάσταση στην Κύπρο πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ήταν άθλια για πάρα πολλούς. Ένας μεγάλος αριθμός από Κυπρίους κατετάγησαν υπό της Αγγλικής σημαίας ως εθελοντές, επειδή στο Βρετανικό στρατό μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα μεροκάματο. Πολλοί απο αυτούς κατετάγησαν μαζί με τα μουλάρια τους και πήραν μέρος ως ημιονηγοί στις σκληρότερες από τις συγκρούσεις του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, και πολέμησαν απλώς επειδή έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί στις οικογένειάς τους. Υπήρξαν βέβαια και πολλοί άλλοι εθελοντές που κατετάγησαν και αγωνίστηκαν κατά του ναζισμού και του φασισμού επειδή πίστευαν στην ελευθερία και στην ιερότητα εκείνου του αγώνα, όμως υπάρχει και η αλήθεια ότι ο μεγαλύτερος αριθμός εθελοντών αναζήτησε στα πεδία των μαχών τον τρόπο για να ζήσει την οικογένειά του. 

Ανάμεσα σε αυτούς τους εθελοντές ο κακός φαμελιάρης από την Τάλα κατετάγη και έφυγε με το άλογο του. Κατετάγη στο Κυπριακό Σύνταγμα και στάλθηκε στην Ελλάδα πριν τη γερμανική εισβολή. Πολλοί από αυτούς χρησιμοποιήθηκαν σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας για τη διάνοιξη οδικών και οχυρωματικών έργων, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιήθησαν ως ημιονηγοί για τη μεταφορά εφοδίων και πυρομαχικών. Μετα τη Γερμανική προέλαση, εκατοντάδες από αυτούς συνελήφθησαν αιχμάλωτοι στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη κατά τη συμμαχική υποχώρηση. 

Από εκείνο τον καιρό χάθηκαν τα ίχνη του χωρίς κανένας να ξανακούσει γι αυτόν. Το φευγιό του δεν άφησε πίσω του σημάδια και λύπες, ούτε τα μέλη της οικογένειας του στεναχωρέθησαν, παρά μάλλον ένιωσαν ανακούφιση, γιατί πλέον θα έμεναν στη φτώχεια τους χωρίς την καταπίεση του και τους ξυλοδαρμούς του.

Στο χωριό της Τάλας επικρατούσε μεγαλύτερη φτώχεια παρά αλλού, διότι ήταν κτισμένο πάνω στην πλαγιά του βουνού του Αγίου Νεοφύτου. Δεν υπήρχαν αγροί για να τους καλλιεργήσουν, οι άνθρωποι είχαν σαν ενασχόληση τα κοπάδια, τα αμπέλια και το μάζεμα τερατσιών. Στα κοπάδια η φτωχή γυναίκα με τα παιδιά της δεν μπορούσαν να απασχοληθούν, το μάζεμα των σταφελιών και των τερατσιών ήταν εποχιακή περίοδος απασχόλησης, έτσι τα πράγματα γι αυτούς ήταν δύσκολα. 

Μια από τις κόρες της η Ζήνα, μόλις 14 χρονών ήταν ώριμη και καπάτσα, με μυαλό αρσενικού  και τολμηρή.

-Ατε μάνα, της είπε μια φορά, εδώ στον τόπο μας δεν έχουμε μέλλον, να πάμε κάτω στην πόλη να δουλέψουμε να φάμε και μείς κάνα κομμάτι ψωμί.

Και έτσι έγινε, έφυγαν. Η φτωχή οικογένεια έπρεπε να αντιμετωπίσει μια αβέβαιη ζωή γεμάτη δυσκολίες και την πιθανότητα μιας ακόμη μεγαλύτερης μιζέριας, αλλά αφού δεν είχαν κάτι καλό να χάσουν, δεν ήταν δύσκολη η απόφαση τους.

Μάζεψαν τα πράγματα τους και με την κατσίκα τους περπατητές, κατέβηκαν στην Χλώρακα όπου αναζήτησαν δουλειά στα χωράφια. Η μάνα με τα άλλα παιδιά βρήκαν εργασία στα κτήματα του Κωστή του Κόμπου που ήσαν λίγο έξω από τη Χλώρακα και λίγο πριν την πόλη του Κτημάτου, ενώ η Ζήνα έπιασε δουλειά σαν παιδί για τα θελήματα και όλες τις άλλες δουλειές σε ένα οίκο ευγηρίας στην πόλη της Πάφου. Έμενε με την υπόλοιπη οικογένεια της σε ένα μικρό καλυβάκι δίπλα στα χωράφια που τους παραχώρησε το καινούργιο αφεντικό, και κάθε πρωί περπατητή, πήγαινε στη δουλειά της.

Η εργασία στα κτήματα ήταν σκληρή, δύσκολη και πολύωρη. Αν και ειχαν προσληφθεί σαν μισταρκοί, εντούτοις ο αφέντης τους ο Κωστής ο Κόμπος τους συμπεριφερόταν καλά. 

Οι Μισταρκοί ήταν είδος εργατών που κύρια ξενοδούλευαν για να εξασφαλίζουν τροφή, και χρησιμοποιούντο ως εργάτες γης, ως βοσκοί ή και για άλλες δουλειές. Οι τσιφλικάδες και οι επιστάτες συνήθως τους φέρνονταν σκληρά και τους υποχρέωναν να εργάζονται από ήλιο σε ήλιο, ακόμα και τις Κυριακές. Όλοι οι παραγιοί και οι μισταρκοί δούλευαν μέσα σε σκληρές συνθήκες, όργωναν με ξύλινο αλέτρι που το τραβούσαν βόδια, θέριζαν με το δρεπάνι, αλώνιζαν με τη δουκάνη, και μετέφεραν τη σοδειά με άμαξες.

Παρ όλα αυτά όμως, τα μέλη της φτωχής οικογένειας ένιωθαν ευχαριστημένοι. Τα παιδιά των δυο οικογενειών έδεσαν μεταξύ τους και ταίριαξαν, συνδέθησαν και ενωμένοι και αγαπημένοι ζούσαν αρμονικά.

Έτσι ο καιρός περνούσε καλά και ευχάριστα για τη φτωχή οικογένεια από την Τάλα. Βρήκαν στο καινούργιο τόπο καταφύγιο και πνευματική γαλήνη και ηρεμία, βρήκε ανάπαυση το μυαλό τους και ηρεμία η ψυχή τους. Έπαυσαν να αισθάνονται την καταπίεση του αφέντη, έπαυσαν να σκέφτονται τι θα φάνε την σήμερον και την επαύριον. Δεν φοβήθηκαν την σκληρή δουλειά, παρα μόνον ευχαριστημένες δούλευαν περισσότερο, ήθελαν με αυτό τον τρόπο να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στους ανθρώπους που τους έδειξαν συμπόνια, ήθελαν να ανταποδώσουν το καλό που τους έκαμαν, ήθελαν να δείξουν τις ευχαριστίες τους.

 

Κεφάλαιο Γ΄

Εκεί στη γειτονιά, σε μια γωνιά του δρόμου μετά τον οίκο ευγηρίας, ήταν ένα ψαράδικο που δούλευε υπάλληλος ένας ωραίος νέος. Κάποια μέρα ένα πρωινό που δεν είχε πελάτες, καθόταν έξω στην αυλή σε μια τόνενη καρέκλα και λιαζόταν απολαμβάνοντας την χειμωνιάτικη καλοκαιρία που είχε εκείνη τη μέρα. Εκείνη τη μέρα ο ήλιος του τύφλωνε τα μάτια και νωχελικά χασμουριόταν έτοιμος να αποκοιμηθεί. Τα μάτια τα είχε κλειστά, αλλά κάπου κάπου τα μισάνοιγε και παρατηρούσε μην ήρχετο κανένας πελάτης. Πέρασε η ώρα, κόντευε μεσημέρι, ώσπου ξάφνου σε ένα ανοιγόκλειμα των ματιών του, είδε ομπρός του μιαν όμορφη μορφή με πελώρια μπιρμπιλωτά μάτια, που νόμισε ότι στον ύπνο του έβλεπε την αγγελική μορφή καποιανού πανέμορφου αγγέλου. Έστεκε και την κοίταζε, το ίδιο έστεκε και τον κοίταζε η κοπέλα. Δεν μιλούσαν,  ένιωθαν και οι δυο ξαφνιασμένοι, μιλούσαν μόνο τα μάτια τους και η έκφραση τους. Η έλξη που ένιωσαν ανάμεσα τους ήταν πολύ δυνατή, και ο έρωτας κεραυνοβόλος. Μίλησαν οι καρδιές τους, δεν χρειάστηκε να πουν τίποτε άλλο.

Η Ζήνα λοιπόν, αγάπησε αυτόν τον νέο και τα έφτιαξε μαζί του. Ήταν όμως μικρούλα και ο κόσμος θα τους κατέκρινε, ούτε η μάνα της σίγουρα θα το ανεχόταν, έτσι ύστερα που πέρασε κάποιος καιρός, κλέφτηκαν και μετοίκησαν στη Λεμεσό. Νοίκιασε ο νέος ένα σπίτι και την σπίτωσε, και ο ίδιος βρήκε δουλειά σε ένα ψαροπολείο. Ζούσαν φτωχικά και μετά βίας, αλλά είχαν την αγάπη τους. 

Ύστερα από κάμποσο καιρό όμως, μέσα στη δύσκολη ζωή τους και τη δυστυχία τους από τη φτώχεια τους, τα μελώματα και οι αγάπες πέρασαν, και ο αγαπητικός αποδείχτηκε ένας κακός άνθρωπος σαν τον πατέρα της που της φώναζε, την παραμελούσε και της φερόταν ως αφέντης σε δούλα ενώ ο ίδιος κάθε νύχτα ξενυχτούσε σε καταγώγια και ύποπτα μαγαζιά. Αυτή ύστερα από τη βασανισμένη ζωή που είχε εξ αιτίας του κακού πατέρα της, αισθανόταν την ανάγκη να την αγαπούν, να τη  φροντίζουν, να τη σέβονται και να την καταλαβαίνουν. Αντί τούτου, ο τρόπος που της φερόταν ήταν απαράδεκτος και νόμιζε την είχε σίγουρη και δεδομένη.

Η Ζήνα αυτή του την αλαζονεία και την υπεροψία δεν την άντεχε, ούτε ήταν διατεθειμένη να τον ανεχτεί. Έτσι μια μέρα ετοίμασε τα μπαγκάζια της έτοιμη να τον εγκαταλείψει, να πάει πίσω στη μάνα της και στην αδερφή της και στην καλή οικογένεια που τους φιλοξενούσε και τους εργοδοτούσε και τους έδειχνε σεβασμό και αγάπη.

Δεν ένοιωσε δισταγμό, ήταν μια δυναμική γυναίκα και ένιωσε μέσα της να ηρεμεί ύστερα από την απόφαση της. Είχε σκοπό να μην αφήσει κανένα να την ξαναπληγώσει, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να ξαναβρεθεί στην ίδια κακή μοίρα και στην ίδια παλιοζωή που έζησε εκείνους τους καιρούς στο χωριό της στην Τάλα, τουλάχιστον αν αυτό θα ήταν στο χέρι της.

Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων ομως, άλλα δε Θεός κελεύει. 

Εκείνη την ημέρα έβαλε τα καλά της και κάλεσε ένα ταξί να την μεταφέρει στη πλατεία που ήταν το λεωφορείο της γραμμής Λεμεσού – Πάφου. Μπήκε στο πίσω κάθισμα και κάθισε, και πρόσταξε τον οδηγό να ξεκινήσει. Μόλις έγειρε τη ράχη της στο κάθισμα, ένιωσε μια ζαλάδα και μια ναυτία. Ένας φόβος την κυρίευσε, σκοτεινές σκέψεις την έζωσαν και μια ανυσηχια την πλάκωσε. Φοβισμένη για αυτό που υποπτευότανε, παρακαλούσε να μην είναι. Έκλεισε τα μάτια της ελπίζοντας να ήταν από την κούραση και θα της περνούσε. Αλλά θέλοντας να υσηχασει από την αμφιβολία της, παρακάλεσε τον ταξιτζή να την πάρει σε ένα γιατρό.

Δυστυχώς ο γιατρός της είπε ότι ήταν έγκυος. 

Ήταν ένα καρτέρεμα αναπάντεχο που της έφερε τα πάνω κάτω, ένα κακό που την βρήκε σε μια δύσκολη στιγμή της ζωης της, στη συγκυρία εκείνης της δύσκολης απόφασης να εγκαταλείψει το σύντροφο της. Η κατάσταση άλλαξε και ανατράπηκε, η απόφαση του φευγιού της ίσως έπρεπε να αναθεωρηθεί. 

Γεμάτη απελπισία και φόβο έμεινε καθισμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και διέταξε τον ταξιτζή να κάνει βόλτες μέσα στην πόλη, ενώ με τις σκέψεις να της τριβελίζουν το κούτελο προσπαθούσε να συνταιριάξει το ανακάτεμα και να αποφασίσει τι να κάμει, να φύγει ή να μείνει.

Δεν τόλμησε να τον εγκαταλείψει. Εκείνους τους καιρούς δεν ήταν εύκολο εγχείρημα μια μάνα να έχει μούλικο, ο κόσμος δεν ανεχόταν αυτά τα πράγματα. Έβγαλε από το νου της το φευγιό και πήρε μια μεγάλη απόφαση. Θα έμενε να γεννήσει το μωρό της, έπρεπε το δικό της παιδί να έχει ρίζες, να ανήκει σε οικογενεια. Νίκησε το μητρικό της ένστικτο.

Γύρισε στο σπίτι, ξεπακέταρε τα πράγματα της και κάθισε να τον περιμένει για να του αναφέρει τα «καλά» μαντάτα.

 

Κεφάλαιο Δ΄

Έτσι επέλεξε την υποταγή και τη μιζέρια, ξέχασε τα όνειρα της και έμεινε στο φτωχικό σπιτάκι να γεννήσει το παιδί της. Ξενοδούλευε όπου έβρισκε δουλειά, καθάριζε σπίτια, καμιά φορά δούλευε στις οικοδομές. Ο σύντροφος της τα είχε φορτώσει όλα στο ράφι, έμπαινε σπίτι όποτε ήθελε, δεν έδινε λογαριασμό, ούτε ενδιαφερόταν αν στο σπίτι υπήρχε φαγητό. Η θέση της ήταν απελπιστική. Δούλευε σκληρά και πικρό ήταν το μεροκάματο, πικρό και το ψωμί που έτρωγε. Αφόρητη η ζωή της, μέρα γλυκιά δεν χάρηκε. Η απελπισία όμως δεν την πήρε, η κούραση δεν την ένοιαζε.

Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο καιρός πέρασε και γέννησε το γιο της. Τον ανέθρεφε με βάσανα και στερήσεις. Σκεφτόταν συνέχεια με ποιό τρόπο θα απαλλασσόταν απο τον μπεκρή και κατ εξακολόυθηση άνεργο πλέον σύντροφο της, χωρίς όμως επακόλουθα στο παιδί της. Δεν εύρισκε τέτοιο τρόπο, αλλά η σκέψη δεν της έφευγε από το μυαλό.

Τελικά βρήκε μια καλή δουλειά που την ευχαριστούσε. Για δυο χρόνια δούλεψε σε κλινική. Ήταν ευχαριστημένη από τη ζωή και τη δουλειά της. Έβλεπε μ' εμπιστοσύνη το μέλλον. Ήταν βέβαιη ότι είχε κατασταλάξει, είχαν αλαφρύνει τα βάσανα της, δεν θα είχε πλέον τοσες στεναχώριες και πίκρες. Ζούσε με το παιδί της με κάπως καλύτερη οικονομική άνεση, με τον σύντροφο της απλά συγκατοικούσε, δεν είχαν σχέσεις συζυγικές, ούτε και συναναστροφικές.

Εκείνοι οι καιροί ήταν δύσκολοι οικονομικά, όσο και πολιτικά γιατί είχε αρχίσει ο αγώνας της ΕΟΚΑ εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών. Η Ζήνα εντάχτηκε στις τάξεις των αγωνιστών και με όλα τα μέσα βοηθούσε την οργάνωση προσφέροντας ποικίλες υπηρεσίες. Λάμβανε μέρος στη διανομή προκυρήξεων και στη μεταφορά ή απόκρυψη οπλισμού. Ακόμα δούλεψε στο τμήμα πληροφοριών της οργάνωσης. Καθώς ήξερε Εγγλέζικα, έκανε παρέα με Εγγλέζους, και χρησιμοποιώντας την ομορφιά της ως δόλωμα και χωρίς να κινεί υποψίες, αποσπούσε πληροφορίες χρήσιμες για τον αγώνα.

Κάποιο βράδυ φεύγοντας από την κλινική λίγο παρακάτω σε ένα στενό δρομάκι, άκουσε οιμογές να έρχονται πίσω από ένα χαμηλό τοιχάκι. Χωρίς να σκεφτεί φόβο, πλησίασε και αντίκρισε έναν άνθρωπο πεσμένο στο έδαφος λουσμένο σε αίματα. Ήταν ένας άγνωστος μοιαστός με Εγγλέζο που κάποιοι τον χτύπησαν είτε από πατριωτισμό, είτε  να τον ληστέψουν, σκέφτηκε. Τον βοήθησε χωρίς να σκεφτεί ότι είναι εχθρός. Του μίλησε Εγγλέζικα, και αυτός της ζήτησε να τον βοηθήσει. Υποβαστάζοντας τον, με δυσκολία τον μετέφερε στην κλινική και τον περιέθαλψε. Ήταν χτυπημένος και μεθυσμένος. Έδειχνε αλκοολικός, ίσως να έπεσε μόνος του και χτύπησε. Τον κράτησαν στην κλινική για περίθαλψη. Την άλλη μέρα έδωσε αναφορά στην οργάνωση, και έλαβε διαταγή να τον έχει από κοντά διερευνώντας εάν είχε σχέση με τον εχθρό ώστε να του αποσπάσει πληροφορίες. 

Με αυτό τον τρόπο τον κόντεψε και γνώρισε ότι ήταν ένας πλούσιος Αμερικάνος, αλλά πάνω από όλα ένας καλός και ευγενικός άνθρωπος. 

Με αυτή τη γνωριμία μια καινούρια ζωή ξεκίνησε για την Ζήνα. Έγιναν φίλοι, έκαναν παρέα και τον βοήθησε να κόψει το ποτό. Ύστερα από λίγο καιρό τη ζήτησε σε γάμο. Του εξήγησε την οικογενειακή της κατάσταση και του είπε για τον κακό της σύντροφο καθώς και για το παιδί της. Πήγε ο ίδιος και τον βρήκε. Του έδωσε χρήματα, και χωρίς δυσκολία αυτός δέχτηκε να την αφήσει χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα.

Παντρέφτηκαν και τρεις μήνες μετά το γάμο πήρε αμερικάνικο διαβατήριο. Τότες έμαθε πως ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου. Ήταν ιδιοκτήτης μεταλλείων και πετρελαιοπηγών σε πολλά μέρη. Τα καθαρά κέρδη ήταν τεράστια. 

Όμως τα προβλήματα του αλκοολισμού στιγμάτιζαν της ζωή τους. Πολλές φορές έκανε μήνες σε κλινικές του εξωτερικού για αποθεραπεία. Έβγαινε με ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Και ενώ όλα κυλούσαν καλά, ερχόταν μια νέα κρίση αλκοολισμού. Πάλι κλινικές, και τρεχάματα. Ήταν όμως η σύζυγος του, μαζί και η νοσοκόμα του που ξαγρυπνούσε στο πλευρό του. 

Πέρασε δίπλα του χρόνια καθημερινής προσπάθειας και αγωνίας, αλλά ήταν ευχαριστημένη. Εκείνος της είχε χαρίσει μια νέα ζωή. Την είχε σώσει από τη κόλαση και το άγχος της φτώχειας καθώς και από τη μιζέρια της άθλιας ζωής της. Τώρα ήταν μια μεγάλη και σωστή κυρία που ζούσε στα σαλόνια με υπηρέτες και βοηθούς. Με αμάξι, σοφέρ, και μεγάλη υπόληψη στην κοινωνία…, ναι ήταν απόλυτα ευχαριστημένη. 

Πολλές φορές που καθόταν στο προσκεφάλι του και μιλούσαν, σκεφτόταν τα παλιά και τούλεγε για τα περασμένα, για τη μεγάλη φτώχεια που γνώρισε και ότι παρακαλούσε το Θεό στις προσευχές της, να μην αφήσει άλλους να περάσουν όσα βάσανα πέρασε η ίδια και είχε μεγάλη πεθυμιά να βοηθήσει φτωχούς συνανθρώπους της.

Ύστερα από καιρό, ο πλούσιος Αμερικάνος σύζυγος της καταλαβαίνοντας ότι δεν είχε άλλη ζωή, της ανακοίνωσε ότι την κατέστησε απόλυτη κληρονόμο του, πληρεξούσιο της περιουσίας του και μπορούσε ελεύθερα να χρησιμοποιήσει όσα χρήματα ήθελε για φιλανθρωπικούς σκοπούς και δράσεις.

 

Κεφάλαιο Ε΄

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να σκέφτεται τα όσα εκατομμύρια θα είχε στη διάθεση της πλέον, πώς να τα ξοδέψει. Δεν αγαπούσε τα χρήματα, δεν ήθελε να έχει τόσα πολλά. Το μυαλό της γύριζε και οι σκέψεις της έτρεχαν σχεδιάζοντας από πού θα ξεκινούσε τις φιλανθρωπίες της. Ήταν σίγουρη ότι ήθελε να ξεκινήσει από τη Χλώρακα, το χωριό εκείνο που άφησε σφραγίδα πάνω της, που της ενέπνευσε την πρώτη ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Αυτό το λίγο που της έδωσαν με την αγάπη τους οι άνθρωποι εκεί, ήθελε να τους το ανταποδώσει πολλαπλά. Την σεβάστηκαν, έδωσαν δουλειά και φιλοξενία στην οικογένεια της. Ήταν και εκείνοι άνθρωποι φτωχοί, είχαν ανάγκες και θα τους βοηθούσε. 

Ένα καλό ξημέρωμα για την Χλώρακα ήταν εκείνη η μέρα που σταμάτησε μια μεγάλη κούρσα στην πλατεία και κατέβητε από μέσα αεράτη και επιβλητική να φαντάζει σαν βασίλισσα η μεγάλη κυρία. Το νέο μεταδόθηκε αμέσως και όλοι οι κάτοικοι έτρεξαν να αποθαυμάσουν και να καλωσορίσουν την επίσημη πλέον επισκέπτρια. Σαν απλός άνθρωπος και απλοϊκή γυναίκα όπως ήταν σε ολόκληρη τη ζωή της, έτσι συμπεριφέρθηκε. Τους αγκάλιασε με θέρμη και τους ασπάστηκε όλους ένα προς ένα, έδειξε έτσι την αγάπη και την εκτίμηση της προς αυτούς. Ύστερα την παρέλαβαν οι προεστοί και με τον κόσμο να στέκει στα γύρω γεμίζοντας ασφυκτικά την μεγάλη πλατεία, κάθισαν στο καφενείο και ήπιαν τον καφέ τους. 

Η φιλανθρωπική της δράση στη Χλώρακα ήταν τεράστια. Αγόρασε εκτάσεις γης που τις δώρισε στην κοινότητα, έκτισε και ανοικοδόμησε εκκλησίες και σχολεία, άνοιξε δρόμους, βοήθησε να κτιστούν σπίτια για φτωχά κοριτσόπουλα, ακόμα βάφτισε μωρά παιδιά που ύστερα τα σπούδασε και τα βοήθησε στην πρωσική τους ανέλιξη.

Όμως η φιλανθρωπική της δράση δεν σταμάτησε στη Χλώρακα. Συνέχισε και στην υπόλοιπη Κύπρο. Μεταξύ των έργων της περιλαμβάνονται η ανέγερση σχολείων, η οικονομική ενίσχυση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων, Δήμων και κοινοτήτων, το κτίσιμο εκκλησιών. Δαπάνησε εκατομμύρια λίρες. Χορήγησε σπίτια σε φτωχές οικογένειες και ορφανά, άνοιξε και συντήρησε τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα νεαρών κοριτσιών, σπούδασε παιδιά, επιχορήγησε την κατασκευή αθλητικών σταδίων και σωματίων.

Δικαίως θεωρήθηκε η μεγαλύτερη ίσως ευεργέτιδα της Κύπρου. Η πρωτοφανής φιλανθρωπική της δράση τιμήθηκε κατά καιρούς με διάφορες διακρίσεις. Της έχουν επιδοθεί χρυσά κλειδιά πόλεων της Ελλάδας και του εξωτερικού, έχει συναντηθεί με εξέχουσες πολιτικές και θρησκευτικές προσωπικότητες όπως τον Πάπα της Ρώμης και πολλους Πατριάρχες. Απέκτησε μεγάλη φιλία της με τον αρχηγό της ΕΟΚΑ Γρίβα Διγενή αφού η δράση της στον απελευθερωτικό αγώνα του 1955 ηταν μεγάλη. 

Ήταν μια θερμή καρδιά γεμάτη καλοσύνη για τον άνθρωπο. Γι αυτή της την καλωσυνη πολλοί την εκμεταλλευτηκαν, αλλα δεν την ενοιαζε. Όποιος ζητούσε βοήθεια την πρόσφερε απλόχερα χωρίς διακρίσεις. 

Έλαμπε με μεγαλοπρέπεια, γινόντουσαν δεξιώσεις για χάρη της και μιλούσε όλη η Κύπρος για τις φιλανθρωπίες και την ανθρωπιά της. Ήθελε να σκορπίζει χαρά, γι αυτό εδινε απλοχερα. Ήθελε να σκορπίζει τη χαρά που η ίδια στερήθηκε.    

Η Ζήνα Κάνθερ απεβίωσε  το 1912 σε ηλικία 85 ετών. Η κηδεία της ήταν μια σεμνή τελετή χωρίς την πρέπουσα παρουσία της πολιτείας ή όσων ευεργετηθήκαν από αυτήν.   

 

 

ΚΛΕΑΘΘΗΣ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ο ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Μια φορά κάπου στα 1950, ήταν μια κοπέλα που ζούσε φτωχικά με την μεγαλύτερη της αδελφή, ήσαν ορφανές και από μάνα και 

πατέρα. Μια μέρα, η μεγάλη έστειλε την μικρή να σιηνιάσει το γαϊδούρι. Ήταν λίγο αγαθή η κόρη η μικρότερη, έτσι αντί να παλουκώσει τον γάιδαρο σε τόπο με βοσκή, τον άφησε να βοσκήσει ελεύθερα χωρίς να τον δέσει. Χωρίς να τον προσέχει, ξάπλωσε κάτω από τον ίσκιο μιας τρεμιθιάς, το γαϊδούρι μπήκε σε ξένο χωράφι και άρχισε να τρώει. Ο Τουρκόπουλος ο Κλέαθθος το παλικάρι, έτσι τον φωναζαν, έτυχε να περάσει από εκεί, εμάζεψε το γαϊδούρι. Έπρεπε για να το παραδώσει να εισπράξει πρόστιμο ένα σελίνι. Πάει βρίσκει την αγαθή γυναίκα ξαπλωμένη να κοιτάζει τα κλαριά της τρεμιθιάς, και της λέει στα τσιαττιστά «Που κόρη θωρείς ακίνητη, που τρέσιει ο λοισμός σου, τσιαί έν είες τον γάρον σου που βόσιει στο αλώνι». Ήταν ο Κλέανθος φημισμένος για τα τσιαττιστά του, ήταν και πονόψυχος. Ευχαριστημένος που ταίριαξαν καλά οι στίχοι, αλλά και συμπονώντας την αγαθή γυναίκα, της έδωσε τον γάιδαρο χωρίς να της κόψη (επιβάλει) πρόστιμο.

Ήταν δουλειά του Τουρκόπουλου το φύλαγμα των αγρών και των χωραφιών από ζώα και κοπάδια, ώστε αυτά να μην κάνουν ζημιές στις ξένες περιουσίες. Όταν αυτό εσύμβαινε, αυτός τα αιχμαλώτιζε, τα έκλεινε σε ένα ειδικό μέρος ως προς τούτο το σκοπό, και για να τα παραδώσει στους ιδιοκτήτες, έπρεπε αυτοί να πληρώσουν πρόστιμο ένα σελίνι για κάθε ζώο, έπρεπε ακόμη να πληρώσουν και για τις ζημιές αν  αυτά είχαν προκαλέσει. 

Ήταν ακόμα δουλειά του Τουρκόπουλου να συνοδεύει τους αξιωματούχους της Κυβέρνησης όταν αυτοί επεσκέπτωντο την κοινότητα, ακόμα ήταν ο αγγελιαφόρος για τα διάφορα φιρμάνια και ανακοινώσεις που αφορούσαν τους κατοίκους. 

Ήταν ο Κλεάνθης Κωνσταντίνου ή άλλως Κλέαθθος το παλληκάρι ως όλοι τον φωναζαν, ένας Τουρκόπουλος που διορίστηκε το 1948, είχε την μεγαλύτερη υπηρεσία από όλους τους άλλους αγροφύλακες σ αυτό το επάγγελμα, αφου το εξασκούσε έως το 1968. Ήταν ξακουστός σε όλη την Επαρχία της Πάφου, και φημιζόταν για τα ωραία του τσιαττιστά τραγούδια, που για κάθε περίσταση είχε και ένα ανάλογο. Ήταν ανίκητος στους διαγωνισμούς, είχε φλέβα καλλιτεχνική. Στους αγρούς που γύριζε μέρα νύχτα και φύλαγε τις περιουσίες του κόσμου, του άρεσε να ασχολείται με τα τσιαττιστά, ακόμα του άρεσε να φτιάχνει μικρές φανταστικές χαρούμενες ιστορίες που είχαν παραβολικό και διδακτικό χαρακτήρα, τις έλεγε στα μικρά παιδιά, και είχε αποτελεσμα αυτά να τον αγαπούν και να ακούν προσεκτικά ως δάσκαλο.

Είχε πολυμελή οικογένεια από εφτά άτομα, είχε ακόμα υπό την φροντίδα του άλλα πέντε εγγόνια, μικρά ορφανά που είχαν χάσει τον πατέρα τους. Η ζωή ήταν δύσκολη, έπρεπε να φροντίσει για όλους, ο μισθός πολύ λίγος, δεν αρκούσε, με κάθε οικονομία προσπαθούσε για την ζήση της οικογένειας του. Για τούτο το σκοπό, ξεκινούσε περπατητός από τη Χλώ-ρακα μέχρι το Νέο Χωρίο Πόλεως Χρυσοχούς, να αγοράσει ένα τενεκέ λάδι γιατί εκεί ήταν πιο φτηνό. Δεν υπήρχαν συγκοινωνίες, δεν είχε δικό του άλογο ή γαϊδούρι, έτσι διανυούσε την απόσταση περπατητός, φορτωμένος με τον τενεκέ, έτσι μ αυτό τον τρόπο αλλά και άλλους, έκανε οικονομίες που τις χρησιμο-ποιούσε για τις άλλες ανάγκες της οικογένειας.

Σαν νέος, με την παρέα του μια φορά πήγε σ ένα γάμο στην Κισσόνεργα. Ήταν εποχές που μετρούσε η παλικαριά, οι νέοι αναμεταξύ τους πάλιωναν για να αποδείξουν τη δύναμη τους. Εκείνη την ημέρα μια μεγαλύτερη παρέα από αυτους, Κισσονεργήτες, τους προκάλεσαν σε καυγά. Όλοι φοβήθηκαν αλλά ο Κλέαθθος βγήκε μπροστάρης να τους αντιμετωπίσει. Έδειξε περίσσια παλικαριά, όλοι τον θαύμασαν, από τότες τον φωναζαν παλικάρι. Είχε πραγματικως περίσσια παλικαριά, μια φορά μέσα στο ’55 όταν τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και τον βασάνισαν σκληρά για να προδώσει αγωνιστές της ΕΟΚΑ, αυτός δεν λύγισε, υπόμενε τα βάσανα, και δεν μίλησε. Ήταν η τελειωτική απόδειξη για την παλικαριά του, που ακόμα ως στα γεράματα του των 90 χρόνων, τον φωναζαν όλοι με πολλη σεβασμό, «καλώς το παλικάρι». Ήταν μια μορφή που δεν θα ξεχαστεί οσο υπάρχουν αυτοί που τον γνώρισαν, γιατί ήταν ξεχωριστός και διαφορετικός άνθρωπος. Κυρίως τον ενθυμούνται όλοι γιατί σαν μικρά παιδιά τους έλεγε ιστορίες και παραμύθια, τους έδινε ελπίδες σε εποχές δύσκολες, τους απάγγελλε τα ωραία τσιαττιστά που πολλοί ακόμη ενθυμούνται, ήταν με ένα τιαττιστό στα χείλη που άφησε την πνοή του στα 96 του χρόνια. Κάποιος χωριανός τον επισκέφτηκε λίγες μέρες πριν πεθάνει, και θέλοντας να διαπιστώσει την διαύγεια πνεύματος του τον αστείεψε, αλλά αυτός αμέσως του απάντησε: 

«Ρε φίλε μου, μην προσπαθείς να με ειρωνευτείς,

γιατί έχω τον νουν του Σολομών, και του Δαυίδ τη γνώση, 

θα σου λαλώ τσιατίσματα, ώσπου να ξημερώσει».

 

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥ

Το κτίσιμο ενός χωριάτικου φούρνου απαιτεί ειδικές γνώσεις και δεν μπορεί να τον κτίσει ο οποιοσδήποτε κτίστης. Θέλει μαεστρία, γνώσεις και περισσή τέχνη γιατί δεν είναι εύκολο στατιστικά να σταθεί ο θόλος που είναι παρόμοιος με τον τρούλο της εκκλησίας. Πρέπει όλες οι κυκλικές σειρές πέτρες που χτίζονται να έχουν όλες την ίδια ακριβώς απόσταση από το κέντρο του φούρνου, και στο κέντρο του θόλου, η τελευταία πέτρα να μπαίνει σφήνα με τρόπο που να πιέζει τις υπόλοιπες ώστε να μην χαλούν, όπως ακριβώς γίνεται με το κτίσιμο μιας καμάρας. 

Ο φούρνος κτιζόταν κάποτε με το στόμιο του μέσα στην κουζίνα, αλλά συνήθως στην αυλή του σπιτιού με προσανατολισμό ανάλογο για να μην επηρεάζεται από τον αέρα, τη ζέστη ή τη βροχή. 

Φούρνους έχτιζαν οι πλούσιοι. Οι υπόλοιποι έψηναν με τη σειρά σε φούρνους της γειτονιάς που οι ιδιοκτήτες τους το επέτρεπαν κάποτε δωρεάν λόγω καλής γειτονίας, κάποτε επί πληρωμή.

Στη Χλώρακα τα τελευταία κάμποσα χρόνια, λέγεται με περιπεχτικό και χιουμοριστικό τρόπο μια ιστορία για έναν κτίστη τον Ττόουλο, που δοκιμάζοντας να κτίσει τον πρώτο φούρνο, δεν μπορούσε να σταθεί και χαλούσε. 

Ο πρώτος του πελάτης ήταν ο συνονόματος του Ττοουλής του Φαρφαρά που αγορασε ένα σπιτι από τον  Παπαδημήτρη ο οποίος καταγόταν από την Έμπα και είχε κτισμένο το σπίτι του ανάμεσα της Χλώρακας, της Λέμπας και της Έμπας. Όταν ο Δεσπότης τον διόρισε στην Κάτω Πάφο πούλησε το σπίτι αυτό και αγόρασε το σπιτάκι που είναι δίπλα στον φάρο της Κάτω Πάφου και μετοίκησε εκεί. 

Ο νέος ιδιοκτήτης ο Ττοουλής ρώτησε ενα κτίστη από τη Χλώρακα τον Ττόουλο, αν μπορούσε να του κτίσει ένα φούρνο και αυτός του είπε ότι μπορεί αφού ήταν  ο καλύτερος μάστορας όλης της γύρω περιφέρειας. Συμφώνησαν το ποσό που θα κόστιζε και αρχίνησαν το κτίσιμο. Ο Ττόουλος ο κτίστης έκτιζε, ενώ ο Ττοουλής ο Φαρφαράς κουβαλούσε τον ζυμωμένο πηλό από χώμα και άχυρα που είχαν ετοιμάσει από πρίν.

Όταν τέλειωσαν στάθηκαν να τον καμαρώσουν, αλλά ξάφνου ο θόλος αρχίνησε να παίρνει καθίζηση, και στο τέλος μπάμ, ο φούρνος χάλασε. 

Ίσως ο μάστρε Ττόουλος δεν τον κεντράρισε καλά, ή δεν έβαλε την κατάλληλη σφήνα για τελευταία πέτρα. 

Προσβεβλημένος αρχινησε τις δικαολογιες και έρριξε το φταίξιμο στον Ττοουλή τον ιδιοκτήτη που δεν έβαλε αρκετό άχυρο στη λάσπη, και δεν μπόρεσε να κρατήσει τις πέτρες. Έτσι του είπε να τον αφήσει μόνο του να ζυμώνει και να κτίζει, για να είναι σίγουρος ότι θα γίνει καλή δουλειά. 

Ο Ττοουλής που δεν είχε λόγο να μην τον πιστέψει, τον άφησε μόνο του να δουλέψει όπως ήξερε ο ίδιος.

Ο μάστρε Ττόουλος ξαναρχίνησε να κτίζει, αλλά μέσα του είχε μια υποψία ότι ο φούρνος θα ξαναχαλούσε.

Καταλαβαίνοντας ότι ίσως δεν θα τα κατάφερνε, αλλά θέλοντας κιόλας από πάνω να πληρωθεί, σκέφτηκε με πονηριά τι να κάμει. 

Μόλις τέλειωσε το κτίσιμο μπήκε μέσα και τον βάσταξε με την ράχη του κάνοντας ότι τον καθάριζε από τις λάσπες. Φώναξε τον ιδιοκτήτη να τον καμαρώσει, και ενώ τάχατες έτριβε τον πηλό και μιλούσαν, το έφερε από δω, το έφερε απ εκεί, ζήτησε να πληρωθεί.

Λέγεται η ιστορία μέχρι σήμερα και ο κόσμος πιστεύει ότι ο Ττοουλής ο Φαρφαράς πιάστηκε κοροΐδο και πλήρωσε για το κτίσιμο του φούρνου, που μόλις όμως ο Ττόουλος ο κτίστης πήρε την πλερωμή του, πετάχτηκε έξω από το φούρνο και με δικαιολογία ότι είχε βίαση κάτι να κάμει, έτρεξε και έφυγε, ενώ σε λίγο ο φούρνος χάλασε. 

Σήμερα όμως που γράφω τούτη την ιστορία, κουβεντιάζοντας με τον Γιώρκο του Χαμπή του Μαύρου έναν συγγενή του Ττοολή του Φαρφαρά, μου εξήγησε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, αλλά η τελευταία παράγραφος είναι διαφορετική. Έμεινε η λανθασμένη φήμη, γιατί ο Ττοουλής μετοίκησε στη Λεμεσό, και μένοντας ο Ττόουλος μόνος του στο χωριό, για να δικαιολογήσει την αποτυχία του στο κτίσιμο του φούρνου, παράλλαξε την ιστορία δίνοντας βάρος στην εύθυμη πλευρά της ώστε έτσι να παρασιωπήσει η αποτυχία του.

Η πραγματική αλήθεια είναι ότι ζητώντας την πλερωμή του, ο Ττοουλης του είπε να βγει έξω να πιούν ένα ποτήρι κρασί για να βγει στερεωμένος ο φούρνος, και ύστερα να τον πληρώσει και να πάει στο καλό. Ο Ττόουλος προσπάθησε να τον πείσει να τον πληρώσει και δεν θέλει κρασί γιατί βιάζεται, αλλά ο Ττοουλής που υποψιάστηκε ότι κάτι τρέχει, επέμενε να βγει έξω λέγοντας του ότι αν δεν καταδεχτεί να πιει ένα ποτηράκι μαζί του, δεν έχει πλερωμή.

Καταλαβαίνοντας ο Ττόουλος ότι δεν μπορούσε να τον ξεγελάσει, αλλά θέλοντας να παραστήσει ότι  πληγώθηκε η περηφάνια του, έκαμε πως θύμωσε, και του λέει,

-Άμα είσαι έτσι, δεν θέλω το κρασί σου, δεν θέλω ούτε τα λεφτά σου, αλλά ούτε θα σου παραδώσω φούρνο.

 Και βγαίνοντας έξω έφυγε βιαστικά, ενώ πίσω του ο φούρνος ξαναπήρε καθίζηση και ξαναχάλασε. 

 

ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΟΜΕΣΟΓΕΙΩΤΙΣΣΑ 

Αφιερωμένο στη μακαριστή Δήμητρα Α. Λουκά, την καλύτερη Χριστιανική γυναίκα και άνθρωπο που γνώρισα.

Ορισμένοι πιστοί Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι πολλά από τα θαύματα της Παναγίας είναι μια διαρκής πρόσκληση της Θεοτόκου προς τους μουσουλμάνους κυρίως, για να προσέλθουν στο χριστιανισμό. Απόδειξη για τον ισχυρισμό τους αναφέρουν ότι σε περιοχές όπου συνυπάρχουν και οι δύο θρησκείες, οι μουσουλμάνοι γίνονται αποδέκτες θαυματουργικών παρεμβάσεων της Παναγίας.

 

Μια τοπική παράδοση αναφέρει ότι σε κάποιο βάτο κελαηδούσε καθημερινά μια πέρδικα που ενοχλούσε τους Τούρκους της περιοχής, που αποφάσισαν να την σκοτώσουν. Επειδή όμως δεν τα κατάφεραν, έκαψαν τη βάτο και μέσα στη στάχτη της βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας της Χρυσελεούσας. Εκεί κτίστηκε από τους Χριστιανούς μικρό πλίνθινο προσκυνητάρι όπου τοποθετήθηκε. 

Μια μέρα πέρασε από το σημείο εκείνο ένας Τούρκος κρατώντας δυο γομάρια λάδι. Όταν είδε το προσκυνητάρι της Παναγίας είπε κοροϊδευτικά, 

-Παναγία φανερωμένη με τους πλίθους είσαι χτισμένη;

Εκείνη τη στιγμή έχασε το φως του. 

Μια χριστιανή που ήταν μάρτυρας του γεγονότος, είπε στον Τούρκο να ζητήσει συγχώρεση και να δώσει το λάδι προσφορά στην Παναγία για να ξαναδεί το φως σου. Πράγματι, μόλις ο Τούρκος ζήτησε συγχώρεση ξαναβρήκε το φως του. 

 

Ένα άλλο περιστατικό που είναι ιστορικό γεγονός και υπάρχουν μαρτυρίες ότι έχει συμβεί, συνέβηκε στο χωριό της Μεσόγης της Πάφου και έχει σχέση με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της ΧρυσοΜεσογειώτισσας. Η εκκλησία της Χρυσο Μεσογειώτισσας που μέσα ήταν τοποθετημένη αρχικά η εικόνα, σήμερα κινδυνεύει από την πολυκαιρία και την κακοκαιρία να χαλαστεί και χρειάζεται επειγόντως επιδιόρθωση και αναστύλωση, αυτή είναι η έκκληση κάθε Κυριακή στη θεία λειτουργία τους ιερέως της κοινότητας παπά Στυλιανού για να εξευρεθούν δωρητές για το σκοπό τούτο.  

 

Η Κύπρος έχει περάσει πολλές ανομβρίες κατά καιρούς και πάντα όποτε συμβαίνει αυτό, σχεδόν κάθε χρόνο, οι άνθρωποι εναποθέτουν την πίστη τους στο Θεό για να τους βοηθήσει. Ένα παλαιόν καιρόν, στο χωριό της Μεσόγης, ο παπάς κάλεσε τους χωριανούς να κάμουν παράκληση στην Παναγία την ΧρυσοΜεσογειώτισσα και να την γυρίσουν λυτή σε όλο το χωριό, ίσως και οι παρακλήσεις τους να εισακουστούν και στείλει ο Θεός βροχές. 

Εκείνη την εποχή το χωριό ήταν μικτό με Έλληνες και Τούρκους. Στην κάτω μεριά της εκκλησίας προς την πλευρά του Κτημάτου, ήταν η γειτονιά με τους αλλόθρησκους. Την ώρα της περιφοράς της εικόνας της Παναγίας από εκείνη τη μεριά, ένας Τούρκος μειδιώντας ειρωνικά, είπε σιγανά σε έναν άλλο Τούρκο,

-Κοίταξε τους χριστιανούς, κρατούν ένα κομμάτι ξύλο και το γυρίζουν σαν τους πελλούς πως έν να γινεί θαύμα.

Και το θαύμα συνέβηκε στη στιγμή. Από το εικόνισμα ένα μικρό κομμάτι ξύλο αποκόπηκε, και με δύναμη εκσφενδονίστηκε  στο μάτι του Τούρκου που βλασφήμησε και του τον τύφλωσε. Έμεινε για πάντα τυφλός, γιατί κανείς δεν του εξήγησε να ζητήσει συγχώρεση και ίσως η Παναγία να του ξανάδινε το φως. 

Ύστερα από το περιστατικό, αλλά και στα χρόνια που πέρασαν, όσοι δοκίμασαν να κολλήσουν το αποκομμένο κομμάτι στην εικόνα, δεν μπόρεσαν. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας ίσως το απέβαλλε γιατί ήρθε σε επαφή με αυτόν που την βλασφήμησε χωρίς ύστερα να μετανιώσει.

Η εικόνα σήμερα ευρίσκεται στο τέλος του δεξιού εικονοστασίου της καινούργιας εκκλησιάς του αποστόλου Βαρνάβα, όπου την επισκέπτονται πολλοί ευσεβείς για να έχουν τη χάρη της.

Παράκληση και δική μας, με τη φώτιση του Θεού να συνδράμουν οι πιστοί για τη σωτηρία του παρεκκλησιού της Παναγίας της ΧρυσοΜεσογειώτισσας.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Διηγείται ο Χριστόφορος Χαραλάμπους - άλλως Ψαράς

Το 1974 εργαζόμουν ως οικοδόμος στο εργοστάσιο της ΚΕΟ στη Λεμεσό. Οι δουλειές στην Πάφο ήταν λίγες, γι αυτό αρκετοί του επαγγέλματος πηγαινοερχόμασταν Πάφο – Λεμεσό για εργασία με το λεωφορείο του Βαρνάβα και οδηγό τον Ανδρέα Χάμπιαουρη.

Στις 15 Ιουλίου μόλις φτάσαμε στον τόπο εργασίας, ακούσαμε τα κακά μαντάτα για εκδηλωμένο πραξικόπημα και επίθεση της Εθνοφρουράς στο προεδρικό εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄. 

30 Τουρκοκύπριοι που εργάζονταν στο εργοστάσιο εγκατέλειψαν τη δουλειά τους και εισχώρησαν στο Τουρκικό θύλακα που ήταν σε μικρη απόσταση από το εργοστάσιο. Από ψηλά στις σκαλωσιές που ευρισκόμουν, είδα τους Τούρκους να κλείνουν την είσοδο προς τα Τούρκικα με πυκνό ψηλό συρματόπλεγμα.

Κατεβαίνοντας από τις σκαλωσιές, βλέποντας ένα συνάδελφο μου με το αυτοκίνητο του ξεκινημένο, του ζήτησα να με μεταφέρει ως το διοικητήριο της Λεμεσού που ήταν τα γραφεία ταξί για να επιστρέψω στην Πάφο. Την ωρα που περνούσαμε έξω από τον αστυνομικό σταθμό, δεχτήκαμε ριπή πυροβολισμών από όπλο στο αυτοκίνητο με αποτελεσμα να τρακάρουμε και να ακινητοποιηθούμε. Ήταν από ανταλλαγές πυρών αστυνομικών που αμύνονταν και πραξικοπηματιών που προσπαθούσαν να καταλάβουν το σταθμό. Φτανοντας περπατητος στο συαθμο των ταξί, ηρνήθησαν να μας μεταφέρουν, έτσι πήρα περπατητός το δρόμο και έφτασα στο παλιό λιμάνι. Εκεί συνάντησα ένα λεωφορείο που κουβαλούσε από την Πάφο εργάτες Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους έτοιμο να ξεκινήσει για την Πάφο. Μπήκα σ αυτό, ήμασταν όπως τις σαρδέλες ο ένας πανω στον άλλο και ξεκινήσαμε. Έξω από τις Αγγλικές βάσεις της Λεμεσού ενώ περνούσαμε από το Τούρκικο χωριό Παραμάλι, πέσαμε σε Τούρκικο μπλόκο και αναγκαστικά σταματήσαμε. Οι τούρκοι κάτοικοι με απειλητικές διαθέσεις μας πλησίασαν και άρχισαν να μας ρίχνουν πετρες. Ευτυχώς με τη μεσολάβηση των Τούρκων που ταξίδευαν μαζί μας, σταμάτησε ο λιθοβολισμός και μας άφησαν να περάσουμε.

Με ανακούφιση έφτασα στη Χλώρακα και γεμάτος αγωνία από την ανησυχία  για την οικογένεια μου, έτρεξα στο σπίτι μου. Με ευχαρίστηση τους βρήκα όλους καλά. Ευτυχώς οι Μακαριακοί ήσαν περισσότεροι από τους Γριβικούς, και περιπολώντας με όπλα σε όλες τις κοινότητες, δεν τόλμησαν οι Πραξικοπηματίες να επιχειρήσουν να καταλάβουν την εξουσία στην Πάφο. Τα στρατόπεδα της Πάφου είχαν παραδοθεί στην Αστυνομία η οποία έλεγχε απόλυτα την κατάσταση, είχε επίσης συλλάβει όλους τους γνωστούς αντί Μακαριακούς, έτσι δεν είχαμε ανησυχία για επίθεση τους.

Ομάδες αντιστασιακών άρχισαν να οργανώνονται για μετάβαση τους στη Λευκωσία για να πολεμήσουν τους πραξικοπηματίες δίπλα στο Μακάριο. Μας κάλεσαν όλους, αλλά εγώ αρνήθηκα και τους προειδοποίησα να κάμουν το ίδιο διότι στον ερχομό μου από τη Λεμεσό είδα πραξικοπηματίες στο Κολόσσι να στήνουν οδοφράγματα και να τα εξοπλίζουν με πολυβόλα όπλα. Τους προειδοποίησα ότι  στο σταυροδρόμι Ερήμης Κολοσσίου προς Ακρωτήρι έστησαν ενέδρα, τουλάχιστον να μην χρησιμοποιούσαν εκείνο τον δρόμο. Δυστυχώς δεν με έλαβαν υπόψη και ξεκίνησαν το μοιραίο ταξίδι τους το όποιο έμελλε να είναι καταστροφικό. Έπεσαν στην ενέδρα του Κολοσιού, σκοτώθηκε ο Δημήτρης Ζηνιέρης και πληγώθηκε ο Νεόφυτος Ανδρέα. Στη διαδρομή προς Λευκωσία στην περιοχή του χωριού Κολόσσι, τα αυτόματα όπλα τούς είχαν στήσει καρτέρι. Με το που φάνηκαν τα λεωφορεία, άρχισαν να πυροβολούν. Ο Δημήτρης Ζινιέρης και άλλα τρία άτομα, έπεσαν νεκρά από τις σφαίρες.

Όλοι οι φιλήσυχοι πολίτες της Χλώρακας Μακαριακοι και Γριβικοι, κλειστήκαμε στα σπίτια μας γεμάτοι αγωνία για τι μέλλει γενέσθαι, και μαθαίναμε τα νέα της έκρυθμης κατάστασης από στόμα σε στόμα, ώσπου καποια στιγμή από τον Παφίτικο Ελεύθερο ραδιοσταθμό που λειτούργησε εκείνες τις ώρες ο Νίκος Νικολαϊδης, ακούσαμε τη φωνή του Μακαρίου. 

Ο Μακάριος είχε γλυτώσει. Με πολιτική περιβολή και φέροντας τραγιάσκα οδηγήθηκε από τους συνοδούς του στην πίσω έξοδο ασφαλείας του προεδρικού μεγάρου που ήταν αφύλακτη και μέσα από ένα ξεροπόταμο έφτασαν σε δημόσιο δρόμο. Με τη φρουρά του που ανάμεσα τους ήταν και ο Χαράλαμπος Κυρίλλου από τη Χλώρακα, έφτασε μέσω Τροόδους στον Καθεδρικό ναό της Πάφου όπου πλήθη κόσμου τον ανέμεναν παραληρώντας από χαρά. Εκεί με γεμάτη πάθος φωνή αναγγέλλει προ του μικροφώνου του ραδιοφωνικού σταθμού του Νίκου Νικολαϊδη : «Είμαι εγώ ο Μακάριος. Είμαι ζωντανός. Αναγνωρίζετε την φωνήν μου. Δεν εφονεύθην. Είμαι ζωντανός και θα αγωνισθώ μέχρις εσχάτων».    

Οι πραξικοπηματίες στη Λευκωσία μη έχοντας γνωστά τα τεκταινόμενα στη Πάφο, αφου είχαν διακοπεί οι τηλεφωνικές συνδέσεις και τα στρατόπεδα ήταν υπό τον έλεγχο των Αντιστασιακών δυνάμεων, παραβλέποντας τον εκ του συντάγματος νόμιμο διάδοχο στη θέση του προέδρου που ήταν ο τότε πρόεδρος της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων Γλαύκος Κληρίδης, επέλεξαν τον δημοσιογράφο και βουλευτή τότε Νίκο Σαμψών και τον όρκισαν ως πρόεδρο της Δημοκρατίας της Κύπρου, ο οποίος επί την ανάληψη των καθηκόντων του κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Εκείνη την ώρα οι πραξικοπηματίες πήγαιναν στην Πάφο, αλλά ήταν δύσκολο λόγω έλλειψης δρόμων.

Ο Χαράλαμπος Φ. Κυρίλλου, 19 ετών τότε μέλος του Εφεδρικού Σώματος, μετά που συνόδευσε τον Μακάριο στην Πάφο μαζί με άλλα τέσσερα μέλη του Εφεδρικού Σώματος  το απόγευμα της 15ης Ιουλίου 1974 προσπάθησαν να επιστρέψουν στη Λευκωσία για να ενισχύσουν τις Μακαριακές δυνάμεις. Στο Ακρωτήρι Λεμεσού σύμφωνα με ντοκιμαντέρ του ΡΙΚ (15/7/2011) συνελήφθηκε μαζί με τους συντρόφους του και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ απο 5 πραξικοπηματίες που κατάγονταν απο προάστια της Λεμεσού, εκ των οποίων σήμερα ευρίσκονται εν ζωή μονο οι δυο οπως καταμαρτυρείται στο ντοκιμαντέρ απο τους συγγενείς των δολοφονηθέντων. 

Την επόμενη μέρα το απόγευμα οι πραξικοπηματίες περικύκλωσαν την Πάφο ενώ το κυπριακό περιπολικό σκάφος "ΛΕΒΕΝΤΗΣ" έβαλλε από το λιμάνι κατά της Μητρόπολης. Ο Μακάριος μία ώρα πριν είχε μεταφερθεί με ελικόπτερο από την παρακείμενη Φιλανδική βάση του ΟΗΕ στην αγγλική βάση Κύπρου και από εκεί με αεροπλάνο κατευθύνθηκε προς τη Μάλτα.

Το πραξικόπημα τελικά επικράτησε με απολογισμό 55 νεκρούς και 250 τραυματίες.

Στη Χλώρακα δεν μας άφηναν να κυκλοφορούμε ελεύθερα, μας είχαν περιορισμένους στα σπίτια μας και εχθρότητα επικρατούσε ανάμεσα στις δυο παρατάξεις μέχρι την καταραμένη μέρα της εισβολής από τους Τούρκους οπότε όλοι μονιάσαμε μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο. 

Ήταν 20 Ιουλίου και η Τουρκία ισχυριζόμενη ότι δεν κάνει εισβολή αλλά μια ειρηνική επέμβαση με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής πριν του πραξικοπήματος κατάστασης, εισβάλλει στην στις βόρειες ακτές της Κύπρου, στο Πέντε Μίλι της Κερύνειας με σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, υπό την υποστήριξη Αεροπορίας και ναυτικού.

Με το άκουσμα της εισβολής αμέσως εγινε επιστράτευση. Παρουσιαστήκαμε στον αστυνομικό σταθμό όπου καταταχτήκαμε, οργανωθήκαμε και οπλιστήκαμε. Πρώτη μας αποστολή ήταν να καταλάβουμε τους Τούρκικους θύλακες Μουττάλου και Μανδριών. Περικυκλώσαμε τον Μούτταλο. Μετά από μικρές αψιμαχίες, ύστερα από 24 ώρες οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Αφου μας παρέδωσαν τον οπλισμό, περιορίσαμε τους άμαχους κατοίκους στα σπίτια τους, ενώ τους μάχιμους τους απομονώσαμε στο σχολείο. Τις επόμενες μέρες τους αφήσαμε ελεύθερους και αποσυρθήκαμε έχοντας τους απλά περικυκλωμένους μέχρι τη συμφωνία της ανταλλαγής πληθυσμών, όποτε αποσυρθήκαμε στα στρατόπεδα μας. 

Από τους βομβαρδισμούς των Τούρκων και αφου τα στρατόπεδα μας καταστράφηκαν, διαμέναμε σε πορτοκαλεώνες μέχρι που σταλθήκαμε στη Λακατάμια στο στρατόπεδο της 31ης Μοίρας. Οι Έλληνες αξιωματικοί αφου χώρισαν τους Μακαριακούς και τους Γριβικούς σε ομάδες,  έστειλαν εμας τους Μακαριακούς να πολεμήσουμε στην πρώτη γραμμή στην Κερύνεια όπου είχε ξεκινήσει ήδη η δεύτερη φάση της απόβασης από τους Τούρκους, ενώ τους Γριβικούς τους άφησαν στα μετόπισθεν.

Ενωθήκαμε με την 32α Μοίρα καταδρομών και την 34η Μοίρα εφέδρων, αλλά ήταν ήδη αργά, οι Τούρκοι είχαν κυριαρχήσει παντού και άρχισαν να προελαύνουν προς το Βαρώσι. Μείναμε εγκλωβισμένοι και ύστερα από βομβαρδισμό μας από αεροπλάνα χάσαμε 20 άνδρες. Ο διοικητής μας διέταξε υποχώρηση. Περπατούσαμε μέρες πολλές κατευθυνόμενοι προς τη Λευκωσία προσπαθώντας να βρούμε διέξοδο. Την 15η μέρα φτάσαμε στην Κυθρέα σε ένα φυλάκιο Ειρηνευτών. Εκεί συναντήσαμε αποτεφρωμένα πτώματα Ειρηνευτών που είχαν και αυτοί δεχτεί βομβαρδισμό από Τούρκικα αεροπλάνα. Στην περιοχή εκεί συναντήσαμε το λόχο του Κώστα Παπακώστα που μαζί με άλλους είχαν υποχωρήσει από την σπασμένη αμυντική γραμμή που είχε στήσει το ταγματάρχης Τάσος Μάρκου για να ανακόψει την προέλαση των Τούρκων προς την Αμμόχωστο και που στάθηκε μόνος του με μια διμοιρία και πολέμησε μέχρι τέλους για να καλύψει την υποχώρηση των υπολοίπων τους οποίους ο ίδιος είχε διατάξει για να γλυτώσουν από την διαφαινόμενη προέλαση των Τούρκων. 

Από αυτους μάθαμε ότι μεγάλο μέρος από τις Μοίρες μας είχαν ήδη περάσει προς τις Ελεύθερες περιοχές, αλλά εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο, διότι οι Τούρκοι είχαν κόψει τις διεξόδους. 

Όλοι μαζί στραφήκαμε πίσω και πήραμε τις παρυφές του Πενταδάκτυλου και κρυμμένοι μέσα στη βλάστηση προχωρήσαμε και φτάσαμε στην Αγγλική βάση της Δεκέλειας όπου οι Άγγλοι μας βοήθησαν να περάσουμε και να φτάσουμε στις ελεύθερες περιοχές.

 

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΑΦΙΟΥ

Ο γνωστός καραγκιοζοπαίχτης Χριστόδουλος Πάφιος, γεννήθηκε στο χωριό Χλώρακα της επαρχίας Πάφου το 1904 και πέθανε το 1987.  Το επίθετο του ήταν Αντωνιάδης, έγινε όμως πασίγνωστος ως Πάφιος.  Φοίτησε μέχρι την τέταρτη τάξη του δημοτικού σχολείου και στη συνέχεια άσκησε διάφορα επαγγέλματα κατά καιρούς όπως ράφτης, κτίστης, και άλλα.

Από το 1923 άρχισε να εργάζεται ως καραγκιοζοπαίχτης και να δίδει παραστάσεις Θεάτρου σκιών.  Στην τέχνη του Καραγκιόζη είχε μυηθεί από μικρός, παρακολουθώντας παραστάσεις του Ελλαδίτη Γεράσιμου Κεφαλλονίτη και αργότερα του Νίκου Σμυρνιού και του Κυπρίου Αθηνόδωρου Γεωργιάδη. 

Για 50 και πλέον χρόνια τριγύριζε με τα σύνεργα του και τις φιγούρες του τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου, δίνοντας παραστάσεις Θεάτρου σκιών. Όλα αυτά τα χρόνια ψυχαγωγούσε με δικά του έργα που ανέβαζε, τους Κύπριους. Εγινε ενας πασίγνωστος καραγκιοζοπαίχτης, ένας εκ των καλυτέρων εις ολόκληρον τον Ελληνισμό. Ήταν ένας καλός καλλιτέχνης, όπου εσχεδίαζε μόνος του τις φιγούρες και τις διάφορες σκηνές, αλλά ακόμα εσχεδίαζε ζωγραφικούς πίνακες οι οποίοι κοσμούσαν τους τοίχους του σπιτιού του, καθώς και τους τοίχους του γνωστού παλιού καφενείου του Αντωνέσκου που ευρίσκετο στο κέντρο του χωριού. Ήταν αυτό το καφενείο ιδιοκτησία του, ώσπου το έδωσε ως προίκα στην κόρη του Ελένη, σύζυγο του Αντώνη Αντωνέσκου κουρέα της κοινότητας της Χλώρακας τον ύστερο μισό 19ο αιώνα. Οσο ήταν ακόμα δικό του το οίκημα, το εχρησιμοποιούσε ως ταβέρνα, διότι μόνο από την τέχνη του Καραγκιοζοπαίχτη δεν μπορούσε να εξασφαλίζει ικανοποιητικό μεροκάματο ώστε να συντηρεί την μεγαλη οικογένεια που είχε. Ήταν δύσκολες εποχές, οι πελάτες λίγοι, απέναντι υπήρχε ακόμα μια ταβέρνα, «η ταβέρνα του Φκωνή», υπήρχε συναγωνισμός και ανταγωνισμός αναμεταξύ των δυο ταβερνιάρηδων. Άλλοι πελάτες προτιμούσαν να πηγαίνουν στου Φκωνή γιατί αυτός ήταν χαμηλών τόνων και ευγενικός, άλλοι, προτιμούσαν στου Πάφιο, γιατί είχε ως Καραγκιοζοπαίχτης ωραία φωνή και ήξερε να τραγουδεί καλα. 

Δύο καλοί του πελάτες ήσαν οι Ιωάννης Βάννας και ο Χριστόδουλος Ττοουλιάς, οι οποίοι μια νύχτα μέσα στην ταβέρνα ενώ έπιναν και διασκέδαζαν, απεφάσισαν να συναιτερέψουν, να φτιάξουν εταιρεία και να κτίζουν σπίτια, εφόσον ήσαν και οι δυο σπουδαίοι μαστόροι. 

Έτσι εγινε, ο καιρός πέρασε, σε καποια χρονική στιγμή που υπήρχαν αναδουλειές, μέσα στην ίδια ταβέρνα του Πάφιου, εσκέφτηκαν πώς «να συνάξουν ριάλια ως πάρα τσιει», με ανορθόδοξο τρόπο. 

Στη γειτονική Τουρκική συνοικία του Μουττάλου, είχαν παρατηρήσει τον Χότζα να κουβαλά ξύλα σανίδες με την άμαξα, και να τα τοποθετεί στο μικρό σπιτάκι αποθήκη που ήταν μέσα στο Τούρκικο νεκροταφείο, το οποίο ευρισκόταν στην Ελληνική συνοικία. Ήταν ξύλα τα οποία χρησιμοποιούσαν αντί για φέρετρα οι Τούρκοι, για να μεταφέρουν πανω σε αυτά τους πεθαμένους, ένα έθιμο που εχουν οι Μουσουλμάνοι και κατά το οποίον τον νεκρό δεν τον ντύνουν, διοτι γυμνός ήρθε, λένε,  γυμνός πρεπει να φύγει. Τον πλένουν, τον αλείφουν με έλαια και τον τυλίγουν με σεντόνι. Το σαβανωμένο σώμα τοποθετείται σε ξύλινη κατασκευή από μακριά ξύλα τα άκρα των οποίων ακουμπάνε στους ώμους αυτών που το κουβαλάνε. Ο ιμάμης προσεύχεται στο σπίτι, στο νεκροταφείο και στο τζαμί. Τη νεκρώσιμη πομπή και τελετή έξω από το σπίτι παρακολουθούν μόνο οι άντρες. Μετά οι συγγενείς μοιράζουν σε όλους από κάποιο νόμισμα, ανάλογα με τη δυνατότητα τους, για τη συγχώρεση της ψυχής του νεκρού. Την ξύλινη κατασκευή με το νεκρό την σηκώνουν οι παρευρισκόμενοι. Την περνούν από χέρια σε χέρια, την δίνουν σε άλλους, σχηματίζουν μια συνεχιζόμενη γραμμή προς τα εμπρός, προχωρούν μπροστά και ξαναμπαίνουν στην σειρά ώσπου να φτάσουν στο νεκροταφείο. Στη διάρκεια όλης της πομπής ακούγονται φωνές χαμηλόφωνες να μιλάνε στον Αλλάχ και να δηλώνουν πίστη σε αυτόν, και να λενε «Θυμηθείτε τον Θεό» και όλοι οι υπόλοιποι χαμηλόφωνα εν χορώ, να απαντούν «Υπάρχει ένας Θεός, μόνο ο Αλλάχ».  Ο τάφος είναι πλατύς ώστε σε αυτόν να χωρουν δυο - τρεις συγγενείς του νεκρού ως προς την συνέχιση της τελετής της ταφής. Κατεβαίνουν στον τάφο με το φέρετρο, ενώ ένα μεγάλο πανί τοποθετείται άνωθεν τους, ώστε να καλύπτει αυτους, τον νεκρό, και τον τάφο  προκειμένου οι παρεβρισκόμενοι να μη μπορούν να ιδούν τι γίνεται μέσα στον τάφο. Όταν ύστερα τραβιέται το πανί, το φέρετρο είναι άδειο ενώ η σωρος ευρίσκεται καλυμμένος με πέτρες πάνω από τις οποίες βάζουν λάσπη από χώμα. Βγαίνοντας όλοι από τον τάφο, το ιδιο και τα ξύλα που χρησιμοποιούνται ως φέρετρο, οι παρευρισκόμενοι σε σειρά με το φτυάρι, ρίχνουν χώμα μέχρι να καλύψουν τον ανοιχτό τάφο.

Αυτά λοιπόν τα ξύλα που ήσαν σανίδες χοντρές και καλής ποιότητας, και που θα εμπορουσε ενας πελεκάνος να φτιάξει γερές κατασκευές, απεφάσισαν να κλέψουν και να πωλήσουν οι δύο φίλοι, ώστε «να συνάξουν ριάλια ως πάρα τσιεί». Ήταν ένα εύκολο επιχείρημα, διότι ως αναφέραμε, το Τούρκικο νεκροταφείο ήταν σε Ελληνική γειτονιά, ήταν ακόμη δε, μια έρημος περιοχή που δεν περνούσε ανθρώπου πόδι κατά τη διάρκεια της νύχτας. 

Μια πανσέληνο νύχτα, όλη νύχτα, τα σήκωσαν, τα μετέφεραν, και τα εφύλαξαν σε δική τους αποθήκη. Ύστερα από λίγες μέρες αποτάθηκαν στον πελεκάνο της Χλώρακας, στον Ευστάθιο Λαούρη για να του τα πωλήσουν. Σαν τα είδε αυτός τόσο ωραία και πλανιαρισμένα έτοιμα για χρήση, ενδιαφέρθηκε, όταν ακόμα του είπαν τη χαμηλή τιμή που ζητούσαν, αμέσως τα αγόρασε στην αξία των τρεισήμισι λιρών. Ήταν μια καλή τιμή, ένα ποσό καλό για τους δυο φίλους, έφυγαν ευχαριστημένοι, ήταν μία καλή συναλλαγή. Οι μέρες συνέχισαν να περνούν, ύστερα από λίγες, μια νύχτα στην ταβέρνα του Πάφιου είδαν καινούργιο πάγκο, κατασκευασμένο από ωραιότατα καλοπλανιαρισμένα ξύλα, ήταν ο πάγκος που χρησιμοποιούσε ο ταβερνιάρης να κατασκευάζει πάνω τα φαγητά που σέρβιρε στους πελάτες. 

Έμειναν εμβρόντητοι να  κοιτάζουν, υποψιάστηκαν αυτό που εσυνέβη, αλλά για να είναι σίγουροι, τον ρώτησαν ποιος πελεκάνος τον είχε κατασκευάσει… Τους εξήγησε ότι ήταν ο Λαούρης, ο οποίος του έκανε καλή τιμή, διότι είχε εφοδιαστεί μια παρτίδα ξύλων σε χαμηλό κόστος, έτσι μπόρεσε και του έκανε μεγάλη έκπτωση, οπότε δεν έχασε την ευκαιρία, έκλεισε μια συμφέρουσα συμφωνία... Αφου τους εξήγησε καλά, τους ρώτησε τι θα πάρουν, Οι δυο φίλοι θέλοντας να εγκαταλείψουν την ταβέρνα διότι δεν ήθελε να φάνε μεζέδες από τον πάγκο που πάνω έβαζαν τους πεθαμένους, θυμήθηκε ξαφνικά ότι δεν είχαν λεφτά μαζί τους. 

Όταν ο Πάφιος τους πρότεινε να τους κεράσει αφού ήταν ταχτικοι του πελάτες, με ύφος τάχατες προσβεβλημένο ο Βάννας, του εξήγησε θυμωμένα ότι δύο μεγαλοεργολάβοι, δεν είναι πρέπον να τρώνε και να πίνουν τσάμπα. 

Και έφυγαν…

Περνούσαν οι μέρες, οι δυο φιλοι δεν ξανακόντεψαν στην ταβέρνα, παρά μονο τους έβλεπε ο Πάφιος να πηγαίνουν απέναντι στου Φκωνή. Διερωτόταν τι να έπαθαν, γιατί κακοφανηστήκαν, τι να τους έκαμε, σκέφτηκε μήπως ήταν ένα παλιό περιστατικό που εσυνέβη: Είχε στο μαγαζί του ένα γραμμόφωνο με πλάκες λαϊκών τραγουδιών που μια από αυτές  τους άρεσε πολύ, και όποτε έρχονταν στο μαγαζί του, ο Ττοουλιάς του έλεγε  «Οι ρε Χριστόδουλε, τούτη η πλάκα κάμνει δέκα λίρες έτσι ωραία που παίζει». Και ο Πάφιος του ανταπαντούσε αστεϊζόμενος «Βρέ Χριστόδουλε, κάμνει δέκα λίρες; Δώς μου πέντε και πάρτην»… Μήπως ήτο η αιτία αυτό το περιστατικό, σκέφτηκε. 

Έπρεπε κάτι να κάμει, έπρεπε να λύσει το πρόβλημα, τους σταμάτησε μια μέρα και τους ρώτησε. «Βρέ κοπέλια, τι σας έκαμα και δεν έρχεστε στην ταβέρνα μου; Αν είναι αιτία η πλάκα με το τραγούδι, ελάτε, θα σας την κάμω δώρο»… 

Έκαμε αρκετές προσπάθειες να τους μερώσει, πάντα αυτοί έβρισκαν μια άλλη δικαιολογία, εκτός από την πραγματική που ήταν τα ξύλα με τα οποία κατασκευάστηκε ο πάγκος του μπαρ στην ταβέρνα του Πάφιου. Διότι ήταν αυτά από τα νεκροκρέβατα που πανω τους έβαζαν τους Τούρκους πεθαμένους και τους κουβαλούσαν, και ήταν λόγος και αιτια που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, αφου υπαίτιοι ήσαν οι ιδιοι. 

 

Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ

Στα τέλη του 18ου  αιώνα και στις αρχές του 19ου, η ζωή στην Κύπρο ητο πολύ δύσκολος, το βιοτικό επίπεδο εξαιρετικά χαμηλό, η φτώχεια και ο αναλφαβητισμός κυριαρχούσαν, και η πλειονότητα του πληθυσμού βρισκόταν στο έλεος των τοκογλύφων, με αποτέλεσμα  πολλοί να χάνουν τις περιούσιες τους μη μπορώντας να εξοφλήσουν τα χρέη που δημιουργούσαν. 

Εργασίες υπήρχαν μόνο στα μεταλλεία στα οποία δούλευαν πέραν των δεκαπέντε ωρών, από το γέννημα ως το βούτημα του ήλιου με ελάχιστη αμοιβή, για ένα κομμάτι ψωμί. Ήσαν ξεκληρισμένοι χωρικοί, που καταντούσαν εργάτες και κατέληγαν σε αυτές τις δύσκολες εργασίες διαβιώντας σε  τρώγλες και παραπήγματα μέσα σε άθλιες και σκληρές συνθήκες. Άλλοι επίσης πιο τυχεροί διορίζονταν από την Αγγλική κυβέρνηση σε κυβερνητικά επαγγέλματα όπως αλικάτωρες, τουρκόπουλοι, μαμούρηδες ή κουνουπιέρηδες. Ήταν μια δύσκολη εποχή κατά την οποία  κάθε κάτοικος προσπαθούσε με εξυπνάδα ή πονηράδα, να εφευρίσκει τρόπους για καλύτερη  επιβίωση. 

Σε αυτή τη χρονική περίοδο περιστρέφεται η μικρή ιστορία που θα σας διηγηθώ, και αναφέρεται στο σιεϊττανίκι ενός παλιού χωριανού, είναι η περιγραφή ενός περιστατικού που συνέβηκε το 1940 και που  κατάφερε ο πρωταγωνιστής μας να ξεγελάσει τον ιδιώτη τραπεζίτη, τον πλούσιο δανειστή χρημάτων, τον πονηρό και σκληρό τοκογλύφο της Χλώρακας.    

Ήταν ένας κάτοικοι της Χλώρακας ο Αλακάτης, ένας κουνουπιέρης διορισμένος από την Αγγλική κυβέρνηση. Γύριζε όλο το χωριό και τα περίχωρα και ψέκαζε τα στάσιμα νερά και τους λάκκους με νερό, ώστε να μην υπάρχουν κουνούπια, ούτε βδέλλες, διότι χρησιμοποιούσαν αυτό το νερό οι κάτοικοι για πότισμα  των αγρών, των κτηνών, αλλά και των ιδίων. Ήταν μια ξεκούραστη, αλλά επικίνδυνη εργασία αφού είχε να κάνει με φάρμακα και δηλητήρια. Το μηνιάτικο του ήταν μικρό, μόλις αρκούσε για επιβίωση, αλλά όμως, εθεωρείτο από τους τυχερούς αφού είχε μια σίγουρη και μόνιμη κυβερνητική δουλειά. Ήταν άνθρωπος που του άρεσε η διασκέδαση, το σπίτι του βρισκόταν στον αμαξωτό δρόμο του χωριού, την ώρα της σχόλης στις καλοκαιρίες, καθόταν στην αυλή σ ένα μικρό τραπεζάκι και έπινε τα ποτά του. Την έβγαζε καλά, ήταν μερακλής, πολλές φορές καλούσε τους περαστούς φίλους του να τους κεράσει. Περνούσε καλά, ήταν ευχαριστημένος, είχε μόνο ένα μεράκι. Κάτω στην Βρέξη που έτρεχε νερό και τακτικά πήγαινε να ψεκάσει, υπήρχε ένα τεμάχιο γης που απρόσκοπτα αγνάντευε όλο τον μακρινό ορίζοντα της θάλασσας, ήταν ένα ενάερο μέρος που του άρεσε και καθόταν και ρέμβαζε και αναπολούσε. Έβλεπε στον βαθύ ορίζοντα τα πλοία να περνούν, και ονειρευόταν ταξίδια μακρινά με καράβια στέρεα που πήγαιναν σε λιμάνια, σε άλλους κόσμους πολύ μακρινούς, σε μέρη πρωτόγνωρα, όπου εκεί εύρισκε περιπέτειες, χρήματα, γυναίκες και ότι μπορεί να σκεφτεί ο νους. 

Έστησε μια πρόχειρη καλύφη από κανιά του καλαμιώνα και λαττάδες (σανίδες) της θάλασσας. Καθόταν  με τες ώρες και σκεφτόταν πώς να αποκτήσει αυτό το κομμάτι της γης πού το αγάπησε, πώς να το αγοράσει, που να έβρει χρήματα. Οι καιροί ήσαν δύσκολοι, το μεροκάματο μικρό, οι τράπεζες έδιναν μόνο στους πλούσιους. Σκέφτηκε, σκέφτηκε, αποφάσισε ότι με τον νόμο δεν μπορούσε να το αποκτήσει. Του ήρθε στο νου άλλος τρόπος, με πονηριά κατέστρωσε ένα απλό σχέδιο και το έβαλε σε εφαρμογή.

Το σπίτι του τοκογλύφου ήταν μεγάλο και διώροφο με όμορφες καμάρες να το διακοσμούν. Στο ισόγειο ήταν μια μεγαλη κάμαρη που την χρησιμοποιούσε σαν μπακάλικο μαζι και καφενείο, ήταν εδώ, πίσω από τον πάγκο που διεκπεραίωνε τις συναλλαγές του της πώλησης των προϊόντων που διέθετε το μαγαζί, αλλά και τις υποθήκες των δανείων. 

Πήγε ο Αλακάτης, ακούμπησε τα χέρια στον πάγκο, παρήγγειλε καφέ και παίρνοντας ύφος σοβαρό, είπε στον τοκογλύφο, ένα σχέδιο που σκέφτηκε. Είχε λέει, έναν Εγγλέζο φίλο, που κατά καιρούς χρειαζόταν χρήματα έως ότου ξαναπληρωθεί για να εξοφλήσει. Επειδή δεν μπορούσε να βάλει υποθήκη αφού δεν είχε περιουσία, σκέφτηκε και του πρότεινε ψηλό επιτόκιο, δηλαδή να του δίνουν πέντε λίρες, και κάθε αρχή του μήνα όταν έπαιρνε το μισθό του, να επιστρέφει έξι. Το χρονικό διάστημα για εξόφληση θα διαρκούσε μια εβδομάδα. 

Σκέφτηκε ο τοκογλύφος, ήταν μια συναλλαγή επικίνδυνη χωρις υποθήκες να χάσει λεφτά, αλλά αξιζε το ρίσκο, σε μία εβδομάδα θα έβγαζε κέρδος μια ολόκληρη λίρα, μεγάλο ποσόν για την εκείνη εποχή. Ετσι αφου το καλοσκέφτηκε, δέχτηκε. Έδωσε τις πρώτες πέντε λίρες, και στην εβδομάδα πήρε έξι. Την επόμενη φορά ο Αλακάτης του εξήγησε ότι ο πελάτης ήθελε δέκα λίρες, θα επέστρεφε δώδεκα. Την τρίτη φορά το ποσό ανήλθε στις είκοσι, και το κέρδος στις τέσσερις λίρες. Ευχαριστημένος ο τοκογλύφος έτριβε τα χέρια, του άρεσε να έχει τέτοιους καλούς πελάτες. 

Η επόμενη φορά όμως το ζητούμενο ποσό ανήλθε στις πενήντα λίρες. Ήταν μεγάλος ο αριθμός, και τεράστιο το ρίσκο. Το σκέφτηκε πολλη ωρα, στο τέλος νίκησε η απληστία. Έδωσε τα χρήματα και περίμενε με αγωνία την ημέρα της αποπληρωμής. 

Ήρθε η ωρα και ήταν μια λυπητερή μέρα, ο κουνουπιέρης ο Αλακάτης δεν φάνηκε. Είχε εξαφανιστεί. Τον έψαξε για μέρες, αλλά ήταν χασημιός. Ξεγελάστηκε, το κατάλαβε. 

Τον γύρευε και τον έψαχνε συνέχεια, στο πολλη καρτέρι που του έστησε, κάποια μέρα τον βρήκε και τουζήτησε τα χρήματα του. 

Αλλά ο Αλακάτης με προσποιητό ύφος, παράστησε τον πολύ θυμωμένο με τον Εγγλέζο που τους ξεγέλασε και ήταν και ο ίδιος πολύ αγανακτισμένος. 

Ήταν νέος, δυνατός, είχε υπηρετήσει στον Παγκόσμιο πόλεμο, δεν φοβόταν, εξ άλλου χωρίς αποδείξεις τι μπορούσε να κάμει ο τοκογλύφος;  

Σε λίγο καιρό ο Αλακάτης αγόρασε το χωράφι που ήθελε στην τιμή των πενήντα λιρών. 

 Από τότες έμεινε η ιστορία να την διηγούνται οι χωριανοί, πως ξεγελάστηκε ο έξυπνος τοκογλύφος του χωριού από ένα πονηρό νεαρό. Κανείς χωριανός δεν λυπήθηκε τον τοκογλύφο,  παρά μονό έδιναν συχαρίκια στον έξυπνο και τολμηρό νεαρό. 

 

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Ήταν δυο φίλοι, ο Κυριάκος Μαυρονικόλας και ο Σπύρος Πενταράς. Ήταν κολλητοί, έκαναν παρέα και ο ένας συμπαραστεκόταν στον άλλο όταν χρειαζόταν, στα δύσκολα και στα εύκολα. Στα πανηγύρια πήγαιναν μαζί, έπιναν παρέα, ακόμα τις νύκτες του καλοκαιριού καμιά φορά έκαναν τσάρκα στα χωράφια και έκλεβαν ένα δυο καρπούζια για να φάνε, αλλά προ πάντων για την πλάκα τους. 

Ο Σπύρος ο Πενταράς ήταν ιδιοκτ.ητης του καφενείου στην κεντρική πλατεία, το οποίον νοίκιζε από τον Στεφανή του Γρίστου.  

Σ αυτό το καφενείο όταν ήταν κλειστό, είχε βάλει πόστα να κάνει νυχτερινές επιδρομές ένας άλλος χωριανός, ο Νικόλας του Ττόουλου ένας πονηρός παραπόττης.  Έμπαινε στο καφενείο και έκλεβε όλη το ζάχαρη, τον καφέ και τα παξιμάδια. Τα έπαιρνε όλα και ήξερε ότι ήξεραν για τη δράση του, αλλά αυτό ήταν μια πρόκληση που τον έκανε να συνεχίζει. 

Ήταν σαν ένας διαρκής κλεφτοπόλεμος. 

Από τις πολλές φορές, είχε καταντήσει η υπόθεση σήριαλ και θέμα τιμής για τους δυο φίλους. Έπρεπε κάτι να κάνουν να σταματήσει αυτή η ιστορία-βεντέτα, γιατι τους περιγελούσε.όλο το χωριό. 

Κάποια μέρα πίνοντας και κουβεντιάζοντας για το ζήτημα οι δυό φίλοι, αποφάσισαν να στήσουν καραούλι όσες φορές και όσες ώρες χρειαστεί, ώσπου να πιάσουν τον κλέφτη στα πράσα. 

Έξω από το καφενείο μέσα στην αυλή, είχε μια παπουτσοσυτσιά. Μια νύχτα εκεί κρύφτηκαν, και περίμεναν. Προσεχτικά χωρίς να κινούνται για να μην τους τρυπήσουν τα αγκάθια αλλά και να μην τους νώσει ο κλέφτης, έστησαν καραούλι και όλο περίμεναν…

Περίμεναν, πέρασαν ώρες πολλές, αλλά ο κλέφτης δεν φάνηκε. Αυτοί όμως έστησαν γινάτι και όλο περίμεναν ώσπου σχεδόν ξημέρωσε. 

Χάραξε σχεδόν η μέρα, οπότε απεφάσισαν ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα εκείνη τη φορά αφού ξημέρωσε πλέον, γι αυτό κίνησαν να φύγουν για ύπνο με τη συμφωνία το άλλο βράδυ να ξαναβρεθούν και να συνεχίσουν την παρακολούθηση. 

Σιάζοντας στη γωνιά του δρόμου οι δυο φίλοι, από την απέναντι μεριά της αυλής του καφενείου, μέσα από τον φραμό, νάσου βγαίνει ο Νικόλας του Ττόουλου με ένα πλατύ περιπαιχτικό μειδίαμα στο πρόσωπο. Με γοργό βήμα και προσεχτικά να μην τον δει κανείς, κατευθύνθηκε στο καφενείο. Με ένα μικρό τσιακκί που έβγαλε από την τσέπη, παραβίασε την πόρτα και χώθηκε μέσα στο παλιό πέτρινο κτίριο.

Ήταν ένας κλέφτης πονηρός και τετραπέρατος, ξεγελούσε τους ανθρώπους, τους έκλεβε και το ευχαριστιόταν. 

Καταλαβαίνοντας ότι από τις πολλές παραβιάσεις που έκαμε στο καφενείο ο ιδιοκτήτης κάποτε σίγουρα θα του έστηνε καρτέρι, πάντα από νωρίτερα πριν να επιδράμει, κρυβόταν και παρακολουθούσε πρώτα μήπως και του έστησαν καρτέρι, και ύστερα έκαμνε τη δουλειά του. 

Εκείνο το βράδυ τους είδε που ήρθαν, και γελώντας μέσα του, έμεινε κρυμμένος και περίμενε ώσπου έφυγαν, και ακολούθως ανενόχλητος έκαμε τη δουλειά του.

Την άλλη μέρα όταν κατά το μεσημέρι οι δυο φίλοι συναντήθηκαν στο καφενείο να παίξουν το τάβλι τους, ο Σπύρος αγανακτισμένος και νευριασμένος είπε του φίλου του ότι άδικα ξενύχτησαν, και ο κλεφτης πάλι έδρασε και δεν τον πήρανε χαμπάρι. 

Κάθισαν στο τάβλι πίνοντας τον καφέ τους, και ξάφνου νάσου ανέφανε να έρχεται ο Νικόλας του Ττόουλου. Πήρε μια καρέκλα και έκατσε δίπλα τους, και με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο τους χαιρέτισε χαρούμενα. Στους δυο φίλους φάνηκε ότι διακρίνανε στο ύφος του ένα θρίαμβο και ένα περιπαίξιμο, αλλά τι μπορούσαν να πουν; 

Κατσουφιασμένοι τον χαιρέτησαν σφιγμένα και με ύφος αυστηρό, του είπαν,

-Καλώς τον κύριο Νικόλα, να σε κεράσουμε μια κόκα κόλα; 

Και ο αθεόφοβος με την πλήρη ευχαρίστηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, τους απαντά, 

-Ευκαρισρώ κύριε Σπύρο, εν θα πάρω, βλάφτη με στο ξενύχτι. Τέζα οι δυο φίλοι. Μετά όμως την πάροδο του χρόνου, ύστερα από πολλές δεκαετίες, ενθυμούνται το περιστατικό και χαμογελούν με νοσταλγία.

 

Ο ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΟΥΘΚΙΟΥ  

Σε κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι ζουν, πάντα υπάρχουν αυτοί που ξεχωρίζουν, αυτοί που είναι αγαπητοί, ή ακόμα και το αντίθετο, είναι όμως που με τον τρόπο τους εμπεδώνουν την προσωπικότητα τους με αποτέλεσμα να είναι όπως η βούλα στο χαρτί που χωρίς αυτήν κανένα έγγραφο δεν έχει αξία. Έτσι και οι άνθρωποι αυτοί είναι πάντα στο επίκεντρο κάθε μεγάλης ή μικρής κοινωνίας, είναι πάντα αυτοί που καθορίζουν την μοίρα των άλλων χωρίς να κατέχουν θέσεις και αξιώματα, το πετυχαίνουν απλά γιατί είναι αυτοί που είναι. 

Ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους ένας, ήταν ο Χριστοφής του Αντρεουθκιού που έζησε τις δύσκολες δεκαετίες του πολέμου με τους Εγγλέζους, του Χουντικού πραξικοπήματος, και ύστερα της Τούρκικης εισβολής. Ήταν η Χλώρακα τότες μια άγνωστη μικρή κοινότητα, και ζούσε ο Χριστοφής κατ αρχάς με την πολυμελή οικογένεια του πατέρα του, και ύστερα το ίδιο με την δική του. Ήταν χρόνια πέτρινα και δύσκολα, και πάσκιζε με μανία να κάμει την δύσκολη ζήση πιο υποφερτή.

 Πέθανε ενωρίς στα 63 του χρόνια, αλλά η οικογένεια του και όλοι οι χωριανοί τον ενθυμούνται ύστερα από  χρόνια ως να ήταν εχτές, που πάντα χαμογελαστός με τη μεγαλη του στωικότητα αντίκριζε τα δύσκολα, τα υπέμενε, δεν τα έβαζε κάτω, και ξανά κι απ την αρχή ξεκινούσε με πλώρη την ελπίδα που είχε πάντα μέσα του, που ήταν αυτή που τον έκανε να είναι αισιόδοξος αλλά και φιλόσοφος. Μιλούσε πάντα με μια γαλήνια ηρεμία, έβλεπε τα πράγματα αισιόδοξα, έτσι ώστε παρέσερνε με τον δικό του τρόπο όλο τον κόσμο γύρω του έτσι να είναι σαν κι αυτόν.   

Είχε για επάγγελμα αυτό του χασάπη, ήταν όμως οι καιροί δύσκολοι και ο κόσμος έτρωγε κρέας μόνο το Πάσχα. Σκεφτόταν τι άλλο έπρεπε να κάνει για το μεροκάματο, σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε, ώσπου κατέληξε στην απόφαση, άλλη δουλειά που αρμόζει με την τέχνη του χασάπη, ήταν η τέχνη του ταβερνιάρη. Ενοίκιασε από την ΣΠΕ ένα μαγαζάκι, όπως ήταν έβαλε μέσα λίγες καρέκλες και τραπέζια, άναψε μιαν φουκού, και έβαλε πανω να ψήνονται δυο σούβλες με το καλύτερο κρέας. 

Θυμάται ως να ήταν χτες, (αναφέρει συγχωριανός για μια ιστορία που διηγιόταν ο ίδιος πολύ συχνά), ψηνόταν η σούβλα, και ο νέος ταβερνιάρης με μια μπύρα στο χέρι στεκόταν παραδίπλα και σκεφτόταν τι ωραία που ψηνόταν, αν δεν είχε πελάτες θα έκανε «ζεύκι» αυτός και η οικογένεια του. Πρόσεχε την σούβλα να μην καεί, και ο νους του έτρεχε αλλού. Σκεφτόταν για το μέλλον, το παρελθόν, σκεφτόταν και το χτες, έφερε στο νου του ένα περιστατικό που συνέβηκε εχτές… 

Κάτω στο εκκλησάκι του Αι Νικόλα, είχε μια μικρή πρόχειρη μάντρα στη σκιά δυό δρυών, που σε αυτήν είχε τα αιγοπρόβατα που αγόραζε για σφαγή.

Μια καλοκαιρινή μέρα ενώ κοιμόταν στον ίσκιο των δεντρών, άκουσε μια φωνή να καλεί σε βοήθεια από το παραδιπλανό χωράφι όπου μέσα σ αυτό κατέληγε το τρεξιμιό νερό που ανέβλυζε από πηγή δίπλα στο μικρό ναό. 

Αμέσως έτρεξε προς τα εκεί, και είδε ένα νέο παιδί χωμένο μέσα στη λάσπη ως τη μέση, να φωνάζει βοήθεια προσπαθώντας να ξεκολλήσει και να ελευθερωθεί.

Όπως του εξήγησε αργότερα, μπήκε στο χωράφι με την ωραία του κούρσα για να κάνει σούζες, αλλά κόλλησε το αυτοκίνητο μέσα στη λάσπη. Δοκιμάζοντας να βγει έξω ο ίδιος για να γυρέψει βοήθεια, κόλλησε και αυτός στη λάσπη που τον τραβούσε και δεν τον άφηνε να κινηθεί. 

Πανικόβλητος άρχισε να φωνάζει, ευτυχώς τον άκουσε ο Χριστοφής. Τον καθησύχασε, και σε λίγο κατάφερε να τον τραβήξει απο τη λάσπη, σώζοντας τον ίσως και από θάνατο… 

Έτσι που συλλογιόταν, ξάφνου νάσου ένα μεγάλο αμάξι με σοφέρ να σταματά εμπρός του, να κατεβαίνει και να ανοίγει την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου. Από μέσα βγήκε ένας άνδρας με επιβλητική και αριστοκρατική κορμοστασιά και αρχηγικό ύφος, και δρασκελώντας το συμηντήρι που χώριζε το κτίριο από το δρόμο, τον πλησίασε του έτεινε το χέρι.

-Είμαι ο πατέρας του παιδιού που βοήθησες εχτές και το έβγαλες από τις λάσπες που κόλλησε με το αυτικίνητο του, 

του είπε.

Ήταν ο στρατηγός της Εθνοφρουράς της Κύπρου, και ήρθε να γνωρίσει αυτόν που βοήθησε το γιο του. 

Έκατσαν και τα είπαν, η ώρα πέρασε, κει που τα λέγαν τα ήπιαν, έφαγαν και τη σούβλα, γίνανε δυο καλοί και κολλητοί φίλοι. 

Από εκείνη τη μέρα ξεκίνησε η φιλία τους και μαζί με αυτήν η άνοδος του Χριστοφή, η φήμη του έφτασε απ άκρο εις άκρο της Κύπρου, εγινε ξακουστός ταβερνιάρης. Απέκτησε σπουδαίες γνωριμίες, ώστε μπορούσε εύκολα να ζητάει χάρες και ρουσφέτια από ψηλά κλιμάκια της Κυβέρνησης προς βοήθεια όλων των χωριανών όταν του ζητούσαν να τους βοηθήσει, είχε δηλαδή, ο λόγος του μεγάλη πέραση. 

Τα καλοκαίρια ήταν καθημερινά στη θάλασσα. Από πάντα και κάθε μέρα, πήγαινε στη θάλασσα της Αλικής, εκεί έκανε τα μπάνια του, εκεί στον δροσερό αέρα της θάλασσας, ανάμεσα στην κάψα του καλοκαιριού, και κάτω από τη δροσιά της σκιάς του κέντρου της Ζήνας Κάνθερ όπου του άρεσε να κάθεται, εκεί ακριβώς ένιωσε τους πρώτους πόνους στο στήθος προμήνυμα για το τελευταίο ταξίδι που θα έκανε. Πήγε σε ένα φίλο του γιατρό τον Τάκη τον Μιχαηλίδη, ο οποίος του έκανε καρδιογράφημα και του είπε ότι έχει μεγάλο πρόβλημα. 

Ο Χριστοφής ζήτησε από το γιατρό οπως ειδοποιηθούν τα παιδιά του. Καθόταν απέναντι στο γιατρό και του έλεγε τα τηλέφωνα τους, εκεί ξεψύχησε, εκεί άφησε την τελευταία του πνοή... 

Πέθανε, έφυγε, αλλά  μέχρι τελευταία, καθηγητές από την Αγγλία που δεν γνώριζαν περί του θλιβερού γεγονότος, του έστελλαν χαιρετίσματα με φοιτητές χωριανούς. 

Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας φυλακίστηκε στα κρατητήρια της Πάφου μαζί με  άλλους νέους αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Τους έκαναν πολλά βασανιστήρια και πέρασαν δύσκολες στιγμές όπως διηγούνται όσοι ήταν μαζί του και ακόμα ζούνε. 

Είχε έναν χαρακτηριστικό τρόπο να αφηγείται παλιές ιστορίες και γεγονότα που συνέπαιρνε τις παρέες των αλλων ανθρώπων που όταν τον άκουγαν κρέμονταν από τα χείλη του. Ήταν γλεντζές και διασκεδαστικός και όταν τραγουδούσε πάντα ξεκινούσε με το τραγούδι  που του άρεσε πολύ «μια ζωή την έχουμε», θέλοντας να τονίσει σε όλους ότι τη ζωή πρεπει να την παίρνουν οι άνθρωποι από την καλή μεριά της..

Μπορεί να μην ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος, ούτε να κατείχε μια ψηλή θέση, αλλά ήταν ένας δυνατός βιοπαλαιστής που είχε ψηλή θέση στην καρδιά των ανθρώπων και στην κοινωνία.

Από νέος έδειχνε πόσο δραστήριος και δυναμικός ήταν. Συμμετείχε σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, ήταν πρωταθλητής στη δισκοβολία και διακρινόταν για τη δύναμη του. Κάποτε, έλεγαν οι φίλοι του είχε σηκώσει μιαν τεράστια πέτρα που κανένας δεν μπορούσε. Άλλη φορά, περνώντας από το γήπεδο που είχε αγώνες, κατέβηκε και έριξε δίσκο και ήρθε πρώτος. Δεν μπορούσαν να του δώσουν όμως το κύπελλο  γιατί δεν είχε γραφτεί να συμμετέχει στους αγώνες. Ο αγροφύλακας του χωριού ο Κλεάνθης, ένας λαϊκός ποιητάρης, όταν περνούσε από το δρόμο, του φώναζε, 

-πούν το παλικάρι του χωρκού, έ το καμάρι του χωρκού. 

Άλλη ιστορία την οποία διηγείται ο Κώστας Λιασίδης, λέει,

-Ήμουν ο πιο δυνατός όλου του χωρκού, στην πάλη τους έβαζα όλους χαμέ, η φήμη μου ήταν μεγαλη. Ήρθε μια μέρα, μια Λαμπρή, το παλικάρι της Κισσόνεργας να παλέψει μαζί μου. Ήταν πολύ δυνατός, αλλά εγώ ήμουν πιο δυνατός, τον έβαλα χαμέ. Ο μόνος που με νίκησε μια φορά, ήταν ο Χριστοφής. Σκέφτηκα ότι ήταν τυχαίο, ξαναπαλιώσαμε, αλλά πάλι με ξανάβαλε χαμέ. Ήταν πολύ δυνατός.

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Χριστοφής του Αντρεουθκιού… Ύστερα από πολλά  χρόνια μετά το θάνατο του, θυμούνται όλοι όσοι τον έζησαν και μιλούν με αγάπη, νοσταλγία και ευγνωμοσύνη για το άτομο του. Τέτοιους ανθρώπους δεν συναντάς σήμερα, λένε…

 

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΔΗΚΟ 

Δεξιά μπαίνοντας του κύριου δρόμου στην οδό Ελευθερίας και απέναντι από την τράπεζα Κύπρου, πίσω από το πρακτορείο του Λάκη Θεοχάρους και δίπλα στο μπαρ της Ελένης, ευρίσκεται η πολυκατοικία του Φίλιππου του Λαούρη, και στο ισόγειο της ευρίσκεται το καφενείο το σωματείο του ΔΗΚΟ, το στέκι του Νεόφυτου. 

Το νέο καφέ ουζερί με τα πιο ωραία ποτά, τους καλύτερους μεζέδες, αλλά και τους πιο καλούς πελάτες. Με τα τυριά, τα ψαρικά, τα χαλούμια, τα φρούτα και τα γλυκά, τα λουκάνικα και τις ζαλατίνες, τέλος πάντων, όλα τα καλά, χωρίς ήχο, μόνο η τηλεόραση να παίζει. Και οι θαμώνες να πίνουν και να τρώνε, να διασκεδάζουν και να συζητάνε.

Και στα έτσι ξαφνικά καμιά φορά, η φωνή του Λουρικού ή του Μέλιου, να ακούεται στεντόρεια σε ήχο πατριωτικό. 

Είναι οι πιο καλές παρέες αυτές, που την βρίσκουν αναμεταξύ τους τρώγοντας και πίνοντας, που ξεχνούν την πολιτική, που διαφωνούν αλλά και συμφωνούν, που φωνάζουν, αλλά και σιωπούν. 

Είναι το καφενείο ουζερί που σε αυτό δεν χρειάζεται να παει κάποιος με παρέα, διότι εκεί θα σμίξει με τους άλλους, ο ένας θα γίνουν δυο, θα γίνουν τέσσερις, και ύστερα δεκατέσσερις. 

Είναι εδώ που σμίγουν οι επιχειρηματίες, οι εργάτες,  οι πλούσιοι, οι καλλιτέχνες, οι προέδροι και οι γραμματικοί, οι πολιτικοί και οι παραπολιτικοί, οι βουλευτές και οι βολευτές, οι μεγάλοι και οι τρανοί, οι ταπεινοί και οι φτωχοί. 

Είναι ο τόπος που σε αυτόν όλοι θα γίνουν μια παρέα, θα παραμεριστούν οι εγωισμοί, και όλοι ταπεινά θα επιδοθούν στο δυσκολο εργο ενός συμποσίου, διαφορετικού έκαστη φορά. 

 

ΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ

Αφετηρία  η νύχτα. Ένα μικρό καφενείο - ταβερνάκι, το ταβερνείο του Κωστάκη. Είναι εκεί, στη μεγάλη πλατεία. Για όλες τις  νύχτες. 

Εκείνη τη σκοτεινή νύχτα του Γεννάρη, μου καρφώθηκε από νωρίς στον νου να κάνω μια τσάρκα στα ξενυχτάδικα του χωριού. 

Ξεκίνημα από του Κωστάκη. 

Ένα παλιό μικρό κτίριο με παλιές θύμησες και θαμώνες όλων των ειδών. Χωριανοί, ξενοχωρίτες, πρόσφυγες και αλλοδαποί. Θαμώνες της Νύχτας, άνθρωποι περιθωριακοί, επιχειρηματίες, σοβαροί και μη σοβαροί, γραφικοί, και κάποτες κανένας καλλιτέχνης, δημοσιογράφος, η διανοούμενος. Άλλοι στον πάγκο, κι άλλοι στα τραπεζάκια. Με ζιβανία και μεζέ. Να πίνουν ήσυχα, να σιγοκουβεντιάζουν, και να ακούνε μουσική. 

Δεν θέλουν τηλεόραση έστω και αν παίζει χαμηλά. Δεν θέλουν ελαφρολαικά, ούτε Μαρινέλα, ούτε έντεχνα.   Θέλουν μόνο ρεμπέτικα ή ακόμη καλύτερα Καζαντζίδη. Θέλουν τραγούδια του πόνου και του σπαραγμού. Θέλουν μουσική που να πιάνει το ΕΙΝΑΙ τους. Θέλουν τραγούδια του ποτού…

Καθισμένος στο μικρό τραπεζάκι ήπια τα πιοτά μου και σαν καλός παρατηρητής που μου αρέσει να είμαι, παρατήρησα όλα τα συμβαινούμενα. Καλές και κακές κουβέντες, βρισιές, μικροτσακωμοί, χοντρά αστεία, και μπόλικο πουρμπουάρ στην γκαρσόνα. Βαριές ζειμπεκιές, και παράφωνες φωνές. Και σε κάποια στιγμή σχεδόν όλοι μεθυσμένοι. Ευτυχισμένοι και παραδομένοι στην λήθη του πιοτού, αλλά και νυσταγμένοι.

Η ώρα πήγε δώδεκα. Δεν είχα όρεξη γι αλλού, νύσταξα. Ήταν ώρα για ύπνο. Ήταν άλλη μια συνηθισμένη νύχτα… 

Καλή νύχτα.

 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Στις αρχές του 20ου αιώνα στη Χλώρακα τα πνευματικά, οικονομικά και κοινωνικά πράγματα ήταν σε βαθμό ανυπαρξίας. Οι μαθητές της Χλώρακας και της Έμπας φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο, κάποτε στην Χλώρακα, κάποτε στην Έμπα. Για αίθουσες τάξης χρησιμοποιούσαν το καφενείο του Κώστα Ταπακούδη, το καφενείο του Χαρή του Γιώρκα, ακόμα και την προέκταση που υπήρχε παλιά πριν χαλαστεί στην κάτη εκκλησιά της Παναγίας Χρυσαιλεούσης. 

Η ίδια ακριβώς κατάσταση συνέβαινε και στην πόλη της Πάφου το Κτήμα, και σε μεγαλύτερο βαθμό στα υπόλοιπα χωριά. 

Αυτό το επιβεβαιώνει δημοσίευμα της εφημερίδας «Πάφος» στο πρώτο κιόλας φύλλο με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1921: «...Η αμάθεια είναι εξαπλωμένη εις βαθμόν απίστευτον. Το 84% του πληθυσμού αγνοούσιν ανάγνωσιν και γραφήν και κατά φυσικήν συνέπεια και το έγκλημα ολοέν αυξάνει, ενώ η οικονομική καχεξία του τόπου έφτασεν εις το απροχώρητον». 

Οι μοναδικές σχεδόν πηγές που έχουμε για την εποχή εκείνη στην κοινότητα της Χλώρακας είναι ελάχιστες και τις ευρίσκουμε στο βιβλίο του Χρίστου Μευρέση. 

Από την απελευθέρωση και ύστερα, παρακολουθούμε να συμβαίνουν άλματα στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών σε όλη την επαρχία της Πάφου. Ορισμένοι πνευματικοί άνθρωποι συνέβαλαν ώστε να αφυπνίσουν τους κατοίκους πνευματικά. Οι ιερείς κατ αρχάς και ύστερα οι δάσκαλοι, ίδρυσαν κατηχητικά, συλλόγους και σχολεία που θα βοηθούσαν κυρίως τους νέους ν' αποκτήσουν παιδεία και γνώσεις του κόσμου που τους περιέβαλλε. 

Με την εμφάνιση δημοσιογραφικών εντύπων στην επαρχία δημιουργείται αμέσως βήμα έκφρασης ιδεολογικών απόψεων. Οι πνευματικοί άνθρωποι βρίσκοντας βήμα έκφρασης δραστηριοποιούνται και παράγουν πνευματικό εργο το οποιον δημοσιεύεται και διαδίδεται στον κόσμο μέσω αυτών των εντύπων. 

Σ' αυτή τη πνευματική ανάπτυξη συνέβαλαν κυρίως κάποιοι χαρισματικοί άνθρωποι που μέσα από δημοσιεύματα, αλλά κυρίως μέσα από την εκπαίδευση έγραψαν ιστορία. Με το λογοτεχνικό τους εργο το οποίο δημοσιοποίησαν στις τότε εφημερίδες και υπάρχει μέχρι σήμερα, άφησαν το στίγμα της εποχής εκείνης. 

Ένας τέτοιος άνθρωπος, ήταν ο Άντης Περνάρης που διετέλεσε δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της Χλώρακας και άφησε πνευματικό έργο γράφοντας κυρίως ποίηση, οικοδομώντας έτσι μια νέα πνευματική κατάσταση στη Χλώρακα και στην πόλη της Πάφου. Λέγεται επίσης ότι έγραψε την ιστορία της Χλώρακας της τότε εποχής την οποία δημοσίευσε σε βιβλίο, αλλά που δυστυχώς δεν κατορθώσαμε να ανακαλύψουμε ή να επιβαιβεώσουμε. 

Άλλοι άνθρωποι του πνεύματος που συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης στη Χλώρακα, είναι ορισμένοι χωριανοί που με όρεξη και μεράκι μπήκαν μπροστάρηδες δημιουργώντας συλλόγους και σωματεία με μοναδικό σκοπό την προώθηση της πνευματικότητας και την δημιουργία κουλτούρας στη σκέψη των νέων της κοινότητας. 

Στις σημερινές ημέρες έχουμε δει πολλά, έχουμε συνηθίσει πλέον να βλέπουμε να συμβαίνουν πράγματα πρωτοποριακά και να είναι η κοινότητα σχεδόν πάντα στην επικαιρότητα λόγο ανθρώπων που με την σπουδαιότητα τους δημιουργούν το όλο κλίμα. Την τότε δύσκολη εποχή, αυτό ξεκίνησε να συμβαίνει, ήταν δε η πρώτη φορά που σε όλη την Πάφο, το 1938 ιδρύθηκε στη Χλώρακα «Επιμορφωτικός Σύλλογος» με σκοπό την προώθηση των γραμμάτων… 

Ο Μιχάλης Μαχητής ήρθε απο το Πολέμι και παντρεύτηκε μια Χλωρακιώτισσα. Κατοίκισε στη γνωστή γειτονιά της οδού Σταύρου Μιχαήλ 6.  Άνοιξε καφενείο στον ίδιο τόπο, και εκεί μεγάλωσε τα έξη παιδιά του. Τρεις απ αυτούς, οι Σταύρος, Γιώρκος και Ευρύς, σπούδασαν δάσκαλοι. Σαν μορφωμένοι άνθρωποι σκέφτηκαν να ιδρύσουν ένα πολιτιστικό σύνδεσμο με σκοπό την επιμόρφωση των τότε Χλωρακιωτών. Μαζί με τους Πετρή Γιωρκάτζη,  Νίκολο Αδάμου, Αντώνη Μαυράντωνο,  Ευστάθιο Ερωτοκρίτου και τα αδέλφια Νικόλα και Γιώργο Λαππά, το 1938 έφτιαξαν ένα σύλλογο και τον ονόμασαν Επιμορφωτικό σύλλογο. Για στέγη χρησιμοποίησαν το καφενείο του Χαρή του Γιώρκα. 

Ύστερα από τρία χρόνια λειτουργίας του, τον τότε καιρό εκείνο, στις 14 του Απρίλη 1941 συγκαλείται συνέλευση στη Σκαρίνου όπου αποφασίζεται η ίδρυση του Ανορθωτικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ). 

Είχε προτεραιότητα την καταπολέμηση του Χιτλερικού φασισμού, κάτι που συνέπαιρνε τους Κύπριους όντας και αυτοί υπόδουλοι στον Εγγλέζικο φασισμό. Έτσι βρήκε μεγάλη απήχηση στους Κύπριους, το ίδιο συνέβηκε και με τον επιμορφωτικό σύλλογο Χλώρακας, ο οποίος και ενώθηκε με αυτή την οργάνωση και έτσι το καφενείο του Χαρή ονομάστηκε ΑΚΕΛ Χλωρακας.  Η μισή κοινότητα της τότε εποχής εντάχθηκε στο ΑΚΕΛ, κάτι το πρωτοφανές, αλλά αυτό εξηγείται διότι το κόμμα αυτό αντιπροσώπευε τον απλό φτωχό εργαζόμενο κόσμο. Πρώτος γραμματέας του ΑΚΕΛ Χλώρακας ανέλαβε ο Χαράλαμπος Κυπριανού, θέση την οποίαν κατείχε πανω απο δέκα χρόνια. Τον διαδέχτηκε ο Ευστάθιος Ευσταθίου, ύστερα ο Ανδρεας Πετρου και ακολούθως ο Γεώργιος Νικολάου. 

Απο το καφενείο του Χαρή το κόμμα μεταστεγάστηκε στο οίκημα του Χρίστου Κωνστάντινου, αργότερα στο καφενείο του Χαμπή Φιλιππή, και το ΄90 περιπου μετεκινήθησαν στο σημερινό οίκημα το οποίον και αγοράστηκε και είναι ιδιοκτησία του ΑΚΕΛ Χλώρακας.

 

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ

Και άλλοι είχαν ξεγελάσει τον πλούσιο τοκογλύφο της Χλώρακας στο αλίς βερίσι τους, αλλά με τον ίδιο τρόπο περίπου ως και μια άλλη ιστορία, συνέβηκε με πρωταγωνιστή νεαρό Μωαμεθανό, ένα Τουρκακι. Αυτές οι περιπτώσεις  ήσαν πάντα ιστορίες που δεν μπορούσε τιποτα να κάμει , διότι δεν είχαν τηρηθεί νομικά έγγραφα… 

 

Ήταν μια φορά ένας νεαρός Τούρκος που ζήτησε μια λίρα δανεική ως την επαύριο. Ήταν μικρό ποσό, η συναλλαγή έγινε στο Τουρκικό καφενείο της Φελλάχογλου, σε τέτοιες περιπτώσεις ο τοκογλύφος δεν ζητούσε υπογραφές. Σε δύο μέρες το Τουρκάκι επιστρέφει το ποσό, σε αξία μια λίρα και πέντε σελίνια. 

-Μα είναι πολλά, του λέει. 

-Όχι, πάρτα, με βοήθησες, είναι εντάξει, 

του απαντά. Αυτό εσυνέβηκε ακόμη μια φορά, έγινε ο ίδιος διάλογος, ο τοκογλύφος τραπεζίτης χαρούμενος για την εύκολη κερδοφόρα συναλλαγή, δοκίμασε να φανεί μεγαλόψυχος επιμένοντας περισσότερο παρά την προηγούμενη φορά ότι τάχατες ο τόκος είναι ψηλός. Οπότε το Τουρκάκι του απαντά,

-άκου να δεις, εγώ είμαι περήφανος άνθρωπος, στα δίνω γιατί έτσι θέλω και νιώθω, πάρε τα, και σιώπα. Να ξέρεις, όμως, όταν σου χρωστώ μην τα ζητάς, εγώ θα σε βρίσκω, θα σε πλερώνω. Έτσι και τα ζητήσεις, θα τα χάσεις, συμφωνείς; 

Ο τοκογλύφος συμφώνησε, δεν μπορούσε να κάμει και άλλως πως αφου είχε χρέος να παίρνει. 

Σε δυό τρείς ημέρες, το Τουρκάκι ζητά άλλη μια λίρα δανεική… Περνά μια μέρα, περνούν δύο, τρείς, τέσσερις. Κάθε μέρα στο ίδιο καφενείο, κάθε μέρα συναντιούνται, καμία κουβέντα για την αποπληρωμή. Ανησυχία και φόβος ότι θα χάσει, την έβδομη μέρα δειλά δειλά και ευγενικά, ζητά τα χρήματα του… 

-Ααα, έχασες, δεν τα παίρνεις, είχαμε συμφωνήσει πως θα στα έδινα από μόνος μου, αν τα ζητούσες, θα έχανες. 

Έτσι έχασε από αυτή τη συναλλαγή το ποσό των δέκα σελινιών, τόση ήταν η διαφορά της προσθαφαίρεσης από το δούναι και λαβείν.

 

ΓΙΩΡΚΟΣ ΟΨΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΦΙΟΣ

Φαρράς είναι τα στάχια από κριθάρι ή σιτάρι που βλαστούν από μόνα τους στις άκριες των χωραφιών και επειδή δεν είναι προς θέρισμα ένεκα της λιγοστής τους ποσότητας, οι γεωργοί σιήνιαζαν εκεί τα ζώα τους  όπου τον βοσκούσαν. 

Ο Γιώρκος έπαιρνε τα κτηνά να τα σιηνιάσει. Το σπίτι του γειτόνευε με του Πάφιου του ξακουστού καραγκιοζοπαίχτη. Στο δρόμο που πήγαινε τον ήβρε να κάθεται κάτω από την κληματαριά του και να τρώει. Τον χαιρέτησε και τον ρώτησε τι τρώει. Ο Πάφιος που ηταν γνωστός για τα χωραττά του, του ειπε οτι τρώει σαλάτα με ολόφρεσκο φαρρά. Ο Γιώρκος γέλασε, ήξερε ότι τον χωράττευε αφού τον φαρρά τον τρώνε μονο τα κτηνά.

Όμως ο Πάφιος πολύ σαβαρα, του λεει, 

-μην γελάς, και δεν σε χωραττεύω. Ο φαρράς όταν είναι τρυφερός,  είναι ότι πρέπει με κάμποσο λάδι και κάμποσο ξύδι.

Ο Γιώρκος πίστεψε, θέλησε να δοκομάσει. Μάζεψε κάμποσο φαρρά,  έκαμε μια μεγάλη σαλάτα, και έκατσε και την έφαγε. 

Αλλά όπβς ήταν φυσικό, οι κουτσούλλες του κριθαριού, δηλαδή ο φαρράς, έχουν αθέρες σαν αγκίστρια. Γαντζωθήκαν και στάθηκαν στο φάρυγγα του Γιώρκου, και αυτός άρχισε να υποφέρει. Η ενόχληση ήταν μεγαλη, δεν έφευγαν οι αθέρες, τι να κάμει, πήγε  στο γιατρό. Ο γιατρός ήταν ο Χαραλάμπης Λιασίδης που και αυτός είχε νάμι για τις τσουχτερές και ειρωνικές παρατηρήσεις του. Αφου τον εξέτασε και και τον έγιανε, του λέει. «Βρέ γάρε… 

 τρώνε οι άνθρωποι φαρρά; Εν ηξέρεις ότι εν οι γάροι που τρώνε το φαρρά; Ο Καραγκιοζοπαίχτης περιπαίζει τον κόσμον ούλλον, ασέναν εν να σ αφήσει πίσω»; 

 

ΤΟ ΕΝΣΙΚΤΟ ΕΝΟΣ ΖΩΟΥ

Ο Χαράλαμπος Καραμανλής θα βάφτιζε την μικρη του κόρη στον Άγιο Γεώργιο Πέγειας. Αγόρασε προς τούτο ένα αρνί από τον Γεώργιο Λεωνίδα Χριστοδούλου ο οποίος διέθετε κοπάδι. Εκείνη την ημέρα έβγαλε το κοπάδι για βοσκή, και άφησε το αρνί στο μαντρί να έρθει ο αγοραστής να το πάρει να το σφάξη.

Ο Καραμανλής νοίκιασε λεωφορείο, και αφου αυτό γέμισε κόσμο ολοι για τη βάφτιση, πέρασαν από τη μάντρα να φορτώσουν το αρνί.

Μαζί με την βοήθεια του Γιώρκου Χαραλάμπους Μαύρου δοκίμασαν να μπουν στη μάντρα να το πάρουν. Αυτό από ένστικτο, μόλις τους είδε να κατεβαίνουν από το λεωφορείο, αγριεμένο πήδηξε από τον ψηλό μαντρότοιχο και τρέχοντας χάθηκε στο βαθος του δρόμου. Το αναζήτησαν και το βρήκαν κοντά στη θάλασσα σ ένα παλιό εγκαταλειμμένο Τούρκικο σπίτι, όπου εκεί ο βοσκός έπαιρνε τα πρόβατα κάθε μεσημέρι για να πιούν νερό απο ένα λάκκο που είχε στην αυλή. Μόλις τους αντελήφθη το αρνί, πήδηξε από το παράθυρο και έτρεξε προς την θάλασσα και στάθηκε στον τελευταίο βράχο μη έχοντας που αλλού να παει αφου οι διώκτες τού έκοβαν τους υπόλοιπους δρόμους. Όταν αυτοί κόντεψαν, πήδηξε στη θάλασσα και άρχισε να κολυμπά προς το βάθος του πελάγους. Οι ανελέητοι διώκτες έβγαλαν τα ρούχα τους, βούτηξαν και άρχισαν να το κυνηγούν κολυμπώντας. Στην πολλή την ωρα κουράστηκαν, εγκατέλειψαν. Βγήκαν στη στεριά και έμειναν να κοιτάζουν το αρνί να φεύγει σίγουροι ότι αυτό θα πνιγεί και αυτοί θα έπρεπε να αγοράσουν άλλο. Στάθηκαν πανω στον βράχο, παρακολουθώντας. Ξάφνου, ένα κύμα γύρισε το ζώο προς τα έξω, το οποιον κουρασμένο ως ήταν, δεν κατάλαβε και συνέχισε να κολυμπά προς το μέρος τους. Μόλις κόντεψε τη στεριά, αυτοί πήδηξαν στο νερό και το άρπαξαν. Το ζώο κουρασμένο ως ήταν, αιχμαλωτίστηκε εύκολα. 

Ο Ιωάννης Χ’ Οικονόμου που παρακολουθούσε το όλο περιστατικό, μετά την λήξη του, και αστειευόμενος τους είπε: 

-Άντε καλό φάγωμα, και μην του βάλετε άλλο αλάτι, γιατί θα είναι αλμυρό. 

Το μετέφεραν στην Πέγεια, στον Άι Γιώργη, όπου το έσφαξαν, και το έφαγαν αλλά χωρίς πολλή όρεξη, γιατί μετά την όλη ιστορία, και βλέποντας το ένστικτο και την απέλπιδα προσπάθεια που είχε καταβάλει το αρνί να σώσει τη ζωή του, είχαν ολίγον επηρεαστεί  με την περιπέτεια η οποία και έληξε με κατάληξη τα λόγια που έλεγε ο Ιωάννης Χ΄ Οικονόμου στην διάρκεια της όλης περιπέτειας και ενώ την παρακολουθούσε να συμβαίνει: 

-Έλα έξω μάνα μου, γιατί όπου  τσιάν πάεις, εν να σε φάσιν...

 

ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ 

Κατά το 1940 περιπου όταν ο Σωτήρης Στυλιανού ήταν νεαρός, ασχολείτο με το ψάρεμα και είχε δικήν του βάρκα την οποία έδενε στο Δήμα, ένα μικρό απάνεμο λιμανάκι. Νεαροί τότες οι Κώστας Λαισιδης, Κώστας Πενταράς (Τσιάκκος), Ττοουλής Πενταράς και Χαράλαμπος Καραμανλής, μια νύχτα, έτσι για να κάνουν χάζι, βλέποντας ένα πλοίο στον ορίζοντα της θάλασσας να έρχεται από νότια με καυεύθυνση τη δύση, σκέφτηκαν να πάρουν τη βάρκα να το εύρουν, να το ειδούν το πλοίο από κοντά. Χωρίς να χασομερούν, έλυσαν τη βάρκα, και ξανοίχτηκαν στα βαθιά. Σαν έκοψαν κάμποσα μίλια, έσπασε ένα κουπί. Τι να κάμουν, εσκέφτηκαν να βουτήξουν στη θάλασσα με τη σειρά, και κολυμπώντας να σπρώξουν τη βάρκα, να την βγάλουν στη στεριά. Αλλα ο Κώστας Λιασιδης που φοβόταν τους καρχαρίες και δεν ήθελε να βουτήξει, τους είπε μια έξυπνη ιδέα, να κάτσουν στις μεριές της βάρκας, να κωπηλατούν με τα χέρια, έτσι και έκαμαν. 

Η ωρα ήταν 11.00 βράδυ, ως τα ξημερώματα τα κατάφεραν, και αφου έδεσαν τη βάρκα στον τόπο της πήγαν για ύπνο. 

Την άλλη μέρα ο Σωτήρης βλέποντας το σπασμένο κουπί, ρώτησε και ανακάλυψε τους δράστες.

Θέλοντας να τους δώσει ένα διδακτικό μάθημα, ένα πρωινό περίμενε στο Δήμα ώσπου ανέφανε ο Κωστής ο Τσιάκκος ερχόταν να ζέξει τον γάιδαρο να γυρίσει το αλακάτι και να ποτίσει το χωράφι. 

 Έλυσε το γαϊδούρι ο Σωτήρης, το καβαλίκεψε και ξεκίνησε κατα τη μεριά της Πάφου. Ο Κωστής βλέποντας τον, τον τρέχει, τον φτάνει, τον ρωτάει γιατί πήρε το γάιδαρο του χωρίς να ρωτήσει. Και τότε ο Σωτήρης με απάθεια τάχατες στο πρόσωπο, του απαντά: «Αγαπητό μου παιδί, πήρα τον γάιδαρο διότι βγήκε ένας καινούργιος νόμος από την κυβέρνηση, που λέει ότι ο ένας μπορεί να παίρνει τα πράματα του άλλου χωρίς να ερωτά. Και εσείς προχθές κάνατε το ίδιο με την βάρκα μου. Χωρίς να ερωτήσετε την πήρατε,  της κάνατε από πάνω ζημιά, και ούτε λόγο δεν δώσατε σε κανένα. Έτσι αγαπητό μου παιδί για να σου δώσω πίσω το γάιδαρο σου, πρεπει να φέρετε άλλο κουπί». 

Παει ο Κωστής, βρίσκει τους άλλους και όλοι μαζί θέλοντας και μη, αγόρασαν άλλο κουπί και αποκατέστησαν τη ζημιά που προκάλεσαν.

 

  Ο Χ΄Φίλιππος

«Ήτο άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνη "ευκολίας" εις χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του αλωνίου. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν ελαίου ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην»… (Α. Παπαδιαμαντης).

Ο ξακουστός νομοθέτης της αρχαιότητος Σόλων ο Αθηναίος, θέσπισε τον νόμο των Σεισαχθείων, λέξη που σημαίνει απόσειση του βάρους, δηλαδή κατήργησε όλες τας κτηματικές υποθήκες, ώστε να μην έχουν το δικαίωμα οι δανειστές να παίρνουν τις περιουσίες των δανειζομένων.

Γεννήθηκε και έζησε στην κοινότητα της Χλωρακας τέλη 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ου. Ήταν φτωχός βιοπαλαιστής και είχε για ασχολία ένα μικρό καφενείο που ήταν και μπακάλικο ταυτοχρόνως, αλλά επειδή δεν έβγαινε το ζην, ησχολείτο και με την καλλιέργεια της γης. Είναι από αυτήν που έκαμε το κυρίως ξεκίνημα του, ώστε να καταληξει ένας πλούσιος άρχοντας με πολλά λεφτά και αμέτρητη περιουσία την οποίαν κατέχουν μέχρι σήμερα κατά μεγάλας εκτάσεις οι απόγονοι του. Ήταν μια δίσεκτη χρονιά που όλα τα γεωργικά προϊόντα  αν και φτηνά, ήσαν αδιάθετα διότι ήτο η φτώχια μεγάλη και δεν υπήρχαν χρήματα για αγορά αγαθών. Σε αυτή τη συγκυρία, ο Χ΄ Φίλιππος εφύτευσε έναν απέραντο κάμπο με κρεμμύδια. Επειδή τις προηγούμενες χρονιές αυτά έμεναν αδιάθετα και απούλητα, αυτήν την σαιζόν δεν εφύτευσαν άλλοι, έτσι εναπομένων αυτός μόνος να είναι κάτοχος μεγάλων ποσοτήτων αυτού του αγαθού ανά την Κύπρο, τα εμοσχοπώλησε. Πήρε πολλά λεφτά, τα εφύλαξε, αλλά μέρος αυτών τα εχρησιμοποίησε ώστε να εμπλουτίσει το στοκ εμπορευμάτων εις στο κατάστημα του. Ο κόσμος δεν είχε να φάει, δεν υπήρχαν δουλειές, ούτε αρκετή βροχή να σπείρουν ή να φυτευόσουν, ώστε έπρεπε να ψωνίζουν βερεσιέ. Οι φτωχοί βιοπαλεστές ζητούσαν από αυτόν, και με συμφωνία αναμεταξύ τους, το βερεσιέ έπρεπε να επιστραφεί με τόκο. Αφου είχε πολλά χρήματα πλέον, μπορούσε και έδινε απεριόριστο βερεσιέ στους κατοίκους όλους, αργότερα επεκτάθηκε  στα δάνεια χρημάτων με τόκο, σε σημείο ώστε να λειτουργεί ως τράπεζα. Τα χρόνια τα δύσκολα ήσαν πολλά, έτσι που ο Χ’ Φίλιππος είχε στη διάθεση του αρκετό καιρό για να κάνει τον Τραπεζίτη. Μάζεψε πολλά χρήματα και περιουσία, εγινε ξακουστός σε όλη την Πάφο, και έκανε πελάτες από άλλες κοινότητες, ακόμα είχε πελάτες Τούρκους που ερχόντουσαν σε αυτόν για να δανειστούν. 

Οι απόγονοι του σήμερα διηγούνται ότι ήταν ένας συνήθης άνθρωπος που είχε καλοσύνη, και δεν έπραττε ως οι σημερινές τράπεζες οι οποίες παίρνουν τις περιουσίες αυτών όσων δεν πληρώνουν. Σε πολλούς χαρίστηκε, και σε πολλούς έδωσε βοήθεια. Αλλά το κυριότερο, υπήρξε ο Χ’ Φίλιππος μεγάλος δωρητής και ευεργέτης στο ανοικοδόμηση της μεγάλης εκκλησίας της Χλώρακας, της Παναγίας της Χρυσοαιματούσης μετά το χάλασμα της απο τον μεγάλο σεισμό του 1953. 

Ήταν την χρονιά του 1958, λίγο πριν το τέλος του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, καβαλίκεψε τον γάιδαρο  του και κίνησε κατά την πόλη του Κτήματος όπως έκανε κάθε μέρα. Είχε συνήθειο να πηγαίνει κάθε πρωί στην οδό Φελάχογλου, μια γειτονιά με Τούρκους, να βάζει το κτηνό στο χάνι αφου πλήρωνε μιαν πακκίρα για τούτο, και να κάθεται στο Τούρκικο καφενείο να πίνει καφέ και ναργιλέ. Την εποχή εκείνη υπήρχε κόντρα μεταξύ Ρωμιών και Τούρκων, όμως αυτός έλεγε ότι δεν φοβόταν, και τους εμπιστευόταν. Μέσα σε εκείνο το καφενείο που σήμερα ονομάζεται «Κληματαριά» και είναι σουβλατζίδικο, συναντιόταν με πελάτες και συνδιαλλαζόταν μαζί τους. Εκείνο το μοιραίο πρωινό ένας νεαρός Τούρκος του έστησε καρτέρι πίσω από τον τοίχο του Τούρκικου νεκροταφείου. Σαν σίμωσε με τον γάιδαρο του, πετάχτηκε, άρπαξε το ζώο από τα γκέμια, ανέσυρε πιστόλι, το ακούμπησε στο πρόσωπο του Χ΄Φίλιππου και πυροβόλησε. Ήξερε καλά τη δουλειά του, δεν υπήρχε σωτηρία, δεν επρόκειτο να επιζήσει. Ήταν όμως ο Χ΄Φίλιππος πολύ σκληρός και δεν τα έβαλε κάτω. Συνέχισε την πορεία του προς στο Τούρκικο καφενείο όπου ήξερε ότι θα έβρισκε βοήθεια. Τα κατάφερε, και Τούρκοι φίλοι του τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Τον ρώτησαν ποιός τον πυροβόλησε, αλλά δεν μπορούσε να απαντήσει, είχε φάει την σφαίρα στο στόμα. Δεν άντεξε, σε λίγη ωρα πέθανε. Μετά τον θάνατο του, όπως καταμαρτυρούν συγγενείς του, στο δεφτέρι που κατέγραφε τα δανικά που έδινε, υπήρχε υπόλοιπο να παίρνει από τους Τούρκους το τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη, των δεκατρεισήμισι χιλιάδων λιρών. Είχε επίσης στο σπίτι του ποσό άλλων τρεισήμισι χιλιάδων λιρών. Μετά τον σκοτωμό του από τους Τούρκους, θεωρήθηκε ήρωας γιατί εκείνο τον καιρό οι Ελληνοκύπριοι πολεμούσαν τους Εγγλέζους για την Ελευθερία τους, ενώ οι Τούρκοι ήσαν σύμμαχοι με τους Άγγλους, τους εβοηθούσαν, και ήσαν εχθροί των Ελλήνων.

 Υστερόγραφο: Στην περιοχή της Βρύσης υπήρχε μια μεγαλη πέτρα, όπου σε αυτήν υπήρχε σκαλιστή μια θύρα, δηλαδή μια θολωτή εισδοχή μέσα στην πέτρα, σαν παράθυρο εκκλησίας. Η πέτρα αυτή ήταν μέρος τοίχου κάμαρης που βρισκόταν στο ύψωμα δεξιά της Βρύσης, στην περιοχή «Χρυσός», όνομα που προήρθε γιατί στη γη εκεί υπήρχε χρυσάφι κατά πως λέει σε βιβλίο του ο Χρίστος Μαυρέσης, ή κατά άλλους μέσα σε αυτήν την κάμαρη εργαζόταν ως χρυσοχόος παλιός κάτοικος. Σε σεισμό που εγινε στα πολύ παλιά, κύλησε αυτή η πέτρα δίπλα στην Βρύση. Είναι η πέτρα που σε αυτήν τοποθέτησαν τον Άγιο Υπάτη, και όσα μωρά δεν μπορούσαν να περπατήσουν, τα έπαιρναν οι μανάδες τους και τα γύριζαν λιτή γύρω από αυτήν, ώστε να τα βοηθήσει ο Άγιος να περπατήσουν γρήγορα. Η θύρα ήταν ξεχωριστή πέτρα και ήταν σφηνωμένη μέσα σε εισδοχή άλλης πέτρας, που ήταν ειδικά σκαμμένη και τέλεια εφηρμοσμένη, ώστε να αποτελούν ένα μέρος, και να μην ξεχωρίζουν. Λέγεται ότι πίσω από την θύρα υπήρχε κρύπτη, και σε αυτήν φύλαγε τα χρυσαφικά του ο παλιός χρυσοχόος της Χλώρακας. Λέγεται επίσης ότι ο Χ΄Φίλιππος το ανακάλυψε, άνοιξε την κρύπτη και μέσα βρήκε πλάκες χρυσού. Ορισμένοι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι είναι με αυτό τον τρόπο που απέχτησε τα πρώτα του λεφτά, και όχι πουλώντας κρεμμύδια.

 

ΣΤΟ ΛΑΟΥΜΙ 

Στη ποταμιά που κατεβαίνει από το Α δημοτικό σχολείο της Χλώρακας και καταλήγει στη θάλασσα Ροδαφίνια, η περιοχή που ευρίσκεται η βρύση «Καμαρούϊν», ήταν καταπράσινη από θεόρατα δένδρα, από δρύες και τρεμιθιές. Είχε μπόλικο τρεξιμιό νερό, και η περιοχή το 1938 ανηκε στον Νικόλα Νικολούι. Εκείνη τη χρονιά είχε φυτέψει λουβιές, είχαν μεγαλώσει, και ήσαν φορτωμένες καρπό. 

Ο Γιώρκος Νικόλα Πολεμίτης που ήταν αναγιωτός του Νικολουθκιού, είδε μια μέρα ένα κοπάδι πρόβατα να βόσκουν μέσα στο περβόλι και να τρώνε τη φυτεία. Έτρεξε φωνάζοντας και προσπαθώντας να τα διώξει, οπότε κάτω από τη γη ακούει να βγαίνει μια φωνή που φώναζε βοήθεια. Κοίταξε μια από δώ, μια από κεί, δεν έβλεπε τίποτα. Έψαξε και αφουγκράστηκε καλά από πού ακουγόταν η φωνή, είδε μια τρύπα μέσα στη γη  και από εκεί να έβγαινε η αγωνιώδη φωνή. 

Ήταν μια μεγάλη τρύπα σκαμμένη μέσα στη γη, και σκύβοντας είδε μέσα σφηνωμένο τον Φυτό του Λεωνή τον βοσκό του κοπαδιού που μόνο του χωρίς φύλακα έτρωγε την ρέντα.

Ήταν το λαγούμι που τροφοδοτούσε την βρύση με νερό και είχε σκάσει γιατι ήταν ξέβαθο και η γη μαλακή.

Έσκασε το χώμα που πατούσε, και ο άτυχος βοσκός εγκλωβίστηκε μέσα στη γη χωρίς να μπορεί να βγει. 

Ήταν τυχερός, σφηνώθηκε και δεν έπεσε στα βαθειά ώστε να χαθεί μέσα στα βάθη και στα σκοτάδια του λαγουμιού και να μην τον βρει κανένας. 

Τον βρήκε ο Πολεμιτης, φώναξε και άλλους για βοήθεια και τραβηξαν τον άτυχο βοσκό και τον ανέσυραν από τα βάθη της γης.

Δημοσίευμα της αφημερίδας Ανεξάρτητος του 1938 σε σχέση με το γεγονός:

ΧΛΩΡΑΚΑΣ,22 (Εκτάκτου ανταποκριτή).

Παρ ολίγον να ελάμβανε χώραν το απόγευμα της προχθές Δευτέρας τραγικό δυστύχημα εις Χλώρακα με θύμα νεαρόν ποιμένα, υπο τάς ακολούθως περιστάσεις:

Κατά το απόγευμα της προαναφερθήσας ημέρας, ενώ ο εκ του χωρίου μας δεκαεξαετής ποιμήν Νεόφυτος Λεωνίδα έβοσκε τα πρόβατα του εις την τοποθεσίαν Καμαρούδι, το έδαφος υπεχώρησεν αιφνηδίως και ο ατυχής ποιμήν ευρέθη εις υπόγειον γαλαρίαν πλήρη ύδατος και βάθους πέντε ποδών. Ο ατυχής Νεόφυτος ήρχισε αμέσως να κραυγάζη εις βοήθειαν, πλήν, όμως, λόγω του ερημικού του τόπου, ουδείς τον ήκουε, εκινδύνευε δε, τον έσχατον κίνδυνον. Ευτυχώς δι αυτόν τα πρόβατα του παραμείναντα ακυβέρνητα εισήλθον εις μέρος απηγορευμένον δια βοσκήν, επισύραντα ούτω την προσοχήν του επίσης εκ Χλώρακας Γεωργίου Νικόλα, ο οποίος εν τη προσπαθεία του όπως εκβάλει εκ της απηγορευμένης περιοχής τα προβατα, αντελήφθη τον Νεόφυτον εντός της γαλαρίας. Αμέσως ούτος εκάλεσε και άλλους συγχωρίους του, τη βοηθεία των οποίων ο ποιμήν ανεσύρθη. 

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ 

Όταν η Ελλάς μπήκε σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, παραλήρημα ενθουσιασμού εξαπλώθη στην Κύπρο, και νέοι απ όλο το νησί έτρεξαν να στρατευθούν. Περισσότεροι από 30.000 Κύπριοι κατετάγησαν στο Κυπριακό σύνταγμα υπό την διοίκηση  Άγγλων ως εθελοντές για να πολεμήσουν τούς Γερμανούς. Εξ αυτών 30 ήσαν Χλωρακιώτες, και ένας, ο Μενέλαος Αριστείδης από το 1939 πρώτος απ όλους κατετάγει και μετεφέρθει πρώτα στην Αίγυπτο για εκπαίδευση και ύστερα στην Ελλάδα όπου έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Με αγάπη και ενθουσιασμό, μαζί με τους άλλους Έλληνες προσέτρεξε για να πράξει το καθήκον του απέναντι των ανθρώπων.  

Σε ατμόσφαιρα ηρωική και με αναβαπτισμένο το  πνεύμα, μέσα στο μεθύσι των μαχών, χωρίς να λογαριάζει τις ταλαιπωρίες του πολέμου έπραξε ακέραια το καθήκον του, πολέμησε με όλες του τις δυνάμεις ενάντια στον Φασισμό πρώτα του Μουσολίνι, και ύστερα του Χίτλερ.  

Όταν η Ελλάς ηττήθει από τους Γερμανούς, όσοι Κύπριοι δεν αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό, πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης και στην Αίγυπτο, ή παρέμειναν στην Ελλάδα και πήραν μέρος στην Αντίσταση. Η Κύπρος έγινε εκείνη την εποχή καταφύγιο χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων και Άγγλων στρατιωτών. Ο Μενέλαος Αριστείδου τις τραγικές ήμερες του 1941 της παράδοσης της Ελλάδος στους Γερμανούς, υπηρετούσε στην Καλαμάτα. Μαζί με άλλους πατριώτες επιβιβάσθει σε Αγγλικό πολεμικό πλοίο και μετεφέρθησαν στην Αίγυπτο όπου εκεί εσυνέχισαν την αντίσταση τους ενάντια στον Χιτλερικό φασισμό. 

Το καλοκαίρι του 1942 ο Άξονας υπό την αρχηγία του Ρόμελ εισέβαλε στην Αίγυπτο με σκοπό την κατάληψη της διώρυγας του Σουέζ. Οι Βρετανοί στη προσπάθεια τους να σταματήσουν την επέλαση, ανεπτύχθησαν και οχύρωσαν τη περιοχή γύρω από το Ελ Αλαμέιν. Εκεί διεξήχθησαν δύο μεγάλες μάχες, η πρώτη τον Ιούλιο, και η δεύτερη τον Οκτώβριο του 1942. Στην πρώτη μάχη σταμάτησε προσωρινά η επέλαση των δυνάμεων του Άξονα στην Αίγυπτο, ωστόσο με μεγάλες απώλειες καθώς σκοτώθηκαν πάνω από 13.000 στρατιώτες των Συμμάχων και 17.000 στρατιώτες του Άξονα, Ιταλοί κυρίως.  Στη Δεύτερη μάχη μετά από πολλές συγκρούσεις και μεγάλες απώλειες, 13.500 για τους Συμμάχους, 30.000 για τον Άξονα, οι δυνάμεις του Άξονα υποχώρησαν στην Τυνησία 

όπου και οι εναπομείναντες στρατιώτες παρεδόθησαν στους συμμάχους στις αρχές του 1943.

Οι μάχες της Ερήμου ήταν πολύ δύσκολες, περπατούσαν μέσα στην Έρημο τεράστιες αποστάσεις, οι μάχες αδυσώπητες, πολλοί ήσαν που άφησαν την ζωή τους μέσα στην καυτή έρημο ειτε γιατί είχαν χαθεί, ή σκοτωθεί. Ήταν πορείες αναγνώρισης και διείσδυσης στις περιοχές του εχθρού που διαρκούσαν πολλές ημέρες και εβδομάδες. Σε δυο πορείες αναγνώρισης, μια στην πρώτη μάχη και άλλη στην δεύτερη, η διμοιρία του Μελή Αριστείδου χάθηκε,  πέρασε ένας μήνας περίπου την κάθε φορά χωρίς σημεία αναφοράς, όλοι υπολόγισαν ότι σκοτώθηκαν ή πέθαναν χαμένοι στην αχανή έρημο. Κηρύχτηκαν ως απολεσθέντες, εστάλει δε επίσημος επιστολή στις οικογένειες τους ότι ήσαν αγνοούμενοι. Και τις δυο φορές η διμοιρία επέστρεψε στη βάση της και στο τάγμα όπου ανήκε, αλλά ήταν ένα τεράστιο βάσανο για τις οικογένειες αυτών των ανθρώπων όπου κατά την διάρκεια λίγων μηνών, πληροφορήθηκαν δύο φόρες ότι οι άνθρωποι τους ήσαν αγνοούμενοι πολέμου, κάτι που ήταν απολύτως σίγουρο για όλους ότι αυτό σήμαινε δεν ευρίσκονταν εν ζωή. Τέλειωσε ο πόλεμος, επέστρεψαν οι αγωνιστές ήρωες στα σπίτια τους με μονο κέρδος αμέτρητα παράσημα και μνείες γενναίου πολεμιστή, χωρίς άλλο κέρδος, είχαν μέσα τους όμως καμάρι ότι έλαβαν μέρος σε ένα Επικό αγώνα που όμοιος του δεν ξανάγινε στην ανθρωπότητα ολόκληρη. Δεν ήταν μόνο η φιλοπατρία και ο ηρωισμός της φυλής η κινητήρια δύναμη που τους έκαμε να συντρέξουν στα πολεμικά μέτωπα της μητρόπολης πατρίδας, ήταν και ο πόθος μαζί με την ελπίδα να συμπορευθούν σε μια κοινή μοίρα με τους υπόλοιπους Έλληνες, να πάψουν να είναι οι αποκομμένοι αδελφοί, να ενωθούν με τον εθνικό κορμό.

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ Χ΄ ΑΝΤΩΝΗΣ

Πρόλογος από τον συγγραφέα:

Οι αφανείς ήρωες είναι αυτοί που έδωσαν χωρίς να ζητήσουν τίποτα, είναι αυτοί που άφησαν τις εργασίες τους όταν το καθήκον τους κάλεσε και που με αυταπάρνηση και γενναιότητα έδωσαν ότι μπορούσαν για την πατρίδα. Και ύστερα, χωρίς να ζητήσουν τίποτα, γύρισαν στις δουλειές τους, στη φτώχεια τους και στις οικογένειες τους προσπαθώντας από την αρχή να περιμαζέψουν την άχαρη ζωή τους, να βρουν ένα πιάτο φαί να δώσουν στα πεινασμένα παιδιά τους. Γνωρίζοντας το μέγεθος της προσφοράς τους, χωρίς να υπερηφανε-ύονται και χωρίς να αποζητούν την δόξα ή την αναγνώριση, δεν διαλάλησαν τα κατορθώματα τους, δεν ζήτησαν αναγνώριση και τιμή, ούτε και αποπληρωμή. 

Άλλωστε ότι έκαναν, δεν ήταν περί χρήμασης και δόξης, απλά ήταν το καθήκον τους, έτσι θεώρησαν, έτσι έπραξαν, ήταν γι αυτους μια αυτονόητη συμπεριφορά που την έμαθαν από τους γονιούς τους, που και αυτοί από τους δικούς τους. Είναι αμέτρητοι οι ήρωες και οι αγωνιστές του Αγώνα της ΕΟΚΑ που βυθίστηκαν στη λησμονιά και αφέθηκαν άγνωστοι και αμνημόνευτοι από τις επίσημες αρχές έως και τις μέρες μας. Στόχος της 

συγγραφικής μου αυτής προσπάθειας, είναι να καταγράψω και να τεκμηριώσω τη δράση αυτών των ανθρώπων ώστε να αποδοθεί ελάχιστος φόρος τιμής στους ίδιους και στους συγγενείς τους, όπως και στους τόπους που έζησαν, διότι ήταν αυτές οι συμπεριφορές των απλών κυρίως ανθρώπων που με την προσφορά τους αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους. Ο κύριος λόγος που με ώθησε να ασχοληθώ με την ιστορία αυτή, ήταν η διαπίστωση ότι η δράση αυτού του ανθρώπου εν πολλοίς παραμένει άγνωστη και ότι υπάρχει εις γνώσιν, εάν δεν καταγραφεί, θα απολεσθεί. 

Ο Λεωνίδας Χ΄Ανωνης ή άλλως Πεγειωτης, γεννήθηκε στην Πεγεια, και μετοίκησε στην Χλωρακα το 1935. Παντρεύτηκε την Δεσποινου, το γένος Δημητρού, και δημιούργησε οικογένεια αποτελούμενη από 5 θυγατέρες, χωρίς να αποκτήσει αρσενικό παιδί ως ήτο το όνειρο του, παρέμεινε όμως πιστός οικογενειάρχης μεγαλώνοντας τις όμορφες κόρες του ανάμεσα στις μεγάλες δυσκολίες εκείνες της φτώχειας που κυριαρχούσαν στην τότε εποχή.

 

Στην προσπάθεια μου να καταγράψω την δράση του και τον βίο του, κατέφυγα στην μικρότερη του κόρη την Αθθούλλα, η οποία πολύ παραστατικά, διηγείται:

 

Γράφει η Αθθούλα Χ" Αντώνη: 

Ο πατέρας μου ο Λεωνίδας Χ'Άντώνης Πεγειώτης, έτσι τον έλεγαν, γιατί καταγόταν από την Πέγεια και μετά παντρεύτηκε στην Χλώρακα. Ήταν άτομο δραστήριο, δυναμικό και ριψοκίνδυνο. Μου διηγόταν πολλές ιστορίες από την ζωή του. Μια από αυτή ήταν και η δράση του για την Ε.Ο.Κ.Α. Όταν ξεκίνησε ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α., οι αγωνιστές επισκέφτηκαν τον "σπήλιο" που υπάρχει δίπλα από το σπίτι μας. Ήρθαν τον είδαν, τον μελέτησαν και είπαν, πράγματι είναι ιδανικός για τις δραστηριότητες μας. Όταν ρώτησαν τον πατέρα μου εάν δέχεται να τον χρησιμοποιήσουν για τις δραστηριότητες τους, ο πατέρας μου τους απάντησε: " Όχι μόνο δέχομαι, αλλά θα γίνω και 'γώ συνεργός μαζί σας".

Μετά απ'όλα αυτά, εμάς, μας μετέφερε κάτω στο χωράφι, στα παλιόκαστρα, όπου εγκατασταθήκαμε στο κάτω σπίτι, ενώ στο άλλο πάνω, έμειναν αργότερα άλλοι αγωνιστές. Εν τω μεταξύ, στο χωριό άρχισε αμέσως το κτίσιμο του τοίχου γύρω - γύρω από το σπίτι μας, γιατί μέσα στην αυλή είχαμε πηγάδι με νερό και όλες οι γειτόνισσες έρχονταν εκεί για να βγάζουν νερό για το νοικοκυριό τους. Μέχρι τότε, είχε βάλει ένα ξωπόρτι και το κλείδωνε.

Μία μέρα κάποια θεία μου, λέει: "Τόσο νερό ο "λάκκος" και εγώ να γυρίζω να βρω από αλλού νερό;" Και προσπαθεί από μία τρύπα να βγάλει νερό και είδε όλους τους αγωνιστές ξαπλωμένους μέσα στην αυλή. Και λέει: "Είχε δίκαιο ο Λεωνίδας που κλειδώνει το ξωπόρτι τελικά".

Μετά άρχισαν να καθαρίζουν τον "σπήλιο" και όταν καθαρίστηκε, άρχισε ο εξοπλισμός από στρώματα, λάμπες και διάφορα άλλα πράγματα πρώτης ανάγκης.

Στο σπήλαιο φιλοξενήθησαν αμέτρητοι αγωνιστες καταζητουμενοι αντάρτες της ΕΟΚΑ. Ένας από αυτους ήταν και ο Χρίστος Κκελης, όταν ύστερα από ενέδρα στην περιοχή Καμήλα, εγινε αντιληπτός, και κρυβόταν ώστε να μην συλληφθεί. Ο πατέρας μου έλεγε στην μαμά μου: "Δεσποινού, τώρα είναι και αυτοί σαν παιδιά μας και πρέπει να τους τροφοδοτούμε και να τους βοηθούμε". Και τους έσφαζε κότες, τους έδινε κονσέρβες και διάφορα άλλα τρόφιμα. Τα φόρτωνε στο γάίδουράκι που είχαμε και κάθε απόγευμα τους τα έπαιρνε στο χωριό. Οι αδερφές μου, μικρές και αυτές, διερωτούνταν πού έπαιρνε κάθε μέρα όλα αυτά τα φαγητά, αλλά απάντηση δεν έπαιρναν.

Πάνω από το στόμιο του "σπήλιου", έβαλαν ένα αποχωρητήριο "καθιστό" και όταν έφτανε ο πατέρας μου με τα φαγητά, τους έλεγε ένα σύνθημα που είχαν συμφωνήσει, σήκωναν το αποχωρητήριο και κατέβαζαν τα φαγητά με το καλάθι.

Στεναχωριόταν πολύ ο πατέρας μου για τις συνθήκες επιβίωσης των αγωνιστών. "Ούτε ποντίκια δεν μπορούν να ζήσουν εκεί από την μούχλα", έλεγε.

Τα παλληκάρια όμως άντεξαν, επιβίωσαν και με τον αμυδρό φωτισμό των φαναριών, κατάφεραν και κατασκεύαζαν πυρομαχικά και βόμβες, τα οποία τα διένεμαν. Μία άλλη μέρα, του φόρτωσαν το γαϊδούρι μας οπλισμό και του είπαν: Λεωνίδα να τα πάρεις σε κάποιο σπίτι που του κατονόμασαν, του έβαλαν και αρκετά χόρτα από πάνω και ξεκίνησε. Φτάνει στο σπίτι, χτυπά την πόρτα και ανοίγει ένας Τούρκος αστυνομικός. Ευτυχώς δεν τα έχασε και του λέει: "Συγνώμη, έφερα κάτι χόρτα σε κάποιον και έχασα το σπίτι". "Πήγαινε - πήγαινε δεν είναι εδώ", του απαντάει ο αστυνομικός.

Έτυχε πολλές φορές αυτό το σκηνικό. Να του φορτώνουν το γαϊδούρι, με οπλισμό και να τον στέλνουν πότε εδώ, πότε εκεί. Όπου του έλεγαν τα έπαιρνε.

Μια μέρα του γέμισαν μια σακούλα και του είπαν: "Να τα πάρεις στο τάδε καφενείο, να τα βάλεις σε μια γωνιά, να τα αφήσεις εκεί και κάποιος θα έρθει να τα πάρει". Ο πατέρας μου λέει: "θα καθήσω να δω ποιος θά'ρθει να τα πάρει". Από περιέργεια μόνο. Σε λίγη ώρα, ήρθε κάποιος άγνωστος, πήρε την σακούλα με τρόπο και έφυγε.

Εν τω μεταξύ, στο πάνω σπίτι στα παλιόκαοτρα, είχε άλλους αγωνιστές. Μια Κυριακή σαν ήταν στην εκκλησία, έρχεται κάποιος και του λέει: "θκειέ Λεωνίδα βούρα, τζαι τα κοπέλια έφυγαν τζαι αφήκαν τα ούλλα πεταμένα χαμέ. Οι πόμπες εν σκεπασμένες μέσα στο κόπρι τζιαι αν κάμουν έκρηξη κατήσιη μας". Πάει ο παπάς μου τρεχάτος, βλέπει τις πόρτες ανοικτές, τα όπλα πεταμένα χάμω. Τα μαζεύει, τα βάζει μέσα στις σακούλες και τα κατεβάζει μέσα στο "λάκκο" που είχε "λαούμια". Βγαίνει, μαζεύει και τις βόμβες -ευχή θεού που δεν έκανε έκρηξη- και τις κατεβάζει και αυτές μέσα στο "λάκκο".

Και όλα αυτά να τα κάνει μη έχοντας ιδέα για το τι συμβαίνει και να σπάζει το κεφάλι του όλο το βράδυ, γιατί να φύγουν με αυτό τον τρόπο και να μην πάρουν ούτε τα παπούτσια τους.

Την επόμενη μέρα, σηκώνεται πρωί-πρωί, και πηγαίνει να μάθει τι συμβαίνει. Τελικά μαθαίνει πώς, μία φάλαγγα αυτοκίνητα από Εγγλέζους, ερχόταν κατά πάνω τους, αυτοί νόμισαν πώς ήταν προδομένοι και γι'αυτό έφυγαν άρον-άρον, χωρίς να πάρουν ούτε τα παπούτσια τους.

Ήρθαν στο χωριό και πήγαν στο σπίτι του Χριστόδουλου της θεκλούς της Ασπασίας (Τοουλαρά), και ζητούσαν παπούτσια να φορέσουν, που γέμισαν τα πόδια τους αγκάθες.

Τελικά η φάλαγγα, ήταν περαστική.

Σε περίπτωση προδοσίας όμως, ποιος θα ήτανε ο κύριος ύποπτος; Ο Λεωνίδας Χ'Άντώνης.

Υπάρχουν πολλά άλλα περιστατικά, αναφέρω όμως αυτά που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό.

Μια άλλη μέρα, τους έπεσαν κάτι απόρρητα χαρτιά μέσα στο "λάκκο". Κανένας δεν τολμούσε να κατέβει. Φωνάζουν του παπά μου, κατεβαίνει, τους τα βγάζει και τα απλώνει ένα-ένα στον ήλιο να στεγνώσουν. Οι αδερφές μου περίεργες, πηγαίνουν να δουν τι γράφουν τα χαρτιά. Με το που τις βλέπει ο πατέρας μου, τους βάζει τις φωνές και έγιναν καπνός.

Ένα άλλο περιστατικό, ήταν που προδώθηκε ο "σπήλιος". Γέμισε η αυλή με Εγγλέζους και αυτοκίνητα. Ο πατέρας μου έτυχε να ήταν μέσα στο σπίτι. Κοιτάζει από ένα παραθυράκι και βλέπει την αυλή γεμάτη Εγγλέζους. "Παναγιά μου", λέει. Πάγωσε δεν ήξερε τι να κάνει. Από τον φόβο του άρχισε να χτυπιέται. Βρίσκει μια μπουκάλα κονιάκ. Δεν είχε ούτε κλειδί να την ανοίξει. Βάζει ένα μαξιλάρι στον τοίχο, την χτυπά να ανοίξει και την πίνει μονορούφι.

"Αν δεν ήταν κόρη μου", μου είπε εκείνο το κονιάκ, θα πέθαινα.

Μετά οι Εγγλέζοι άνοιξαν την πόρτα και βλέπουν έναν άνθρωπο να χτυπιέται. Τον έσωσε όμως μία φωτογραφία του βασιλιά της Αγγλίας που είχαμε πάνω στον τοίχο.

Μια μέρα μας είπε: "Αυτή την φωτογραφία του βασίλιά, αφήστε την πάνω στον τοίχο για να "γελούμε" τους Εγγλέζους". Πράγματι είχε φώτιση θεού. Αφού μόλις βλέπουν την φωτογραφία και τον άνθρωπο να χτυπιέται, γύρισαν έκλεισαν την πόρτα, και έφυγαν.

Όσον αφορά τους αγωνιστές, είχαν ευτυχώς ειδοποιηθεί για την προδοσία του "σπήλιου" και έφυγαν.

Τέτοια παραδείγματα όπως και ο πατέρας μου είμαι σίγουρη πως υπάρχουν σε πολλές κυπριακές οικογένειες. Και αυτό που με λυπεί ιδιαίτερα, είναι πως τα ονόματα αυτά δεν αναφέρονται πουθενά, ούτε σε βιβλία, ούτε και κάπου αλλού, ενώ γράφονται τόσα πολλά. Και έτσι χάνεται και το ακριβές νόημα, μερικές φορές, και της ιστορίας.

Ήρωας δεν γεννιέται κανείς. Ήρωας γίνεσαι μέσα από πράξεις και θυσίες. Και για εμένα ο δικός μου ήρωας ήταν ο πατέρας μου. 

 

Ας είναι αιωνία του η μνήμη και ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει, με αξέχαστη αγάπη, η κόρη του Ανθούλα Λεωνίδα Χ'Άντώνη.

 

 

Μέρος ΣΤ΄

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους 

Τα παραμύθια δεν είναι μόνο ιστορίες παιδικές,  κάποτε θεωρούνταν λόγια της φαντασίας και κυρίως ήταν οι μεγάλοι αυτοί που μοιράζονταν τις ιστορίες. Η ιστόρηση των παραμυθιών γίνεται για να περνά ευχάριστα η ώρα, αλλά και για να μεταδίδει γνώσεις ιστορικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές. 

  

Περιεχόμενα:

 

1. Ο ποταμός της Βρέξης

2. Το αυλάκι της Ρήγαινας στη Χλώρακα, ο μύθος - Το αυλάκι της Χλώρακας, το παραμύθι

3. Ο Βασίλης ο ψαράς 

4. Το γενναίο Βοσκόπουλο και η γριά Μάγισσα, μια παραλλαγή ξένου παραμυθιού.

5. Το χωραφι της Αλιπατούς

6. Ο καλός Μυλωνάς και η πριγκίπισσα

7. Παραμύθι, ο ραφτάκος (διασκευή από ξένο παραμύθι)

8. Ο σκλάβος (διασκευή από ομώνυμο Ακριτικό ποίημα) 

 

Ο ποταμός της Βρέξης

Μιά φορά ήταν ένας ποταμός, ήταν ο ποταμός της Βρέξης έτσι τον έλεγαν, που έτρεχε ήρεμα μέσα σε ένα ξέβαθο φαράγγι. Τα νερά του ήταν καθαρά και μέσα ζούσαν ψάρια και βατράχια. Επειδή ήταν αβαθής, οι άνθρωποι τον περνούσαν χωρίς να στήνουν γέφυρες, κάποτε πηδώντας, κάποτε ρίχνοντας μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες φτιάχνοντας δρόμους, έτσι που να μην βρέχονται από τα ήρεμα και αργά νερά του. Τα ζώα τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, και από αυτόν ποτίζονταν άμα διψούσαν. Ξεκινούσε ο πόταμος από τα ψηλά βουνά και κατέληγε στη θάλασσα , πριν από αυτήν ήταν στενός και δύσβατος με καλαμιώνες βάτα και άλλα δένδρα που βλάσταιναν στα πλευρά του, αλλά λίγο πριν ενωθεί με τα αλμυρά νερά, πλάταινε και άνοιγε, σχημάτιζε μια μεγαλη ήρεμη και αβαθή λίμνη πανω στην άμμο του γιαλού. 

Δίπλα του ποταμού τα χωράφια ήταν πέτρινα, ήταν καυκάλλες, δεν μπορούσαν να οργωθούν ούτε να καλλιεργηθούν. Κάτω στην τέλειωση του ποταμού που άρχιζε η θάλασσα, είχε ένα μικρό κομμάτι γης που ήταν μονο χώμα, εκεί έφτιαξε ένα μικρό περβόλι ένα φτωχό ορφανό κοπέλλι που δεν είχε άλλη στον ήλιο μοίρα. Με τα χέρια το καλλιεργούσε, με τα χέρια κουβαλούσε νερό και το πότιζε. Ήταν μια δύσκολη ζωή που περνούσε, αλλά κουτσά στραβά τα κατάφερνε. Δεν είχε κανένα παράπονο από τα δύσκολα, γιατί του άρεσε μετά την κοπιαστική δουλειά να λούζεται στη λίμνη και ύστερα να ανεβαίνει λίγο πιο ψηλά, να κάθεται και να συνομιλά με τον γέρο ποταμό, με αυτό τον τρόπο άφηνε πίσω του κόπους και στενοχώριες.

Και περνούσε ο καιρός, το παλικάρι αγάπησε μια κοπέλα που κατοικούσε πανω στο χωριό, την ζήτησε από τον πατέρα της, αλλά αυτός περιπαικτικά του απάντησε άμα 

κατάφερνε  να γίνει πλούσιος, να του την ξαναγυρέψει. Ο νταλκάς που είχε ο νέος για την κοπέλα ήταν μεγάλος, έλαβε πολύ σοβαρά υπ όψιν τα λόγια του πατέρα της, καθόταν και σκεφτόταν με παρέα τον ποταμό, τι να έκαμνε για να γίνει πλούσιος. Ώσπου μια μέρα τούρθε μια καλή ιδέα, και είπε να την συζητήσει φωναχτά με τον φίλο του τον ποταμό: 

-Αν είχα ένα Μύλο και άλεθα τα σιτάρια και τα κριθάρια του κόσμου, γρήγορα θα γινόμουν πλούσιος.

Ήξερε όμως ότι αυτό δεν ήταν μπορετό, γιατί το νερό που έτρεχε στον ποταμό ήταν στον πάτο του φαραγγιού, ήταν πιο χαμηλό από τη γη που ήταν δική του, ώστε δεν θα μπορούσε να γυρίζει το μύλο. Όμως ο ποταμός του απάντησε, 

-Εσύ κτίσε το Μύλο, και εγώ θα τον γυρίσω…

Ξεκίνησε το παλικάρι να κτίζει το μύλο, όλοι οι χωριανοί τον έβλεπαν και τον περίπαιζαν. Αυτός χωρίς να τους λαμβάνει υπ όψη συνέχισε να κτίζει, πέρασε κάμποσος καιρός, τέλειωσε, ήταν ένας ωραίος στρογγυλός μύλος. Ύστερα επισκέφτηκε τον τοκογλύφο του χωριού, δανείστηκε χρήματα και αγόρασε τους μηχανισμούς για να γυρίζει και να αλέθει ο Μύλος. Αυτό που παρέμενε ήταν ο ποταμός να γυρίσει τον Μύλο όπως του είχε υποσχεθεί. Δεν ανησυχούσε, ήξερε ότι θα κρατούσε την υπόσχεση του…

Ήταν μια μέρα του χειμώνα, ο ποταμός πάνω στα ψηλά βουνά στην αρχή ανακατεύτηκε, ύστερα άρχισε να αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε τη χαρά να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγκρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα καλάμια και βάτα, και να ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από εμπόδια και ορμώντας ενάντια στους βράχους. Το νερό του που κατέβαινε στη θάλασσα έγινε θολό, ανέβηκε ψηλά σχεδόν ισα με τις όχτες.  Το ποτάμι κατέβασε νερό από τα βουνά και ψήλωσε η στάθμη μέσα στις όχτες, σχεδόν ισα να ξεχειλίσουν. Πάει το παλικάρι, ανοίγει ένα αυλάκι και οδήγησε το νερό στη φτερωτή του Μύλου, που άρχισε να γυρίζει. Ο κόσμος έτρεξε σε αυτόν, ήθελε να αλέσει το σιτάρι.

Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα που δεν σας διηγούμαι, το παλικάρι εγινε άρχοντας του χωριού και όλου του τόπου, ύστερα στάθηκε στην άκρη του ποταμού εκεί που έστεκε πάντα, και δυό δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Είχε τον ποταμό για φίλο του, ήταν πλούσιος και θα παντρευόταν την καλή του, ήταν απόλυτα ευχαριστημένος.

Υ. Γ. Τα απομεινάρια του παλιού μύλου ευρίσκονται στην παραλια της Βρέξης, είναι χαλάσματα που απέμειναν και υπάρχουν. Έχουν γλιτώσει από την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση της γης από τους ανθρώπους… Μέχρι στιγμής…

 

Το αυλάκι της Ρήγαινας στη Χλώρακα, ο μύθος 

Oι Ακρίτες ήταν φύλακες των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. O Διγενής Ακρίτας ένας θρυλικός υπεράνθρωπος με σωματική δύναμη και ανδρεία, ήταν προασπιστής των ακριτικών Ελλήνων και  μεγάλος πολεμιστής. 

Ο θρύλος λέει ότι όταν ήρθε στην Κύπρο κυνηγώντας ένα Σαρακηνό πειρατή, ακούμπησε το χέρι του σ ένα βουνό της Κύπρου, και τα δάχτυλά του βυθίστηκαν σε αυτό, και έμεινε το σημάδι του. Έτσι το βουνό ονομάστηκε Πενταδάκτυλος (πέντε δάχτυλα). Ένας  άλλος θρύλος λέει ότι οι Σαρακηνοί ήταν έτοιμοι να δραπετεύσουν από την Κύπρο. Τα πλοία τους βρίσκονταν στα νότια παράλια της Κύπρου εκεί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη. Ο Διγενής τους έριξε μια μεγάλη πέτρα και τους βύθισε. Πρόκειται για την  πέτρα του Ρωμιού. Και τέλος, στα παράλια του χωριού της Χλώρακας όπου σώζονται τα απομεινάρια του μεγάλου αυλακιού του Διγενή που έφερνε το νερό από την μακρινή Τάλα στο παλάτι της Ρήγαινας, ένας άλλος θρύλος μαρτυρεί ότι ο Διγενής Ακρίτας σαν πέρασε  από τη Χλώρακα, είδε  τη Ρήγαινα τη βασίλισσα της Κύπρου που  είχε τον πύργο της στα Παλιόκαστρα, την αγάπησε κεραυνοβόλα και  ζήτησε να την κάμει γυναίκα του. 

Η Ρήγαινα δεν ήθελε να τον παντρευτεί, και για να τον απαλλαγεί χωρίς να προκαλέσει τον φοβερό θυμό του, του εξήγησε ότι υπάρχει παρακαταθήκη από τον πατέρα της ότι ο αυτος που θα γινοταν βασιλικος συζηγος, έπρεπε πρωτα να κάμει ένα κατόρθωμα θέλημα της βασίλισσας. Του ζήτησε να κτίσει ένα  μακρύ αυλάκι που να φέρνει νερό από τα λουτρά του Άδωνη της Τάλας στο παλάτι της. 

Ο Διγενής δεν αρνήθηκε την πρόκληση, το έκτισε, αλλά η Ρήγαινα τον γέλασε. 

Ο θυμός του ήταν μεγάλος και ασυγκράτητος. Η Ρήγαινα φοβήθηκε αυτήν την οργή, και μπήκε σε ένα πλοίο  να φύγει να γλυτώσει. Ο οργισμένος Διγενής της έριξε μια πέτρα που έπεσε λίγο πιο έξω απο τη θάλασσα, δίπλα στη δυτική πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου, και έχει μείνει μέχρι σήμερα και λέγεται «πέτρα του Διγενή». Άλλοι λένε ότι πρόκειται για την Πέτρα του Ρωμιού, και άλλοι ότι πρόκειται για το νησί του Διγενή στην Πόλη της Χρυσοχούς… Ύστερα πικραμένος έφυγε από την Κύπρο, και μετά από αμέτρητες περιπέτειες κατέληξε στα Βυζαντινά σύνορα, παντρεύτηκε την Ευδοκία, και ύστερα από κάμποσους άθλους έφτιαξε ένα κάστρο στον Ευφράτη ποταμό, όπου εκεί έζησε μέχρι που γέρασε και πέθανε.

 

Το αυλάκι της Χλώρακας (παραλλαγή παραμυθιού) 

Ητανμια φορά στα παλιά χρόνια στην Πάφο τέσσερις φίλοι μικρούτσικα παιδιά, που έβλεπαν τους χωριανούς τους που έκλαιγαν και προσεύχονταν και παρακαλούσαν Χριστό και Παναγία. Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά με ένα κοκαλιάρικο παιδακι στην αγκαλιά της ήταν γονατισμένη και μουρμούριζε. 

-Σε παρακαλώ, Θεέ μου, στείλε μας γρήγορα βροχή για να μπορέσουμε να σπείρουμε, να δώσουμε λίγο ψωμί στα παιδιά μας.

Οι άνθρωποι υπέφεραν, είχε να βρέξει πάρα πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν μαραθεί, το χορτάρι και τα λιβάδια είχαν κιτρινίσει από τον καυτό ήλιο. Τα ζώα πέθαιναν και τα δένδρα δεν έδιναν καρπούς, γέμισε η πλάση με φίδια και τσακάλια. 

-Πόσο φτωχοί είναι όλοι οι άνθρωποι, αν δεν βρέξει σύντομα, κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα-, είπαν τα παιδιά.

Αλλά πέρασε ο καιρός, δεν έβρεξε, και από την πολλη στενοχώρια πολλοι άνθρωποι ο ένας μετά τον άλλον αρρώσταιναν και πέθαιναν. Είδαν και τους γονιούς τους και αυτους να μαραζώνουν γιατί δεν είχαν δουλειά ούτε φαγητό να θρέψουν τις οικογένειες τους, ώσπου αρρώστησαν και πέθαναν και αυτοί χωρίς να γεράσουν. Και είπαν τα παιδιά ότι έπρεπε να μεγαλώσουν γρήγορα, να γίνουν πλούσιοι και να αποκτήσουν δύναμη για να μπορέσουν να βοηθήσουν τους ανθρώπους…  

Όταν μεγάλωσαν και η κατάσταση δεν άλλαζε, οι φίλοι μαράζωναν πολύ, έπρεπε να σκεφτούν πως να γλιτώσουν 

τους ανθρώπους από τα βάσανα τους. 

Κοιτάζοντας μια μέρα την απέραντη θάλασσα, ο ένας δήλωσε στους άλλους 

τρεις πως είχε μια ιδέα. Όταν οι άλλοι με αγωνία ζήτησαν να μάθουν, αυτός τους είπε: 

-Δεν νομίζετε κι εσείς πως η θάλασσα έχει πάρα πολύ νερό; Για να το πάρουμε  στον ουρανό και αυτό να πέσει στη γη σαν βροχή και να σώσει τους ανθρώπους και τι σοδιές τους, δεν γίνεται, μπορούμε όμως να φέρουμε νερό από αλλού και να ποτίσουμε τη ξεραμένη γη.
-Καλή ιδέα, αλλά πως θα να γίνει αυτό; 

είπαν οι άλλοι.

-Θα κάνουμε οτιδήποτε για να σώσουμε τους ανθρώπους, ας δώσουμε όρκο. 

Είπε ο πρώτος αποφασιστικά. Και όλοι μαζί συμφώνησαν και αποφασισμένοι να σώσουν τους ανθρώπους, κίνησαν προς το λιμάνι της Πάφου, μπήκαν στο πρώτο καΐκι που βρήκαν και έφυγαν για τη ξενιτιά, και χάθηκαν και δεν φάνηκαν στον τόπο για πολύ καιρό. 

Ύστερα από λίγα χρόνια ένα μεγάλο πλοίο φούνταρε στα ανοιχτά της Πάφου και με βαρκες είδαν οι ντόπιοι κάτοικοι να φτάνουν και να αποβιβάζονται κάμποσοι μαύροι άνθρωποι με μπροστάρηδες αρχηγούς τους τέσσερις φίλους. 

Εγκαταστάθηκαν στα παραλια της θάλασσας, και άρχισαν να δουλεύουν και να κτίζουν ένα μεγάλο αυλάκι για να φέρουν νερό από την μεριά της μακρινής Τάλας που είχε πολλά τρεξιμιά νερά. 

Ήθελαν να φέρουν νερό από αλλού για να ποτίσουν τη ξερή γη, ήθελαν να βοηθήσουν τους ανθρώπους.

Σε λίγο καιρό το αυλάκι τελείωσε και το γλυκό νερό άρχισε να ρέει σε όλη την γη από τα Πότημα μέχρι τα Παλιόκαστρα της Πάφου.

 -Νερό, νερό, οι σοδειές θα ξαναβλαστήσουν, φώναξαν οι άνθρωποι και άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε από τη χαρά τους. 

Το σιτάρι ξαναβλάστησε, η ξεραμένη γη ποτίστηκε και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει. 

Από εκεί και ύστερα οι άνθρωποι είχαν τους τέσσερις φίλους σε μεγαλη υπόληψη και σεβασμό, τους τιμούσαν και τους αγαπούσαν. Οι τέσσερις φίλοι ευχαριστημένοι που κράτησαν τον όρκο τους, έβλεπαν τους συνανθρώπους τους που ήσαν χαρούμενοι, και μαζί τους χαίρονταν και αυτοί.

Καποια μέρα όμως, ο βασιλιάς διέταξε τα στρατεύματα του να συλλάβουν τους τέσσερις φίλους. Οι τέσσερις φίλοι που ήταν πολύ λίγοι να αντισταθούν απέναντι σε τόσο στρατό, αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στο παλάτι και φυλακίστηκαν. Η κατηγορία ήταν ότι ήσαν μεγάλοι Πειρατές που κατά την διάρκεια της απουσίας τους από τον τοπο κούρσευαν τα πλοία του βασιλιά, ήταν έτσι που βρήκαν χρήματα πολλά και μαύρους δούλους και έκτισαν το μεγάλο αυλάκι που έφερε το νερό από τα λουτρά του Άδωνη στη χαμηλή παραλιακή περιοχή της Πάφου.  

Αλλά και μέσα στη φυλακή τους οι τέσσερις φίλοι ποτέ δεν μετάνιωσαν για τις πράξεις τους. Και επειδή ήταν αποφασισμένοι να φέρονται πάντα καλά στους ανθρώπους, μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις αέρηδες που κατέβαιναν από τα ψηλά και έφερναν σύννεφα της βροχής για να μην έχουν πια ανάγκη οι άνθρωποι το πολύτιμο νερό.

 

Ο Βασίλης ο ψαράς, παραλλαγή παραμυθιού

O Βασίλης ο ψαράς ήταν ένας γενναίος ψαράς, και έλαμνε κουπί για να ξεφύγει από το δυνατό ρεύμα που τον έπαιρνε με ταχύτητα στα βαθιά νερά. Είχε εξαντληθεί, εκεί που πήγε να σταματήσει για να πάρει μια ανάσα, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, είχε σπάσει το ένα κουπί. Η βάρκα έμεινε ακυβέρνητη και απομακρυνόταν από τη στεριά. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η απόσταση ανάμεσα σ' αυτόν και τη στεριά είχε μεγαλώσει πολύ για να μπορέσει να ριχτεί στη θάλασσα και να κολυμπήσει. 

Ο Βασίλης ο ψαράς παρασύρθηκε στη θάλασσα, και τα κρύα γκρίζα κύματα αγκάλιαζαν θυμωμένα τη μικρή βάρκα. Ώσπου να πέσει η νύχτα, ο Βασίλης άρχισε να πεινάει και να κρυώνει πολύ. Κανείς δεν τον είχε δει να κουνάει τα χέρια του ούτε τον είχε ακούσει να φωνάζει για βοήθεια. Δεν μπορούσε ούτε ψάρια να πιάσει, καθώς του είχε πέσει το καμάκι στο νερό. Σκέφτηκε να κολυμπήσει ως τη στεριά, ήξερε όμως πως δεν θα άντεχε για πολύ μέσα στα παγωμένα νερά. "Αν βουτήξω", σκέφτηκε, η γοργόνα του Αλέξανδρου θα με πιάσει από τα μαλλιά και θα με σύρει στο βασίλειό της, στα βάθη της θάλασσας".

Κάθισε να περιμένει κάποιον να τον σώσει, κουλουριασμένος μέσα στη βάρκα του. Μέρες σωστές παρασυρόταν όλο και πιο μακριά  από τη στεριά. Μια νύχτα, καθώς κειτόταν τρέμοντας από το κρύο, νόμισε πως είδε μια νεράιδα να τον κοιτάζει μέσα από τα γκριζωπά νερά. "Εγώ θα σε βοηθήσω", του είπε.

Ο Ψαράς ο Βασίλης αναρωτήθηκε μήπως πέθανε και ήταν σε ένα άλλο κόσμο, έβλεπε μήπως όνειρο, ή έβλεπε ένα θαύμα να συμβαίνει.

Η βάρκα ταλαντεύτηκε καθώς η νεράιδα σκαρφάλωσε πάνω της. 

"Φάε, πρέπει να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου" είπε, και τούδωκε ένα ψάρι. Ο Βασίλης έβαλε με λαχτάρα το ψάρι στο στόμα του, μασώντας το ωμό. Ίσως τελικά να μην ήταν πεθαμένος, -οι πεθαμένοι δεν τρώνε, σκέφτηκε. Η νεράιδα έκατσε δίπλα του και τον αγκάλιασε, ήταν το κορμί της παγωμένο, ήταν όμως πιο ζεστό από το δικό του που είχε μες την παγωνιά τόσες μέρες. Σιγά σιγά, η θαλπωρή από το σώμα της του ζέστανε το κορμί, και έγειρε να κοιμηθεί, έπεσε σε ένα βαθύ ύπνο.

Καποια στιγμή ένιωσε να τον σκουντούν, ξύπνησε και την άκουσε να του λέει "Ξύπνα, πλησιάζουμε σε στεριά".

Ο Βασίλης ο ψαράς, στάθηκε στα πόδια του παραπατώντας, ψάχνοντας μες το σκοτάδι.

"Το ρεύμα άλλαξε όσο κοιμόσουν. Σώθηκες", είπε η νεράιδα και συνέχισε: "Η δουλειά μου τέλειωσε".

Η βάρκα ταρακουνήθηκε καθώς η καλή νεράιδα γλιστρούσε και έπεφτε στη θάλασσα.

"Πως σε λένε, πως θα σου το ξεπληρώσω;" ρώτησε ο ψαράς;

"Είμαι η γοργόνα η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου, η καλή νεράιδα βοηθός των ανθρώπων", είπε και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε κάτω από τα κύματα.

     Ο Βασίλης ο ψαράς ένιωσε τη βάρκα να ακουμπά στην άμμο, να αγγίζει τη στεριά. Πήδηξε έξω και άρχισε να βαδίζει προς τα πάνω που ήταν το χωριό του η Χλώρακα...

Υ.Γ. Είναι ο Βασίλης ο ψαράς υπαρκτό πρόσωπο που τα παλιά χρόνια σαν νέος άφησε εποχή στη Χλώρακα για τα σπουδαία του κατορθώματα σαν ψαράς. Είναι από αυτές τις διηγήσεις που εμπνεύστηκα και έγραψα αυτό το παραμύθι. 

 

 

 

 

Το γενναίο Βοσκόπουλο και η γριά Μάγισσα, (παραλλαγή ξένου παραμυθιού)

Μια μέρα στην παλιά Πάφο την εποχή που είχε πειρατές, βγήκαν Σαρακηνοί απο τη θάλασσα για να λεηλατήσουν σιμά τις παραλίες. Στην παραλια της Χλώρακας, ένα μικρό βοσκόπουλο, δεν ήθελε να του πάρουν το κοπάδι και με την μαγκούρα του τα έβαλε με τους αρματωμένους πολεμιστάδες. Πολέμησε γενναία, αλλά στο τέλος πιάστηκε και τον πήραν στο καΐκι να τον δικάσει ο βασιλιάς. Όμως συγκινημένος ο βασιλιάς από τη γενναιότητα του νεαρού, υποσχέθηκε να τον αφήσει ελεύθερο αν κατάφερνε να απαντήσει σε ένα δύσκολο ερώτημα "τι ακριβώς θέλουν οι γυναίκες;" Τον πήραν μαζί τους, και τον έκλεισαν πίσω απο τα τείχη σ ένα κάστρο στο Αλγέρι. Τούδωσαν καιρό να σκεφτεί και να απαντήσει, ήταν όμως το ερώτημα πολύ δυσκολο. 

Από τη μέρα εκείνη άρχισε να ρωτά τον κοσμο, κανείς όμως δεν ήξερε, παρά αυτό που του συνέστησαν οι περισσότεροι ήταν να παει σε μια γριά μάγισσα που σίγουρα θα ήξερε. Πήγε στη γριά αλλά για να του απαντήσει ζήτησε ακριβό αντάλλαγμα, του ζήτησε να την παντρευτεί. Η γριά είχε καμπούρα και μια γαμψή μύτη, ήταν απαίσια, δεν είχε δόντια, και βρωμούσε ολόκληρη. Δεν είχε συναντήσει ποτέ του τόση ασχήμια, γι αυτό  αρνήθηκε να πληρώσει. 

Ο χρόνος περνούσε μέχρι που έφτασε η τελευταία μέρα και δεν είχε άλλη επιλογή, έτσι παρά τον θάνατο προτίμησε να δεχτεί να πληρώσει την γριά μάγισσα. 

Έτσι ανακοινώθηκε ο γάμος τους και η γριά απάντησε επιτέλους στο ερώτημα "αυτό που θέλει στην πραγματικότητα μια γυναίκα είναι να είναι αφέντης της ζωής της". 

Ο βασιλιάς συμφώνησε ότι ήταν σωστή η απάντηση αφου την είπε η μάγισσα που τα ήξερε όλα, έτσι χάρισε τη ζωή στο γενναίο βοσκόπουλο, και τον ελευθέρωσε.

Την πρώτη νύχτα του γάμου το βοσκόπουλο ετοιμαζόταν να περάσει τη χειρότερη νύχτα της ζωής του, γενναίος όμως καθώς ήταν το πήρε απόφαση και εισήλθε στο συζυγικό δωμάτιο. Τότε με έκπληξη βλέπει μπροστά στα μάτια του, να κάθεται πανω στο κρεβάτι και να χτενίζεται την ομορφότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του. Έμεινε έκθαμβο και άλαλο. Όταν ξαναβρήκε τη μιλιά του, ρώτησε την όμορφη α, λοιπόν, ποια από τις δύο μορφές επιθυμούσε να έχει τη μέρα και ποια τη νύχτα. Το βοσκόπουλο μπήκε σε σκέψεις. Τι να 'ταν καλύτερο; Να 'χει στο πλευρό του μια πανέμορφη γυναίκα τη μέρα και να τον  βλέπει  ο κόσμος και να τον ζηλεύει, ή νάχει την ομορφιά της τη νύχτα και να τη χαίρεται; Μη ξέροντας τι να κάμει, απάντησε με ευγένεια ότι θα άφηνε αυτή να επιλέξει. Μόλις το άκουσε αυτό, η μάγισσα του χαμογέλασε και του είπε ότι θα ήταν όμορφη όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα επειδή τη σεβάστηκε και την άφησε να είναι αφέντης του εαυτού της. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 

Το χωραφι της Αλιπατούς δίπλα στην παλιά Βρύση

Hήταν μια φορά στη Χλώρακα μια ορφανή μικρή κόρη, την έλεγαν Πατού και ζούσε μόνη σε ένα μικρό σπιτάκι. Ήταν κτισμένο μέσα σ ένα μικρό χωράφι που μέσα είχε βλαστημένες τρεμιθιές, τερατσιές και βελανιδιές. Ήταν 15 χρονώ, για να ζήσει μάζευε τεράτσια που έφτιαχνε τερατσόμυλο και το επούλαν, μάζευε τρεμίθια που έφτιαχνε τρεμιχόλαο και το εχρησιμοποίαν. Εφύτευε και λίγα χόρτα και οπωρικά που τα επότιζεν από την βρύση του χωριού και τα επούλαν στες γειτόνισσες χωριανές γυναίκες. Ήταν φτωχή, διαβιούσε με δυσκολία, αλλά ήταν τίμια και καλή χριστιανή. Ήταν όμορφη, όλοι την εσυμπαθούσαν, είχε και αυτή σεβασμό στους μεγαλυτέρους και ετίμα όλους τους χωριανούς. Στον εύκαιρο της καιρό επισκεπτόταν τις νοικοκυρές στα σπίτια και πρόθυμη πάντα τις εβοήθαν στες δουλειές. Και αυτές όμως την εβοηθούσαν, την αγαπούσαν, και τις εδιναν συμβουλές. Την συμπαθούσαν, ήθελαν γι αυτήν μια καλύτερη μοίρα και της εύχονταν να βρεί ένα καλό παλικάρι να την παντρευτεί και έτσι να νοικοκυρευτεί. 

Ήταν και ένας μαυριδερός που τον έλεγαν Αλί Μανσούρ, ήταν φανερό πως ήταν Άραβας ή γύφτος, ήρθε στην πόλη του Κτήματος από το λιμάνι της Κάτω Πάφου. Εγκαταστάθηκε μόνιμα και έκαμνε το επάγγελμα του Γυρολόγου. Κέρδιζε κάμποσα λεφτά, ήταν νοικοκύρης, τα επένδυε αγοράζοντας γην εις την Γεροσκήπου δημιουργώντας αργά με τον καιρό ένα μεγάλο τσιφλίκι. Ύστερα προσέλαβε παραγιούς και μισταρκούς, εφύτευσε φυτείες και ησχολήθη με την καλλιέργεια της γης, εγινε με αυτό τον τρόπο ένας εύπορος άνθρωπος την εποχή εκείνη. Πριν γίνει άρχοντας, όταν ακόμα ήταν γυρολόγος, επισκεπτόταν ταχτικά την Χλώρακα, και  πουλούσε βελόνια κουβαρίστρες και άλλα ψιλικά, ήξερε όλους τους νοικοκυραίους και τες νοικοκυρές. 

 

Όταν εγίνην πλούσιος σταμάτησε τα γυρολόγια, εγκαταστάθηκε στο τσιφλίκι του, και τα χρόνια πέρασαν … 

Ύστερα από κάμποσο καιρό, μια μέρα που ήταν Κυριακή πρωί και τέλειωσε η λειτουργία στην εκκλησιά και ενώ όλοι οι χωριανοί κάθονταν μες τον καφενέ και έπιναν καφέ, νάσου από το καντούνι του δρόμου ξεπροβάλλει ένα σπουδαίο μαύρο άλογο και πανω σ αυτό ένας καμαρωτός μαυριδερός καβαλάρης που φορούσε μια καλή φορεσιά. Πλησίασε και ξεπέζεψε, ήταν ο Αλί Μανσούρ ένας άρχοντας πλέον που ήρθε επίσκεψη γιατί πεθύμησε τα μέρη τα παλιά που σαν γυρολόγος ψιλικατζής που ήταν παλιά είχε  θύμισες πολλές, έτσι εξήγησε στους χωριανούς. Όλοι έκαμαν ττόκα μαζί του, τον καλωσόρισαν και τον ρώτησαν για την καλήν του τύχην και υγείαν. 

Αφου κουβέντιασαν και είπαν πολλά, η ωρα πέρασε, έφυγαν οι χωριανοί, ο Αλί φώναξε της καφετσιήνας και της ζήτησε να στείλει προξένια στην Πατού την ορφανή κόρη, αν 

ήθελε να τον πάρει γι άντρα της. Της ειπε ότι την αγαπούσε από παλιά, αλλά περίμενε να μεγαλώσει, αυτός να γίνει 

πλούσιος και ύστερα να την γυρέψει, από αυτήν δεν ήθελε προίκα, ήξερε ότι δεν είχε στον ήλιο μοίρα.. 

Η καφετσιήνα έκανε την προξενήτρα, εγίνηκεν η παντρειά, στρώθηκαν τραπέζια και όλοι οι χωριανοί χάρηκαν για την 

καλή τύχη της ορφανής κοπέλας. Ύστερα η Πατού έφυγε με τον άντρα της και έμεινε το χωράφι της έρημο, ακαλλιέργητο, τα τρεμίθια και τα τεράτσια τα μάζευαν άλλοι χωριανοί, έμεινε όμως ως σήμερα το χωράφι με το όνομα ως «χωράφι της ΑλιΠατούς και βρίσκεται στην οδό Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα, 200 μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.

Υ.Γ. Τα τοπωνύμια είναι ονόματα τόπων, είναι λέξεις ή ονόματα ικανά να χαρακτηρίσουν μια περιοχή και τους ανθρώπους της. Συνήθως είναι από τα ονόματα των ιδιοκτητών, έτσι και στην περίπτωση της διήγησης αυτής, έμεινε το τοπωνύμιο από το όνομα της ιδιοκτήτριας και τον άντρα της: Αλί-Πατού.

 
Ο ΚΑΛΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ, παραλλαγή παραμυθιού.

Ήτανε μια φορά στα παλιά χρόνια ένα παλικάρι, ένας καλόκαρδος Μυλωνάς που ζούσε στο Μύλο της Βρέξης. Από την πολλή καλοσύνη που είχε όχι μόνο δεν έπαιρνε λεφτά από τους φτωχούς, αλλά πολλές φορές τους έδινε αλεύρι  από αυτό που έπαιρνε αντί πλερωμής. Με αυτό τον τρόπο δεν περίσσευαν χρήματα, ίσα που περνούσε, αλλά ήταν ευχαριστημένος, δεν βαρυγκωμούσε. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη του, και οι γριές γυναίκες του εύχονταν για τύχη να καλοπαντρευτεί μια βασιλοπούλα. 

Μια παλιοχρονιά ο ποταμός της Βρέξης που έφερνε το νερό και γύριζε το Μύλο σταμάτησε να τρέχει, στέρεψε το νερό του. Όλοι οι χωριανοί μαράζωσαν, πως θα άλεθαν το σιτάρι, ήταν και ο καλός ο μυλωνάς κρίμα, μαράζωναν και γι αυτόν. Το παλικάρι τους είπε να μην στενοχωριούνται, θα έπαιρνε τα άρματα του και θα ανέβαινε τον ποταμό ώσπου νάβρει που σκάλωσε το νερό και σταμάτησε να τρέχει.

Ξεκίνησε λοιπόν, προχώρησε πέρασε δύσβατες περιοχές βουνά και δάση, ώσπου μία μέρα έφτασε σε ένα ρυάκι κι έσκυψε να πιει νερό. Τότε μέσα στο νερό είδε τη δράκαινα. Έκανε να την πιάσει, αλλά αυτή χάθηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να περπατά. Την ακολούθησε, αυτή πήγε παραπέρα και κάθισε μέσα στον ποταμό, έτσι σκάλωνε το νερό και άλλαζε η ροη του, αυτός ήταν ο λόγος που χάθηκε το νερό. 

Τράβηξε το σπαθί αποφασισμένος  να σκοτώσει το μεγάλο θεριό. Μα αυτό έδειχνε φοβισμένο δίχως να κουνιέται από την θέση του σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπο του. Το παλικάρι το λυπήθηκε λέγοντας πως 

-αφού αυτό φοβάται εμένα γιατί να το σκοτώσω; 

 

Κοίταξε γύρω του κι έφυγε. Κάθε μέρα με το φως της μέρας αλλά ποτέ  βράδυ, πήγαινε στον τόπο με το παράξενο τέρας. Είχαν γίνει πλέον φίλοι. Αφού είχαν περάσει πολλές μέρες, ένα βράδυ ο καλός Μυλωνάς που δεν είχε ύπνο, τράβηξε για τον τόπο με το θεριό. Και τότε τι να δει; Μπροστά του στεκόταν, μια όμορφη πριγκίπισσα. Τα έχασε ο Μυλωνάς, -Που είναι το τέρας;- ρώτησε.

-Μη φοβάσαι, εγώ ήμουν το τέρας, μα εσύ δεν με σκότωσες, μου χάρισες τη ζωή, έτσι τα μάγια λύθηκαν-. 

Η πριγκίπισσα παντρεύτηκε το παλικάρι και πήγαν στο παλάτι. Ο καλός Μυλωνάς εγινε ένας καλός βασιλιάς, και κυβέρνησε τον τόπο με αγάπη, και μαζί με τη βασίλισσα έκαμαν το βασίλειο  πιο μεγάλο και πιο τρανό.

 

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΑΥΤΗΣ (διασκευή παραμυθιού)

Ηταν μια φορά ένας μικρός μαθητευόμενος ράφτης που δούλευε στο ραφείο του πατέρα του, και είχε φιλομάθεια και προσήλωση ώστε να μάθει καλά την τέχνη. Ενώ έραβε, ο νους του ταξίδευε και πήγαινε σε μεγάλες πόλεις, εκεί όπου υπήρχαν σπουδαίοι ραφτάδες και μόδιστροι. Περνούσε τις μέρες του καθιστός και έραβε, όταν κουραζόταν και έπεφτε να κοιμηθεί, έκανε την προσευχή του και ζητούσε από το Θεό να τον φωτίσει να μάθει γρήγορα την τέχνη, να ανοίξει δικό του ραφείο και να γίνει σπουδαίος και ξακουστός. 

Μια μέρα λοιπόν ενώ κοιμόταν, ήρθε από τον ουρανό ένας μεγάλος αετός και χαμήλωσε δίπλα του, τον σήκωσε με τα γαμψά του νύχια ψηλά και πέταξαν μαζί. Πέρασαν κάμποσες θάλασσες ώσπου κάποια στιγμή ο αετός χαμήλωσε κι ακούμπησε το μικρό ραφτάκο στην άκρη μιας μακρινής πόλης.
Τα ρούχα των ανθρώπων ήταν καλοραμμένα και με ζωηρά χρώματα, ήσαν χαμογελαστοί και έδειχναν  ευτυχισμένοι.  Μια μεγαλη χαρά τον κυρίευσε όταν στάθηκε μπροστά στο μαγαζάκι ενός ράφτη και είδε τον ιδιοκτήτη του ικανοποιημένο, ευτυχισμένο και καθόλου κουρασμένο 

να φτιάχνει τα ρούχα στη βιτρίνα, αυτά που έραψε.

-Κι εγώ ράφτης είμαι όπως κι εσύ. Ήρθα στην πόλη σας από χώρα μακρινή. Μήπως έχεις δουλειά για μένα; Γιατί θέλω πολύ να ζήσω σ’ αυτή την ευτυχισμένη πόλη.
Και το αφεντικό τού απαντάει, 

-Κάτσε και βοήθα με, και γώ θα σε μάθω τέχνη. Η πληρωμή σου θα είναι δέκα φλουριά το μήνα.

Έτσι έμαθε ο ράφτης μας από τον ιδιοκτήτη του ραφτάδικου πως οι ράφτες της μεγάλης πόλης ξέρουν να ράβουν καλύτερα απ όλο τον κοσμο, και να γίνονται φημισμένοι. Κάθισε λοιπόν στο ραφτάδικο και έμαθε την τέχνη, και έβλεπε έξω στο δρόμο να περνά κόσμος με καλοραμμένα ρούχα.

Μια μέρα όμως περνώντας ο ράφτης από την αγορά βλέπει ένα τεράστιο ττόπι από σπουδαίο ύφασμα, και που δεν είχε ματαδει όμοιο του. Θέλοντας πολύ να το αποκτήσει λέει στον εαυτό του: 

-Μ’ αυτό το ττόπι από κασμίρι,  σε οποιον ράβω ένα κοστούμι θα μένει πολύ ευχαριστημένος, έτσι θα αποκτήσω σπουδαία φήμη.

Μπαίνει ο μικρός ράφτης στο μαγαζί που δούλευε κουβαλώντας στον ώμο το τεράστιο ττόπι από ύφασμα. Θύμωσε ο μάστρος του που τον βλέπει, και του λέει: 

-Τι είναι αυτό που κουβαλάς στα χέρια σου; Σε τύφλωσε η απληστία. Το ττόπι αυτό είναι για να ντυθούν πολλοι άνθρωποι ενώ εμείς ράβουμε μονο για λίγους. Αγόρασες πολύ περισσότερο απ ότι χρειαζόσουν, εδω κι εμπρός πρέπει να είσαι εγκρατής, και να θέλεις μονο όσα σου αρκούν.
Ύστερα από λίγο καιρό ενώ κοιμόταν, ήρθε από τον ουρανό ο μεγάλος αετός, χαμήλωσε δίπλα του, τον σήκωσε με τα γαμψά του νύχια και πέταξαν μακριά. Πέρασαν κάμποσες θάλασσες, ύστερα τον εναπόθεσε μπροστά στο παλιό μαγαζάκι του πατέρα του. 

Συνέχισε να ράβει, και ανάμεσα σε κάθε βελονιά σκεφτοταν το μακρινό ταξίδι, και είχε ελπίδα μήπως ξαναγυρίσει ο αετός και ξαναπετάξουν μαζί για άλλη μια φορά στη μεγαλη πόλη.  Ο αετός δεν ξανάρθε, ο μικρός ραφτάκος όμως όταν μεγάλωσε εγινε σπουδαίος και φημισμένος ράφτης. Έραβε τα καλύτερα κοστούμια γιατί έραβε λίγα αλλά καλά, διότι δεν ήταν πλεονέχτης, αφου έμαθε να είναι εγκρατής και ολιγαρκής.

Υ.Γ. Αφιερωμένο στον Μηχαλή του Μοίρου)

Το παραμύθι αυτό το έγραψα γιατί είχαμε στο χωριό ένα σπουδαίο ράφτη ο οποίος όπως ο ήρωας του παραμυθιού, έτσι και αυτός πήγε στη μεγαλη πόλη της Αθήνας και μαθήτευσε σε ένα σπουδαίο ράφτη μαθαίνοντας την τέλεια ραπτική. Όταν επέστρεψε στη Χλώρακα άνοιξε δικό του ραφείο αφήνοντας σπουδαία φήμη για τη δουλειά του. 

  

                                                      

Ο ΣΚΛΑΒΟΣ (διασκευή από ομώνυμο Ακριτικό ποίημα) 

Ερκούμαστιν π΄ Ανατολήν σε μιαν χρυσή γαλέρα

Πέντε ππασιάδες είμαστιν που ωραία ετραουδούσαν

Τσιείχαν μας σκλάβους μισταρκούς στα σίερα δεμένους

Με σιέρκα τσιαι με άλυσους τσιαι βαρετές καδένες.

Ο σκλάβος αναστέναξεν που της καρκιάς τα φύλλα,

αναστενάζει άλλην μιαν τσιαι στάθην η γαλέρα.

Ο Μπέης το κατάλαβεν τσιαι φώναξεν του πρώτος,

αν ένει που τους ναύτες μου ανάθεμαν τους ούλλους,

τσι αν ένει που τους σκλάβους μου να τον ελευθερώσω.

Μήτε πεινώ μητε διψώ, ούτε τσιαι ρούχα θέλω,

θυμήθηκα την μάναν μου το πατρικόν μου σπίτι,

πούμουν θκυό ημερινών γαμπρός, τριάντα γρόνους σκλάβος.

Σκλάβε μου τραούδα μου για να σε ελευθερώσω. 

Πόσες φορές τραούδησα τσιαι λευτερκάν δεν είδα,

μα αν ένει για την λευτερκάν να ξανατραουδήσω,

φέρτε μου το λαούτον μου με τ ασημένια ττέλια,

να τραουδήσω τσιαι να πώ για της σκλαβιάς τα πάθη.

Τριάντα γρόνους έσκαφτα της θάλασσας τον άμμο,

τσιαι θκυό δεντρά εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα,

τσιαι τόσα γρόνια καρτερώ τσιαι λευτερκάν δεν είδα,

αν έσιεις μάναν τσιαι παιθκιά, ππασά λευτέρωσε με

Ηταν μιάν βολάν τα παλιά γρόνια ένας άρκοντας με πολλήν μάλιν που είσιεν στην δούλεψην του σκλάβους τσιαί μισταρκούς. Μες τούτους ούλλους είσιεν τσιαι έναν μιτσίν σκλαβούϊν που άμα ετραούδαν, εν είσιεν κάλιον του. Του άρκοντα που του άρεσκεν πολλά, έβαλεν τον να σάζει την αυλήν έξω που το αρκοντικόν του για να τον έσιει κοντύττερα του. 

Ύστερις που λλίον τσιαιρόν ο σκλάβος εσταμάτησεν να τραουδά, τσιαι ο αφέντης του εδιάταξεν τον να ξανα αρκέψει, άλλως πως ήτουν να τον αλυσοδέσει τσιαι να τον ρίξει στα σίερα. Το μιτσίν κοπελλούιν αρκήνεψεν πάλαι, αλλά ετραούδαν λυπητερά τραούθκια, που τα ελάλεν  όμως πέρκαλλα, έτσι που άκουεν τα ο μάστρος του τσιαί η σκληρή του καρκιά σιόν σιόν, εμαλάθκιαζεν. Ελάλεν τσιαι ετραούδαν 

για την χαμένην του ελευτερίαν τσιαι τον καταραμένον πόλεμον που ήτουν η αιτία να σκλαβωχεί. Ελάλεν τσιαι εκαταράζετουν το κακον του ριζικόν τσιαι την κατσιάν του μοίραν.

 

Τσιαι επέρναν ο τσιαιρός, ώσπου μιαν ημέραν που είσιεν γιορτήν, ο άρκοντας εκάλεσεν τσι άλλους αρκόντους, τσιαι εκάτσαν στο ζιαφέττιν. Ήτουν ούλλοι καλλιφωνάρηες, τσιαι πάνω στην διασκέδασην, αρκίνεψαν να τραουδούν. Ήτουν κάμποσοι τσιαι ετραουδούσαν ωραία, ο ενας καλλύττερα που τον άλλον. Μα πάνω στο φάν τσιαι στο πιοτόν σαν ετραουδούσαν, ο μιτσής σκλάβος αναστέναξεν έναν μιάλον αναστεναμόν που εφκαίειν  που τα βάθη της καρκιάς του. Σαν τον ακούσαν οι αρκόντοι εσταματήσαν να τραουδούν, τσιαι ερωτήσαν ποιος ένει π΄αναστέναξεν έτσι μεάλον πόνον. Τιαι το κοπέλλιν αποκρίθην τους οτι εν τσιείνος που ετραούδησεν γιατί είσιεν μεάλον τέρτιν. 

Τότες ο μάστρος του αρώτησεν τον αν πεινά, αν διψά, ή ήντα άλλον θέλει για να ξημαραζώσει. Το κοπελλιν επολωήθην ότι ούτε πεινά, ούτε διψά, παρα μόνον αθυμήθηκεν τον τόπον του, τσιαι την καλήν του μάναν.

Ο άρκοντας που ηταν μερακλωμένος που το πιοτίν, είπεν του να τους καλοτραουδήσει τσι αν τους ευκαριστήσει, εν να τον ελευτερώσει. Το κοπελλιν εξαναπωλοήθην ότι ετραούδησεν πολλες φορες, αλλα ελευτερκάν εν είεν, αλλα για την ελευτερκάν αξιζεν να ξανατραουδήσει.

Τσιαι είπεν τους για την μάναν του τσιαι το πατρικόν του σπίτιν, είπεν τους τσιαι για την αγάπην του που ακόμα καρτερεί τον. Είπεν τους τσιαι για τα αέρκια του τσιαι την μιτσιάν αρφήν του, είπεν τους τσιαι για τον πόνον του που έσιει στην ψυσιήν του. Έτσι καλά έν εξανατραούδησεν, ούλλοι οι αρκόντοι ευκαριστηθήκαν, αλλα πιο πολλά εφκαριστήθηκεν ο μάστρος του, τσιαι είπε του να πάει στο καλόν, τσιαι χαλάλιν του η ελευτερία. Εχάρισεν του τσιαι έναν άππαρον, έδωκεν του τσιαι λλία ριάλια, ως που να του πούν πήεννε στο καλόν, έκοψεν σαράντα μίλια. 

Υ.Γ. Έγραψα αυτό το παραμύθι εμπνευσμένος από το Ακριτικό τραγούδι ο Σκλάβος που διασκεύασε και τραγούδησε ο Αντρέας Αρτέμης.