Revision 55513 of "Ψυχή Δραπέτις" on elwikisource

{{Κεφαλίδα|
 | τίτλος     = Ψυχή Δραπέτις
 | συγγραφέας = Ιωάννης Καρασούτσας
 | μεταφραστής= 
 | ενότητα    = 
 | επόμενο    = 
 | προηγούμενο= 
 | σημειώσεις = 
 }}

<poem>
Εις ένα από της Εδέμ τους χλοερούς λειμώνας,
Εκάθισαν δύω ψυχαί παρθένων κατά μόνας,
Ομήλικες, ομόφρονες, και όμοιαι τα κάλλη·
Αυτά η μία έλεγε, και ήκουεν η άλλη.

    Επήγα εις την πατρικήν οικίαν μου, επήγα·
Ως να κατώκουν πνεύματα εντός το παν εσίγα.
Η αύρα μόνον, η ψυχρά του φθινοπώρου αύρα
Εσάρονε τα δώματα τα έρημα και μαύρα.
Οι πλάτανοι της σκυθρωπής αυλής εφυλλορρόουν·
Τα φύλλα κυλινδούμενα επί της γης εθρόουν·
Και η θρηνώδης έρρεεν εν μέσω κολυμβήθρα,
Και οι ιχθύες έπαιζον εις τ' αργυρά της ρείθρα.
Το ύδωρ δε αναπηδών με συριγμόν και ροίζον,
Και ρεύματα τοξοειδή κρυστάλλου σχηματίζον,
Εκαμπυλούτ' ως η χρυσή των Αρχαγγέλων πτέρυξ,
Κ' εσκόρπιζεν αδάμαντας και μαργαρίτας πέριξ.
Ποσάκις εις το χείλος της εκάθισα παιδίον, 
Και την μορφήν μου έβλεπα εντός της κ' εμειδίων,
Ή έβλεπα την ίριδα των πιπτουσών σταγόνων, 
Και μάταιον κατέβαλλα να την συλλάβω πόνον !
Ποσάκις μετά κάματον και παιδιώδη μόχθον
Απεκοιμήθην ήσυχα εις τον γλυκύν της ρόχθον,
Και πάλιν εις τους ύπνους μου παρίσταντο εκ νέου
Οι γέλωτες, και η φαιδρά εικών του υμεναίου,
Καθ' ην κοράσια πολλά με άνθη εστεμμένα
Μ' ενυμφοστόλουν, και λαμπρόν εκρότουν τον Υμένα !

    Εκεί ενώ το πνεύμα μου ωνειροπόλει ταύτα,
Οικτρά φωνή τις έλεγεν εις την οδόν τοιαύτα·
"Χριστιανοί, τον άθλιον επαίτην ελεείτε·
"Είμαι τυφλός και ασθενής και γέρων· λυπηθήτε !"
Τους λόγους του συνώδευε με βακτηρίας κρότον,
Και υπέρ ζώντων ηύχετο και υπέρ τεθνεώτων.
Λοιπόν ο γέρων ο τυφλός αυτός και κακοδαίμων,
Ο θνήσκων υπό του λιμού, υπό του ψύχους τρέμων,
Πολλάκις υπό της εμής χειρός ευηργετήθη·
Ευδαιμονίαν και μακράς ημέρας με ηυχήθη.
Όμως η γη κατέφαγε το ιδικόν μου σώμα,
Και ούτος περιφέρεται εις την ζωήν ακόμα !

    Αλλ' ότε πλέον έμελλε να δύση η ημέρα,
Ως τρέχει ελαφρά πτηνού σκιά εις τον αέρα,
Με πόθον περιέτρεχα τα μέρη όλα όσα
Ηγάπησα κατά πολύ, ή επεσκέφθην ζώσα·
Τον τόπον όπου έπαιζα με τας συνήλικάς μου,
Το μέρος όπου έθετα τας παιδικάς στολάς μου,
Το άλσος όπου μεταξύ ενέδρευα των κλάδων,
Και ηκροώμην το πτηνόν το προς εσπέραν άδον.
Τα δένδρα όσα άφησα το έαρ ανθισμένα,
Έκειντο τώρα ως εμέ νεκρά και μαραμμένα,
Αλλά με την διαφοράν ότι αυτά και άλλην
Νέαν προσμένουν άνοιξιν δια ν' ανθήσουν πάλιν,
Η δε νεότης η εμή καθάπαξ εμαράνθη,
Ουδ' έχει πλέον άνοιξιν, ουδέ ελπίζει άνθη.

    Και εις το άλσος έκειτο ιτέα με αφθόνους,
Με λελυμένους και χυτούς έως εδάφους κλώνους,
Ως κόμη γυναικός καλής αφθόνως κεχυμένη,
Και ήτις μέχρι των λευκών ποδών της καταβαίνει.
Λοιπόν το παραπέτασμα αήρ γλυκύς τις πνέων
Διήνοιγε το χλοερόν αυτό και καταρρέον,
Και δια μέσου, ω στιγμή μελαγχολικωτάτη !
Η μήτηρ μου εφαίνετο, η μήτηρ η φιλτάτη.
Ήτον ωχρά, ήτον νεκρά η νέα παρειά της,
Το δάκρυ έπιπτε βροχή από τα βλέφαρά της,
Και στεναγμοί διέσχιζον τα τρυφερά της χείλη
Συχνοί και αδιάλειπτοι σχεδόν ως να ωμίλει.
Πλησίον της κατέκειτο επί λευκού μαρμάρου,
Λευκόν επίσης και αυτό ως άγαλμα της Πάρου,
Το βρέφος της το τριετές, η νέα αδελφή μου,
Το τάλαν μετά σχήματος την έβλεπε πενθίμου,
Και, παύσε πλέον, έλεγε, μη κλαίης, μήτηρ, έλα !
Και ο γλυκύς του οφθαλμός εδάκρυε κ' εγέλα.

    Αλλ' ως η του αδελφικού προσώπου ομοιότης,
Το βλέμμα, το μειδίαμα, η της σαρκός λευκότης
Να της ενθύμισαν εμού και πάλιν την εικόνα,
Ομοία με την ορφανήν των τέκνων της τρυγόνα,
Το άλσος έπλησε φωνών και στεναγμών οξέων
Ανακωκύσασα λιγύ παράπονον και νέον.
Ω φθόγγοι μητρική στοργής ! ω τρυφεραί εκφράσεις !
Ω τόνοι ! ω διακοπαί γλυκείαι ! ω εκστάσεις !
Η τάλαινα ηθέλησα την σιωπήν να λύσω,
Μ' έν φίλημα θυγατρικόν να την παρηγορήσω.
Το φίλημα το έδωσα, αλλά δεν το ησθάνθη·
Ο λόγος ως εις το κενόν εσβέσθη, εμαράνθη.
Τότε εις άλγος εμαυτήν ησθάνθην λυομένην,
Και όλην μου την ύπαρξιν εκ βάθρων σειομένην.
Το πνεύμα μου διαμιάς εις ζόφον εβυθίσθη·
Ο κόσμος πέριξ δις και τρις περιεστροβιλίσθη.
Μ' εφάνη πώς εις άβυσσον μεγάλην εφερόμην·
Δεν έβλεπα, δεν ήκουα, και κατεκρημνιζόμην.
Αι νοεραί δυνάμεις μου εξέλιπον· κατείχον
Το όριον μεταξύ εμψύχων και αψύχων.
Αλλ' ότε από την φρικτήν συνήλθον ταύτην μέθην,
Δεν ίδον πλέον γην· εντός των Χερουβίμ τριγύρω διεγέλων,
Και τους δικαίους έτερπον οι ύμνοι των Αγγέλων.
</poem>

[[Κατηγορία:Ποίηση]]