Revision 58594 of "Το γράμμα" on elwikisource

{{copyright}}'''Το γράμμα''' <br />

(Συγγραφέας - Βαγγέλης Φίλος)<br />
<br />


-«Σου γράφω, αυτό, το γράμμα. Τα άλλα τα ’σβησα. Θυμάσαι; Εσύ έκλαιγες, όπως κλαίνε έναν νεκρό που θα ξεχάσουν».<br />

-Εγώ έκλαιγα…<br />

-«Σου γράφω, λοιπόν, αυτό το γράμμα. Δεν δύνασαι να τ’ αρνηθείς. Δεν είναι πια δικό σου. Είναι ένα συντελεσμένο αχ που <br />
ταξιδεύει. Σ’ άλλους καημούς, σ’ άλλους παλμούς, σ’ άγουρους κόρφους. Ένα αναφιλητό, αντίδοτο στον άνυδρο πόνο».<br />

-Τι όμορφα που γράφεις!<br />

-«Γράφεις καλά, μου χαμογελούσες. Υμνούσα, τότε, τη χαρά και οι λέξεις χόρευαν. Τώρα, σφιχτά αγκαλιασμένες, βυθίζονται. Σ’ <br />
αλληγορίες άφωνες βυθίζονται».<br />

-…
-« Λέω, ξανά, να φωνάξω. Άτεχνα να φωνάξω: Αγαπώ τον ήλιο. Και τη μέρα που, ευτυχισμένη, ξυπνάει στα μάτια σου».<br />

-Αν έφευγες, μπορεί και να σε γύρευα.<br />

-«Δεν είναι που σ’ έχασα εγώ, είναι που ορφάνεψαν τα παγκάκια στην πλατεία κι η πρώτη αθωότητα έρμη πλανιέται».<br />

-Και τι μπορούσα εγώ;<br />

-«Δεν γύρεψα, στη βρύση σου, να πιω, στην κλίνη σου να γείρω. Μόνο, που όταν ρώτησα, "ποιός είμαι;", ξένος εγώ σε ξένους <br />
δρόμους, όταν φώναζα, "κανείς δεν με γνωρίζει;", είδα τα μάτια σου ανήσυχα να προσπερνούν».<br />

-Αν ήξερα!<br />

-«Εσύ, που διάβαζες τα μέσα, μυστικά μου, όλα, πώς λάθεψες και νόμισες γινάτι αυτό το σπαραγμό;».<br />

-Είπα, δεν είναι αυτή αγάπη…<br />

-«Έσπειρε η νύχτα, κέντησε στον ουρανό μια λύπη. Άλλοτε πόνο, άλλοτε καημό, άλλες φορές φεγγάρι, δάκρυ. Σκόρπισε η θάλασσα το<br />
φως, χίλια κομμάτια..».<br />

-Μοιάζει ως να θρηνείς, όμως, δεν είναι τούτο θρήνος.<br />

-«Είναι η οδύνη που αναγγέλλεται ήσυχα, γιατί, δεν έχει η κραυγή, ήχο δεν έχει η κραυγή. Είναι η προσευχή:<br />

»Στάξε, Θεέ μου, μια στιγμή κουράγιο! Δική μου να ’ναι η στιγμή, λίγο ν’ αντέξω. Πολύ ν’ αντέξω, ώσπου η απώλεια να σβηστεί. Να<br />
γίνει της χαράς η ανάμνηση χαρά».<br />

-Χαρά να γίνει…<br />

-«Σφάλισε η γαλήνη τα ματόφυλλα. Και σε κοιτώ! Και σε φιλώ! Εγώ το πρώτο φως, εσύ η ανάσα στο λαιμό μου..».<br />

-Λαχτάρα στη ψυχή…<br />

-«Χάδι που σ’ ανιχνεύε. Ποιος ζήλεψε την όμορφη αυγή; Πριν τη χαρώ, πριν σε χαρώ…».<br />

-Συννέφιασε.<br />

-«Είν’ η σκιά στα μάτια σου. Βλέπω να φεύγεις».<br />

-Φεύγω…<br />

-«Πού θα πάς; Όπου κι αν πας, μη με ξεχάσεις. Κι αν με ξεχάσεις, μην το πεις. Τον μύθο μου να σώσω».<br />

-…<br />


-«Τώρα, που έμαθα να περιμένω, που σε καλώ ανέλπιδα και ξέρω, είναι που οι λέξεις μου , αγνές, ηχούν το νόημά τους: Αγάπη,<br />
πόνος, θάνατος».<br />

-Αθανασία!<br />

-«Άκου, στο κύμα, ψίθυρο το μυστικό μου: Δεν έχω άλλο μυστικό. Βρέχει βροχή. Δεν έχω φόβο».<br />

-Θαρρώ γυρεύεις μία οπτασία.<br />

-«Με ξέχασαν στις καλαμιές και σου γελώ. Κι εσύ χαϊδεύεις τα νερά, να με πλανέψεις. Σελήνη μάγισσα! με πήρες».<br />

-Ω! φύση Κίρκη.<br />

-«Και σπαρταρώ, κάθε που με κοιτάς ολόγιομη τί άλλο θέλεις; Ήρθα στον κύκλο σου, τι θέλεις; Κάθε που σβήνει μια σιωπή, άλλη<br />
αρχίζει πάλι».<br />

- Πετάς μακριά, γυρνάς και φεύγεις…<br />

-«Δεν γύρισα να μείνω. Ήρθα να φύγω. Μόνο που πρέπει να κλείσω τη ρωγμή στο παλιό μου πρόσωπο, αλλά τη φωτογραφία την έκαψα.<br />
Και πώς θα πορευτώ - κανείς δεν με θυμάται. Πώς θα σταθώ, στην πύλη, να σου πω, πως είμαι εγώ;».<br />

»Ένα παράθυρο και ένα φως. Ένα παράθυρο στο φως, κι εσύ μου γνέφεις. Εκεί! μου δείχνεις, όπου η λαχτάρα γίνεται χαρά, εσύ Θεά…<br />
Εσύ σκιά! Κι αυτό το παραλήρημα».<br />

-Ο πυρετός του ονείρου.<br />

-«Αν συλλαβίσω τα λόγια μου, θα ελευθερωθούν στεναγμοί. Άηχες απορίες και καημοί. Κι αν τους συνθέσω πάλι θα σε κοιτάξουν οι <br />
λέξεις μου, λυπημένες. "Διψάμε", θα σου πουν. Θα κυλήσει, τότε, ένα δάκρυ. Κι όλα θα σβήσουν. Κι όταν δεν θά ’χει μείνει κανένα<br />
σημάδι στο χαρτί, θα κλείσω αυτό το γράμμα».<br />

-Και θα ’ναι το τέλος σου η άλλη αρχή.<br />

-«…».<br />






'''Από το βιβλίο Θεάλια, Εκδόσεις Ενδοχώρα 2009<br />'''