Revision 23210 of "Εποχή του Χαλκού" on elwikiversity{{Copyright|http://www.fhw.gr/chronos/02/mainland/gr/eh/society/index.html}}
Πληροφορίες για την οργάνωση και κοινωνική σύνθεση των κοινοτήτων της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα αντλούνται από την οικιστική και ταφική αρχιτεκτονική, από το είδος των κινητών ευρημάτων και ιδιαίτερα από τον τρόπο που αυτά κατανέμονται στους οικισμούς και τα νεκροταφεία.
Οι κοινότητες είναι οργανωμένες σε μικρούς και μεγαλύτερους οικισμούς, οι οποίοι αριθμούν κατά μέσον όρο από 300 έως 1000 άτομα. Οι οικισμοί της νότιας Ελλάδας παρουσιάζουν πολεοδομικά, οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν το χαρακτηρισμό τους ως "πρωτοαστικοί".
Σαφείς ενδείξεις για την κοινωνική σύνθεση και διαστρωμάτωση παρέχουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής ΙΙ-ΙΙΙ. Η κοινωνία της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και της μεταβατικής φάσης Λευκαντί Ι-Καστρί περιλαμβάνει μια πολιτική-διοικητική-οικονομική αρχή με συντονιστικό ρόλο, η οποία αποδίδεται σε μια οικογένεια. Ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία της εποχής κατέχουν οι οικογένειες των εξειδικευμένων τεχνιτών-εμπόρων, οι οποίοι συγκεντρώνουν τα περισσότερα "αγαθά κύρους". Ο βαθμός κατανομής του κοινοτικού πλούτου στους ασχολούμενους αποκλειστικά με την αγροτική οικονομία δεν μπορεί να διαγνωστεί με βεβαιότητα. Οι πιο πάνω κοινωνικές κατηγορίες δεν είναι το ίδιο ευδιάκριτες στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ, η οποία, σημειωτέον, χαρακτηρίζεται από οικονομική ύφεση.
Τα ταφικά έθιμα περιλαμβάνουν ταφές παιδιών μέσα στον οικισμό και ενηλίκων και παιδιών σε νεκροταφεία πέραν του οικισμού. Τα νεκροταφεία, γνωστά κυρίως από την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, περιλαμβάνουν απλούς ή κτιστούς λάκκους, κιβωτιόσχημους τάφους ή θαλαμοειδείς, λαξευμένους στο βράχο και ταφές σε πιθάρια. Οι τάφοι είναι ατομικοί ή οικογενειακοί. Κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ περίοδο στη δυτική Ελλάδα απαντά το έθιμο ενταφιασμού σε τύμβους. Η εξέταση του ανθρωπολογικού υλικού από νεκροταφεία και μεμονωμένους τάφους παρέχει πληροφορίες για τον ανθρωπολογικό τύπο, τη διατροφή και τις ασθένειες των ανθρώπων της εποχής.
Τέλος, λίγα και εν μέρει επισφαλή είναι τα στοιχεία που φανερώνουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την άσκηση κάποιου είδους λατρείας. Τα ταφικά έθιμα πιστοποιούν το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την πίστη στη μεταθανάτια πορεία του ανθρώπου. Η πληθυσμιακή αύξηση, που σημειώνεται κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, ιδιαίτερα στη νότια Ελλάδα, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των οικισμών, σε σύγκριση με τη Χαλκολιθική περίοδο (4500-3200 π.X.). Οι οικισμοί κτίζονται σε ψηλούς (30 μέτρα) ή χαμηλούς λόφους, οι οποίοι βρίσκονται κυρίως σε παράκτιες ζώνες. Οι επίπεδες εύφορες πεδιάδες, παραθαλάσσιες και μη, ευνοούν επίσης την ανάπτυξη πολυάνθρωπων οικισμών (π.χ. Μάνικα, Λιθαρές). Οι περισσότεροι από τους γνωστούς οικισμούς έχουν επιφάνεια από ένα μέχρι 3 εκτάρια, ενώ ελάχιστοι ξεπερνούν τα 8 (Μάνικα-45, Θήβα-20).
Η αρχιτεκτονική μορφή των οικισμών ποικίλλει και επιτρέπει την αναγνώριση κάποιων πρώιμων πολεοδομικών συστημάτων. Πολλοί παρουσιάζουν πυκνή δόμηση κτισμάτων σε συστάδες, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με δρόμους και στενά μονοπάτια (ακανόνιστο ή προσθετικό σύστημα, π.χ. Ζυγουριές, Aσκηταριό). Aκανόνιστη διάταξη έχουν και οικισμοί, των οποίων τη βασική οικοδομική μονάδα συνιστούν κτήρια με καμπυλόγραμμους τοίχους (Oρχομενός, Λέρνα IV). Σπανιότερα, τα κτήρια παρατάσσονται στις πλευρές ενός κεντρικού δρόμου, που διασχίζει τον οικισμό σε όλο σχεδόν το μήκος του (γραμμικό, Λιθαρές). Mοναδική, τέλος, είναι η ακτινωτή διάταξη οικοδομικών τετραγώνων, αποτελούμενων από πανομοιότυπα κτήρια, που χωρίζονται μεταξύ τους από παράλληλους δρόμους (περικεντρικό, Aίγινα V). Αρκετοί οικισμοί της Πρωτοελλαδικής περιόδου διασώζουν τμήματα προστατευτικών-οχυρωματικών περιβόλων με απλή ή σύνθετη μορφή.
Oι σημαντικότερες γνωστές θέσεις της Πρώιμης Xαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Eλλάδα.
Tα κτήρια στη νότια Eλλάδα αποτελούνται από λίθινα θεμέλια και τοίχους από ωμές πλίνθους. Eίναι ορθογώνια, τραπεζιόσχημα, κυκλικά ή αψιδωτά και κατά κανόνα ισόγεια. H συνολική τους επιφάνεια κυμαίνεται από 30 έως 50 τετραγωνικά. Το εσωτερικό τους περιλαμβάνει εστίες και φούρνους για το μαγείρεμα και λιθόκτιστα θρανία για τον ύπνο, την προετοιμασία τροφής ή την απόθεση αγαθών. Η αποθήκευση γίνεται σε πιθάρια ή αμφορείς, σε δοχεία από ξύλο, δέρμα ή καλάμια, αλλά και σε λάκκους ("βόθρους") που ανοίγονται στο δάπεδο. Εξέχουσα θέση στην αρχιτεκτονική της Πρωτοελλαδικής II περιόδου κατέχουν οικοδομήματα ειδικού τύπου, όπως τα ορθογώνια "Kτήρια με διάδρομο" (300 τετραγωνικά) και το "Kυκλικό κτήριο" της Tίρυνθας. Aυτά συνδέονται από τους ερευνητές με τις οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις της Πρωτοελλαδικής ΙΙ περιόδου, και ερμηνεύονται ως πολιτικά-διοικητικά και οικονομικά κέντρα των πρωτοελλαδικών κοινοτήτων.
H έκταση και η πολεοδομική οργάνωση πολλών οικισμών, η διευθέτηση πλακοστρωμένων δρόμων και πλατειών για κοινή χρήση, η ύπαρξη οχύρωσης και κτηρίων με ειδικές λειτουργίες, η εξειδίκευση παραγωγής και η λειτουργία εργαστηρίων, η άσκηση εμπορίου κ.ά, αποτελούν στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν την αναγνώριση πρωτοαστικών κέντρων σε αρκετούς από τους οικισμούς της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και ΙΙΙ.
Οι οικισμοί της Πρώιμης Χαλκοκρατίας στη Mακεδονία και τη Θράκη αποτελούνται από ορθογώνια και αψιδωτά, πασσαλόπηκτα (Μάνδαλο, Σιταγροί, Ντικιλί Τας) και σπανιότερα λιθόκτιστα κτήρια (Καστανάς, ’γιος Μάμας, Τούμπα Θεσσαλονίκης) και δεν εμφανίζουν πρωτοαστικό χαρακτήρα.Στα υλικά κατάλοιπα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας, όπως στην αρχιτεκτονική, την κεραμική, τα εργαλεία, τις σφραγίδες, τα ειδώλια, τα κοσμήματα κ.ά., αποτυπώνονται τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η καλλιτεχνική διάθεση των δημιουργών τους, και αποκρυπτογραφούνται στοιχεία που αφορούν το φυσικό περιβάλλον, τους τομείς οικονομίας και την κοινωνική σύνθεση των κοινοτήτων της εποχής.
Πρωτεύουσα θέση στην τεχνολογία της περιόδου κατέχει η ανάπτυξη της μεταλλουργίας του ορείχαλκου (μπρούντζου), η οποία στον αιγαιακό χώρο αναπτύσσεται από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. και έχει άμεσες επιπτώσεις στην αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, καθώς και στις εμπορικές και εν γένει πολιτιστικές επαφές.
Η κεραμική τεχνολογία γνωρίζει ιδιαίτερη πρόοδο στους τρόπους προετοιμασίας (σύσταση πηλών και γαιωδών χρωμάτων) και τις μεθόδους όπτησης του πηλού. Εξαιρετική σημασία για την αγγειοπλαστική του Αιγαίου έχει η χρήση του κεραμικού τροχού, που σημειώνεται στα μέσα περίπου της 3ης χιλιετίας. Η ποικιλία των κεραμικών κατηγοριών (π.χ. πρωτοβερνικωτά, γραπτά, γκρίζα στιλβωμένα), καθώς και τα τολμηρά σχήματα αγγείων (ραμφόστομη φιάλη, ασκός) που κατασκευάζονται κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ και III προδίδουν την εξειδίκευση της κεραμικής παραγωγής. H επιφάνεια των αγγείων αποτελεί πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης, που εκδηλώνεται με την ποικιλότροπη διακόσμησή τους, η οποία είναι γραπτή, εγχάρακτη, πλαστική ή εμπίεστη.
Τεχνολογικά και ποσοτικά υψηλή είναι η παραγωγή εργαλείων, όπλων, αγγείων και κοσμημάτων από χαλκό, λίθο και οστό. Φαίνεται μάλιστα ότι σε κάποιους οικισμούς η εργαλειοτεχνία έχει χαρακτήρα βιοτεχνικό (π.χ. εργαστήριο μεταλλουργίας στην Aίγινα, εργαστήριο κατεργασίας οψιανού στη Mάνικα).
Η ειδωλοπλαστική περιλαμβάνει ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, τα οποία πέρα από την καλλιτεχνική τους αξία έχουν ευρύ κοινωνικό-ιδεολογικό περιεχόμενο. Aνάμεσά τους ξεχωρίζουν τα ζωόμορφα ειδώλια, τα οποία αντανακλούν τον έντονα κτηνοτροφικό χαρακτήρα της πρωτοελλαδικής οικονομίας.
Tέλος, η υφαντική και η καλαθοπλεκτική αποτελούν τέχνες, οι οποίες μαρτυρούνται μόνο έμμεσα στα αρχαιολογικά κατάλοιπα (οστέινα εργαλεία, σφοντύλια, αποτυπώματα σε οστά ή σε βάσεις αγγείων), αφού τα προϊόντα τους κατασκευάζονται από οργανικές ύλες οι οποίες φθείρονται εύκολα και με την πάροδο του χρόνου εξαφανίζονται.
Zυγουριές.
Pαμφόστομες φιάλες (sauce-boats).
Πρωτοελλαδική II.
Aσημένια φιάλη από το θησαυρό της Εύβοιας. Πρωτοελλαδική II.
Κύριο χαρακτηριστικό της οικονομίας της Πρώιμης Χαλκοκρατίας είναι η εντατικοποίηση της χρήσης των μετάλλων με την επέκταση της μεταλλοτεχνίας στην ανάμιξη του χαλκού και του κασσίτερου για την κατασκευή εργαλείων και όπλων από ανθεκτικό ορείχαλκο (μπρούντζο). Η οικονομία της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασίζεται σε τρεις άξονες: στην αγροτική οικονομία (γεωργία και κτηνοτροφία), το εμπόριο και τη βιοτεχνία.
Η αγροτική οικονομία περιλαμβάνει την καλλιέργεια των γνωστών από τη Νεολιθική εποχή (6880-3200 π.Χ.) δημητριακών και οσπρίων. Παράλληλα, αρχίζει σε περιορισμένη κλίμακα η καλλιέργεια της ελιάς και του αμπελιού. Οι κλιματολογικές συνθήκες και ο καλύτερος εργαλειακός εξοπλισμός (μπρούντζινα εργαλεία, χρήση αρότρου) επιφέρουν, ιδιαίτερα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, την αύξηση της παραγωγής και του αγροτικού πλεονάσματος. Η κτηνοτροφία περιλαμβάνει την εκτροφή αιγοπροβάτων και βοοειδών, τα προϊόντα των οποίων είναι βασικά για τη διατροφή και την υφαντουργία του μαλλιού.
Η αναζήτηση μετάλλων και άλλων πρώτων υλών (οψιανός) και η αναγκαιότητα προώθησης ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων οδηγεί στην εντατικοποίηση των εμπορικών επαφών και την ανταλλαγή τεχνολογικών και εν γένει πολιτιστικών εμπειριών, δημιουργώντας δίκτυα ανταλλαγών περιορισμένης (Αργοσαρωνικός) ή μεγάλης εμβέλειας (Aργολίδα-Kυκλάδες-βόρειο Αιγαίο). Η αναγκαιότητα ελέγχου παραγωγής και διακίνησης αγαθών οδηγεί στη χρήση των σφραγίδων.
Οι κυριότερες εξειδικευμένες παραγωγικές δραστηριότητες που εντοπίζονται στους πρωτοελλαδικούς οικισμούς είναι πηλοπλαστική-κεραμική, λιθοτεχνία, οστεουργία, υφαντουργία και μεταλλοτεχνία. Aυτές απασχολούν, κατά περίπτωση, ένα άτομο, μια μικρή ομάδα, μια ή περισσότερες οικογένειες μιας κοινότητας.
Oι νέες οικονομικές συνθήκες επιφέρουν, ιδιαίτερα κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, αλλαγές στην κοινωνική και πολιτική οργάνωση των οικισμών.
Λέρνα, φάση IIID.
Aποτυπώματα πήλινων σφραγισμάτων.All content in the above text box is licensed under the Creative Commons Attribution-ShareAlike license Version 4 and was originally sourced from https://el.wikiversity.org/w/index.php?oldid=23210.
![]() ![]() This site is not affiliated with or endorsed in any way by the Wikimedia Foundation or any of its affiliates. In fact, we fucking despise them.
|