Revision 23349 of "Ναυτιλιακά Οικονομικά" on elwikiversity

Με τον όρο Ναυτιλιακά Οικονομικά ή αλλιώς Ναυτιλιακή Οικονομία (shipping) χαρακτηρίζεται το σύνολο των πάσης φύσεως συστηματικών ενεργειών που αποσκοπούν στη παροχή υπηρεσιών και που σχετίζονται με τις [[Μεταφορές|θαλάσσιες μεταφορές]] ικανοποιώντας ανθρώπινες ανάγκες, έναντι κάποιου ωφελήματος.


=='''Υπαγωγή'''==
Υπό την παραπάνω έννοια η "ναυτιλιακή οικονομία" εντάσσεται στην τριτογενή παραγωγή (τομέας υπηρεσιών, μετά δηλαδή την πρωτογενή: γεωργία κλπ. και δευτερογενή: βιομηχανία) που δραστηριοποιείται κατά ένα μέρος στο χώρο της Πολιτικής Οικονομίας και κατά έτερο στο χώρο της Ιδιωτικής Οκονομίας. Αυτό δεν πρέπει να θεωρείται παράδοξο δεδομένου ότι οι μεν κανόνες που διέπουν την οργάνωση μιας ναυτιλιακής εταιρίας (επιχείρησης), ως οικονομική μονάδα, ανήκουν βεβαίως στην Ιδιωτική Οικονομία, ενώ οι κανόνες που καθορίζουν το μέτρο της επέμβασης της Πολιτείας στη λειτουργία των ναυτιλιακών επιχειρήσεων (προστατευτισμός, φορολογική απαλλαγή, επιδότηση αγόνων γραμμών, δανειοδότηση κ.λπ.), ανήκουν στη Πολιτική Οικονομία.

=='''Δραστηριότητες:'''==

Στη ναυτιλιακή οικονομία εντάσσεται ένα πλήθος ναυτιλιακών δραστηριοτήτων όπως [[πλοιοκτησία]], [[εφοπλισμός]], [[ναυτική ασφάλιση]], [[ναυτιλιακή πίστη]], [[ναύλωση]], [[τροφοδοσία πλοίου]], [[ναυπήγηση]] και επισκευές, εμπορική [[ναυσιπλοΐα]], [[πρακτόρευση πλοίου]], μεσιτεία και [[ναυλομεσιτεία]] κ.ά.
Ειδικότερα η Ναυπηγική Βιομηχανία, (ναυπηγεία και ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες), όπως συμβάνει και με τις λοιπές βιομηχανικές επιχειρήσεις εντάσσεται στη Βιομηχανική Οικονομική και τη Βιομηχανική Πολιτική και παράλληλα στη Ναυτιλιακή Πολιτική.

=='''Ανάλυση του όρου:'''==

Με δεδομένα αφενός μεν ότι "Οικονομία" σημαίνει σύνολο συστηματικών ενεργειών ανθρώπων που διαβιούν σε μια κοινωνία για εξεύρεση αγαθών προς ικανοποίηση των αναγκών τους, και αφετέρου, τη "Ναυτιλία" ως οικονομική έννοια δραστηριοτήτων ιδιαίτερου χώρου, τότε καταλήγουμε να δεχθούμε ότι η "Ναυτιλιακή Οικονομία" είναι το σύνολο των παραπάνω δραστηριοτήτων που συναρτώνται στις θαλάσσιες μεταφορές, με σκοπό βεβαίως την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών αυτών που προσφέρουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες (μεταφορές).
Από τον παραπάνω ορισμό συνάγονται τα ακόλουθα τέσσερα βασικά συμπεράσματα όσον αφορά στην έννοια του όρου:
Προϋπόθεση:η καταβολή συστηματικών ενεργειών. Όπως σε όλους τους τομείς της Οικονομίας και στη Ναυτιλιακή Οικονομία γίνεται διαχωρισμός των συστηματικών και ενσυνειδήτων ενεργειών προς επίτευξη καθορισμένω στόχων και των ασυστηματοποίητων ενεργειών(πρόσκαιρου συνήθως χαρακτήρα) π.χ. ερασιτεχνισμού, ψυχαγωγίας κ.λπ.
Γενικό αντικείμενο: η παροχή υπηρεσιών. Αποσαφηνίζεται στο ότι δεν πρόκειται για παραγωγή αγαθών.
Ειδικό αντικείμενο: η ικανοποίηση αναγκών συναρτωμένων με θαλάσσιες μεταφορές. Αποσαφηνίζεται από άλλες μεταφορές.
Σκοπός: η ικανοποίηση αυτών που παρέχουν τις υπηρεσίες μεταφορών. Πρόκειται για την εναρμόνιση της ναυτιλιακής οικονομικής δράσης προς επιδιωκόμενο κέρδος, το μέγιστο δυνατό.


=='''Ναυτιλιακή Κρίση:'''==
Γενικά με τον όρο Ναυτιλιακή κρίση (Shipping crisis) χαρακτηρίζεται χρονική περίοδος όπου παρατηρείται έντονη πτώση των ναύλων που μπορεί να οφείλεται είτε σε εξωγενείς προς τη Ναυτιλία παράγοντες είτε σε ενδογενείς, σε καθαρά εσωτερικούς παράγοντες (της Ναυτιλίας)*
Εξωγενείς παράγοντες μπορεί να είναι μια γενική οικονομική ύφεση που έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του διεθνούς εμπορίου, (όπως για παράδειγμα η μεγάλη κρίση του 1929-1932), ή μια αλματώδης αύξηση των καυσίμων που επιφέρουν επίσης ίδια αποτελέσματα.
Ενδογενείς παράγοντες είναι οι καθαρά εσωτερικοί παράγοντες της Ναυτιλίας που συνήθως οφείλονται σε αναζήτηση υπέρμετρου πλουτισμού ή σε λανθασμένες αποφάσεις όπως για παράδειγμα η ασύμμετρη προς τις υπάρχουσες ανάγκες αύξηση της χωρητικότητας των πλοίων με επακόλουθο την υπέρμετρη προσφορά σε σχέση πάντα προς τη ζήτηση. Σε τέτοιους λόγους οφείλονται οι μεγάλες κρίσεις των περιόδων 1921-1924, 1957-1958, και άλλες νεότερες.
Ναυτιλιακές κρίσεις που μπορεί να οφείλονται σε πολεμικές συρράξεις συνήθως χαρακτηρίζονται μικρές (χρονικά) και περιορισμένες (τοπικά).
Γενικά δεν θα πρέπει να διαφεύγει το γεγονός πως στο σύνολό τους όλες οι ναυτιλιακές κρίσεις, στη πραγματικότητα, παρουσιάζουν "μικτό χαρακτήρα" αφού τις περισσότερες φορές τα "εξωγενή αίτια" συνδέονται με τα "ενδογενή". Τέτοιες κρίσεις ήταν του 1971 αλλά ιδιαίτερα του 1974 που έπληξε κυρίως τα δεξαμενόπλοια και που συνεχίσθηκε γι΄ αρκετά χρόνια.
Συνεχίζοντας και προσεγγίζοντας το σήμερα δεν μπορούμε να προσπεράσουμε τα "Χρυσά χρόνια της Ναυτιλίας" 2004-2008, οπότε και οι ναύλοι είχαν πραγματικά εκτοξευθεί. Αυτό οδήγησε στον ολοένα και αυξανόμενο ρυθμό παραγγελιών ναυπήγησης νέων πλοίων με αποτέλεσμα να φτάνουμε σε μια κατάσταση υπερπροσφοράς χωριτικότητας. Υπό το φως των νέων συνθηκών πλέον(η υπερπροσφορά χωρητικότητας οδηγεί σε αύξηση του ανταγωνισμού ο οποίος με την σειρά του σε μείωση των ναύλων. Έτσι καταλήγουν τα "Χρυσά χρόνια της Ναυτιλίας" σε ολοένα και φθίνοντα ναύλα τα οποία αποδίδουν και ολοένα και μικρότερα κέρδη) οι ναυτιλιακές εταιρείες προσπαθούν όχι μόνο να αποσύρουν τα παλιά τους πλοία(σε μια προσπάθεια να κερδίσουν μεγαλύτερο ναύλο από τα καινούργια) αλλά και να ακυρώσουν όσο το δυνατόν περισσότερες παραγγελίες νέων πλοίων(με σκοπό να αποφύγουν την επιβάρυνση του ήδη βαριού κλίματος της ναυτιλιακής αγοράς).
Οι ναυτιλιακές κρίσεις προσβάλουν περισσότερο εκείνες τις ναυτιλιακές Χώρες των οποίων οι εμπορικοί στόλοι τους επιχειρούν περισσότερο διαμετακομιστικές μεταφορές, όπως τέτοια βεβαίως Χώρα είναι και η Ελλάδα.
(*)Σημείωση: Το παρόν άρθρο αφορά την παγκόσμια ναυτιλία και όχι την εσωτερική εκείνη των Χωρών.


=='''Γλωσσάρι Ναυτιλιακών Όρων:'''==


'''Bareboat charter'''. A bareboat charter involves the use of a vessel usually over longer periods of time ranging over several years. In this case, all voyage related costs, mainly vessel fuel and port dues, as well as all vessel-operating expenses, such as day-to-day operations, maintenance, crewing and insurance, are for the charterer's account. The owner of the vessel receives monthly charter hire payments on a U.S. dollar per day basis and is responsible only for the payment of capital costs related to the vessel. A bareboat charter is also known as a "demise charter" or a "time charter by demise."

'''Charter.''' The hire of a vessel for the transportation of a cargo. The contract for a charter is commonly called a "charterparty." 

'''Address Commission (ADCOM)'''. Commission payable by the shipowner to the charterer, expressed as a percentage of the freight or hire. Although this commission was sought by charterers as a means of reducing the freight or hire, these are capable of being adjusted or increased by the shipowner to allow for it.

'''Voyage charter.''' A voyage charter involves the carriage of a specific amount and type of cargo on a load port-to-discharge port basis, subject to various cargo handling terms. Owners are also responsible for any positioning movement costs. Most of these charters are of a single voyage nature, as trading patterns do not encourage round voyage trading. The owner of the vessel receives one payment derived by multiplying the tonnage of cargo loaded on board by the agreed upon freight rate expressed on a U.S. dollar-per-ton basis. The owner is responsible for the payment of all voyage and operating expenses, as well as the capital costs of the vessel. 

'''Voyage expenses.''' Expenses incurred due to a vessel's traveling from a loading port to a discharging port, such as fuel (bunkers) costs, port expenses, agents' fees, canal dues and extra war risk insurance, as well as commissions.

'''Aframax.''' A medium size crude oil tanker of approximately 80,000 to 120,000 deadweight tons. Because of their size, Aframaxes are able to operate on many different routes, including from Latin America and the North Sea to the U.S. They are also used in Lightering. Modern Aframaxes can generally transport from 500,000 to 800,000 barrels of crude oil. 

'''Classification society.''' An independent society that certifies that a vessel has been built and maintained according to the society's rules for that type of vessel and complies with the applicable rules and regulations of the country of the vessel's registry and the international conventions of which that country is a signatory. A vessel that receives its certification is referred to as being "in-class." 

'''CLC.''' International Convention on Civil Liability for Oil Pollution Damage, 1969, as amended. 

'''COFR.''' Certificates of financial responsibility sufficient to meet potential liabilities under OPA and CERCLA, which owners and operators of vessels must establish and maintain with the United States Coast Guard. 

'''Contract of affreightment.''' A contract of affreightment ("CoA") relates to the carriage of multiple cargoes over the same route and enables the CoA holder to nominate different vessels to perform the individual voyages. Essentially, it constitutes a series of voyage charters to carry a specified amount of cargo during the term of the CoA, which usually spans a number of years. All of the ship's costs are borne by the shipowner. Freight normally is agreed on a U.S. dollar-per-ton basis. 

'''Multipurpose ship (MPP).''' A newer version of general cargo ship with holds designed for container stowage. The holds generally have tween decks and containers can be stacked and lashed on to the hatch covers. The MPP is still capable of carrying breakbulk cargoes, and bulk cargoes. Some are also equipped with tanks for liquid cargoes. It generally also has its own cranes and derricks, sometimes with heavy lift capability.

'''Newbuilding.''' A new vessel under construction or just completed. 

'''Off-hire.''' The period in which a vessel is unable to perform the services for which it is immediately required under a time charter. Off-hire periods can include days spent on repairs, drydocking and surveys, whether or not scheduled. Charterhire is generally not paid during off-hire periods. This is usually agreed in the charterparty. If the off-hire period is subject to dispute then resolutions are usually met through arbitration panels.

'''Backwinded''' -when the wind hits the leeward side of the sails.
'''Baggywrinkle:''' - chafing gear made from old ropes.