Difference between revisions 3603287 and 3603288 on elwiktionary

=={{-el-}}==

==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
* {{καθ}} [[όρνεο]], [[όρνιο]]==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{αρχ}}< [[ὄρνεον]]< [[ὄρνυμι]] και ορνύω

==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
* {{καθ}} [[όρνεο]], [[όρνιο]]
====παράγωγα====
*[[ορνεάζομαι]], υψώνω την κεφαλή, κυτάζω ψηλά όπως ο ορνιθοθήρας
*[[ορνεόβρωτος]], ο φαγωμένος από τα όρνεα
*[[ορνεομάντις]]
*[[ορνεοσκοπία]]
*[[ορνεώδης]], όμοιος με όρνεον



{{κλείδα-ελλ}}

[[Κατηγορία:Ουσιαστικά της καθαρεύουσας]]
[[Κατηγορία:Λέξεις της καθαρεύουσας]]
ὄρνις