Difference between revisions 3603289 and 5239372 on elwiktionary=={{-el-}}==
==={{ετυμολογία}}===
: '''{{PAGENAME}}''' < {{αρχ}}< [[ὄρνεον]]> [[ὄρνυμι]] και ορνύω
==={{ουσιαστικό|el}}===
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
* {{καθ}} [[όρνεο]], [[όρνιο]]
====παράγωγα====
* [[ορνεάζομαι]], υψώνω την κεφαλή, κυτάζω ψηλά όπως ο ορνιθοθήρας
* [[ορνεόβρωτος]], ο φαγωμένος από τα όρνεα
* [[ορνεομάντις]]
* [[ορνεοσκοπία]]
* [[ορνεώδης]], όμοιος με όρνεον
{{κλείδα-ελλ}}
[[Κατηγορία:Ουσιαστικά της καθαρεύουσας]]
[[Κατηγορία:Λέξεις της καθαρεύουσας]]
This site is not affiliated with or endorsed in any way by the Wikimedia Foundation or any of its affiliates. In fact, we fucking despise them.
|