Revision 29740 of "Μετεκίν" on pntwiki

Μετεκίν = τ΄ουράδ τή προγατή που εκείντουν απάν σο τεακίρ για να επωρεί και πορπατεί το πρόγατον. τα πρόγατα ατα είχαν φαρδύν ουράδ.